Αντισεξισμός χωρίς αντισεξισμό

α) Οι φεμινισμοί στην ατζέντα?

Πριν καμιά δεκαριά χρόνια, όχι πολλά δηλαδή, το να μπει το ζήτημα του σεξισμού στην απόλυτη πλειοψηφία καταλήψεων και στεκιών ήταν ένα επίπονο ζητούμενο. Δίχως σήμερα να μπορούμε να πούμε ότι έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί η εποχή στοχοποίησης των ατόμων που δραστηριοποιούνται στο πεδίο της ανάδειξης και καταπολέμησης των έμφυλων εξουσιών, μπορεί να διαπιστώσει σήμερα κανείς τουλάχιστον μια ποιοτική αλλαγή. Από το 2003 κι έπειτα οι μπροσούρες, οι δημόσιες εκδηλώσεις, οι απαντήσεις σε περιστατικά σεξισμού στο χώρο κι εκτός, έχουν πληθύνει, τα άτομα που ασχολούνται είναι σίγουρα περισσότερα και το θέμα τουλάχιστον κατ’ όνομα έχει μπει πλέον στην ατζέντα αρκετών συνελεύσεων. Δεν υιοθετώ, ωστόσο, την οπτική αυτή σύμφωνα με την οποία πλέον η αντισεξιστική πολιτική πλέον αποτελεί καθόλα ενσωματωμένο κομμάτι της αντιεξουσιαστικής πολιτικής. Αντιθέτως, θεωρώ ότι ο αντισεξιστικός ή αντιπατριαρχικός αγώνας, όπως και κάθε αιχμηρός αγώνας που θέτει ζητήματα ανταγωνισμού στις διάφορες κοινότητες, πολιτικές ή άλλες, συνεχίζει να παράγει αιχμές οι οποίες είναι δύσκολο να ενσωματωθούν και να χωνευθούν από την πλειοψηφία των αναρχικών καταλήψεων και συνελεύσεων. Κι όπως κάθε ριζοσπαστικό πρόταγμα, θεωρώ ότι ο αντισεξισμός, πριν αφομοιωθεί από τις περισσότερες συνελεύσεις, αμβλύνθηκε, δηλαδή έχασε αυτές τις αιχμηρές του γωνίες που θα μπορούσαν να βάλουν μια βαθιά τομή στο εσωτερικό των πολιτικών κοινοτήτων. Με λίγα λόγια οι αναρχικοί άνδρες παρέμειναν με έναν συγκεκριμένο τρόπο άνδρες και κράτησαν τις καταλήψεις τους και τις ομάδες τους ανδρικές.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, δεν υιοθετώ επίσης την οπτική κατά την οποία ο ριζοσπαστικός χώρος αναδεικνύεται πάντα «πιο μπροστά» από το υπόλοιπο κοινωνικό σώμα. Έτσι, νομίζω ότι η εξέλιξη αυτή που παρακολουθούμε στο ‘χώρο’ τα τελευταία χρόνια, της αφομοίωσης δηλαδή ενός λείου φεμινιστικού και αντισεξιστικού λόγου ο οποίος δεν προκαλεί σε κανέναν «μας» κακό, αποτελεί εξέλιξη ευρύτερη κοινωνικά στην ελλάδα, σε μια ελλάδα της οποίας ακόμα και η mainstream πολιτική σκηνή έχει ανακαλύψει και αφομοιώσει έναν βολικό  αντισεξισμό. Ο λείος αυτός αντισεξισμός που εκδηλώνεται όλο και ταχύτερα τα τελευταία χρόνια για να τροφοδοτήσει ρατσιστικές ιδέες – δηλαδή όταν ο σεξιστής ανακαλύπτεται πάντα στο πρόσωπο του Άλλου, του ξένου κτλ – έκανε την εμφάνιση του στην ελλάδα όταν π.χ. έγιναν οι δημόσιες αντιπαραθέσεις γύρω από τον ‘ισλαμικό πολιτισμό’ σε καθωσπρέπει αστικές εφημερίδες ή ακόμη όταν συγκεκριμένα το κόμμα της Ν.Δ. το 2007 επιχειρηματολογούσε στη Βουλή γιατί δεν έπρεπε να δίνεται η ελληνική ιθαγένεια στους οπισθοδρομικούς μετανάστες ή ακόμη όταν το κόμμα του ΠΑΣΟΚ επιχειρηματολογούσε γιατί δεν έπρεπε να δοθεί άδεια παραμονής στους 300 απολίτιστους μετανάστες απεργούς πείνας. Με λίγα λόγια, στην βαρέως πατριαρχική χώρα που ακούει στο όνομα ‘ελλάδα’ ανακάλυψαν τον σεξισμό και την πατριαρχία, όταν ήρθε η ώρα να λοιδορήσουν τους μετανάστες αυτής της χώρας, προβάλλοντας πάνω τους βέβαια έναν υποτίθεται προοδευτικό αλλά στην ουσία αντι-ισλαμικό λόγο. Στους δικούς μας χώρους τα πράγματα δεν είναι διαφορετικά: και οι αναρχικοί ανακαλύπτουν τον σεξισμό πολύ πρόθυμα στους Άλλους, ενώ πολύ απρόθυμα «στους δικούς τους». Τρανταχτές αποδείξεις αυτού του γεγονότος είναι και πως, αφενός, τα περιστατικά ξυλοδαρμών, βίας φυσικής, λεκτικής ή ψυχολογικής, αφετέρου ομοφοβικά περιστατικά συνεχίζουν να λαμβάνουν χώρα εντός των «απελευθερωμένων χώρων» και παραμένουν δίχως απάντηση, εκτός από σπάνιες περιπτώσεις. Από την άλλη, είναι κοινή συνείδηση η καχυποψία προς τις Άλλες κουλτούρες.

Αν με ρωτούσε κανείς γιατί συμβαίνει αυτό στο ‘χώρο’ όσο και κοινωνικά, πέρα από τον προφανή λόγο: εργαλειοποίηση για ρατσιστικούς λόγους, θα γύρευα απαντήσεις στον λείο αυτό αντισεξισμό που έχει αφομοιωθεί από τους πολλούς. Τι σημαίνει ‘λείος’, τι σημαίνει ‘μη αιχμηρός’; Πως φτάσαμε σε αυτόν τον ‘αντισεξισμό χωρίς αντισεξισμό’;

β) Όχι «γυναικεία ζητήματα», «αντρικό ζήτημα»

Θα έλεγα ότι αυτή η κατάσταση υπάρχει από τη στιγμή που το ζήτημα του σεξισμού συνεχίζει να φαίνεται πως δεν μας αφορά προσωπικά, αλλά περιορίζεται σε προβολές του φαινομένου πάντα σε κάποιους Άλλους (με μικρό ή μεγάλο άλφα), συνθήκη η οποία πρέπει να μας οδηγήσει στη σκέψη πως έχει αποκοπεί το προσωπικό κομμάτι της φεμινιστικής πολιτικής. Είναι ευνόητο ότι σε αυτό το σημείο μιλάω βασικά για τους άντρες.

Εδώ εννοώ ότι το να έρθουμε σε επαφή με τα συναισθήματα μας, να βάλουμε μπροστά μια ενδοσκόπηση που θα γυρεύει τον περιορισμό των προνομίων μας, το να ανακαλύψουμε τις θηλυκές μας πλευρές και άλλες τέτοιες κατευθύνσεις και σκέψεις των φεμινισμών, αγνοήθηκαν σε μεγάλο βαθμό. Ένα άλλο παράδειγμα: η συζήτηση για τη βία σχεδόν ποτέ δεν αποπλαισιώθηκε μέχρι σήμερα από τα φυσικοποιημένα στοιχεία που της προσδίδει ο ‘χώρος’. Η συζήτηση περί βίας στα περιβάλλοντα είτε της παιδικής ηλικίας είτε του σχολείου, της γειτονιάς κτλ και, γενικά, η συζήτηση περί των προσώπων της βίας που μας απωθούν όλους, δεν θεωρείται καν ότι πρέπει να μπει στην ατζέντα. Ακόμα και πρωταρχικές απαντήσεις στο ερώτημα «πως μας κάνει να νιώθουμε η βία του κράτους;» είναι σπάνιες, αν υπάρχουν καν, μέσα στα πλαίσια των συνελεύσεων των ριζοσπαστικών χώρων κι αυτό γιατί η επαφή με τα συναισθήματα έχει εξοριστεί από την «σοβαρή πολιτική δουλειά».

Σα δεύτερο σημαντικό λόγο για την εξέλιξη αυτή (της ενσωμάτωσης ενός λείου αντισεξισμού) θα αναγνώριζα την υποτίμηση των συζητήσεων γύρω από την ομοφοβία, θέμα παντελώς ανεπεξέργαστο. Κι αυτό μοιάζει κατά κάποιο τρόπο ‘λογικό’ μιας αφού μια κριτική επεξεργασία των ομοφοβικών επιτελέσεων του ανδρικού χαρακτήρα του ‘χώρου’ θα σήμαινε την αυτόματη αποδιοργάνωση και κάποιων από τους κεντρικούς πυλώνες των ριζοσπαστικών αρρενωποτήτων. Με λίγα λόγια, και εδώ αυτό που θέλω να πω είναι ότι αυτός ο κακοχωνεμένος αντισεξισμός παρέμεινε ανδρικός – και στρέιτ – στο μεγαλύτερο μέρος του.

Αν γυρνούσα στην μπροσούρα που έγραψα έξι χρόνια πριν θα έλεγα ότι μια μεγάλη έλλειψη της ήταν η λίγη προσοχή που έδωσε στο ζήτημα της ομοφοβίας, το οποίο τώρα βλέπω ότι θα έπρεπε να αποτελεί απαραίτητο πέρασμα μιας συνεπούς πρακτικής εφαρμογής του συνθήματος «το προσωπικό είναι πολιτικό» πάνω στις αρρενωπότητες εντός κι εκτός του ‘χώρου’. Η έλλειψη αυτή με τη σειρά της, πιστεύω, τροφοδότησε κι έναν ‘λάθος’ τίτλο στην μπροσούρα: ‘ανδρικές άμυνες σε γυναικεία ζητήματα’. Στην αναγνώριση της οποίας έλλειψης μάλιστα οφείλεται ο νέος τίτλος της μπροσούρας: ‘Ανδρικές Άμυνες’ σκέτο. Το «γυναικεία ζητήματα» αφαιρέθηκε γιατί αυτά τα ζητήματα, στο μέτρο που αποτελούν απλώς ζητήματα, προκύπτουν από την εξουσιαστική θέση όσων φέρουν αντρικές ταυτότητες (και χτίζουν τις αρρενωπότητες τους). Αλλά αυτή η παραδρομή που υπήρξε τότε στον τίτλο νομίζω δεν είναι τυχαία, υπό το φως της λίγης προσοχής που δόθηκε στην ετεροκανονικότητα. Ο τότε τίτλος αναμφίβολα πρόδιδε μια ανδρική θέση συμπάθειας των προταγμάτων του ριζοσπαστικού φεμινισμού αλλά εκκινώντας από μια τέτοια θέση, ξεχνούσε πιστεύω εκ των υστέρων να περάσει από έναν σημαντικό κόμβο της πατριαρχίας και των αρρενωποτήτων. Παραμένει έτσι, έστω και σιωπηρά στα πλαίσια μιας στρέιτ ανάλυσης. Νομίζω εκεί βέβαια υπάρχει περιθώριο και για μια ευρύτερη συζήτηση γύρω από τη συνάντηση του λεγόμενου αντισεξισμού με την κριτική της σεξουαλικότητας και, αντίστοιχα, της κληρονομιάς των ριζοσπαστικών φεμινισμών με το queer κίνημα και θεωρία. Πέρα, πάντως, από τις σημαντικές ελλείψεις της, η μπροσούρα στόχευσε και πέτυχε να συζητήσει το αντικείμενο της υπό το φως μιας ανδρικής αυτοεξέτασης απόψεων, συμπεριφορών, αντιδραστικών μηχανισμών άμυνας κτλ – και για αυτό από τότε, 2008, μέχρι σήμερα πέρα από τρία προφορικά θετικά σχόλια και μια δισέλιδη γραπτή κριτική, πήρε αυτό που της άξιζε: σιωπή και απομόνωση.

γ) Should we burn masculinities?

Αν διαβάσει κανείς την μπροσούρα – παρόλο που ο κύριος χαρακτήρας της φαίνεται να είναι καταγγελτικός – πιστεύω ότι θα βρει έναν μπούσουλα για την ανεύρεση εκείνων των οδών και των μονοπατιών που θα μπορούσαν, σίγουρα όχι να χτίσουν μια εναλλακτική αρρενωπότητα αλλά τουλάχιστον να γκρεμίσουν σιγά-σιγά κάποια από τα τούβλα με τα οποία είναι φτιαγμένες οι αρρενωπότητες του κινήματος, τα τούβλα. Αλλά αν ξαναγραφόταν σήμερα το κείμενο, θα προσέθετα κι ένα πιο συμπαγές προταγματικό κομμάτι στο οποίο θα προσπαθούσα να παρουσιάσω πιο ρητά και ολοκληρωμένα την πρόταση που καλόβλεπα γύρω από τη δημιουργία αμιγώς ανδρικών ομάδων που συζητάνε και πολεμάνε τις ηγεμονικές αρρενωπότητες, τις ομοφοβίες και του σεξισμούς τους. Γιατί αυτό?

Γιατί όσο περνάει ο καιρός συνειδητοποιεί κανείς, αν αποτελεί μια αρρενωπότητα σε αμφισβήτηση, ότι δεν είναι αρκετό να διαβάζει Dworkin ή Μπάτλερ και να κάνει παρέα με φεμινίστριες. Υπάρχει, πάνω από όλα, ένα ατομικό κίνητρο ή θα έπρεπε να υπάρξει ένα ατομικό κίνητρο για άμεσο περιορισμό των ανδρικών προνομίων, στο μέτρο του δυνατού. Και υπάρχει αυτή η άμεση προσωπική εμπλοκή που υπαγορεύει η φεμινιστική πολιτική, εμπλοκή την οποία είχα την τύχη να δοκιμάσω εντατικότερα, από τα μέσα του 2009 περίπου, μέσα από την εβδομαδιαία συνέλευση μιας τέτοιας ανδρικής ομάδας στις εβραϊκές γειτονιές του νοτιοανατολικού Λονδίνου. Μιλάω για αντισεξιστικές ανδρικές ομάδες που γυρεύουν την αποσταθεροποίηση των ‘ηγεμονικών αρρενωποτήτων’ που τις αποτελούν.

Κι εκεί, βέβαια, μεγάλο ρόλο μπορεί να παίξει το διάβασμα και η συζήτηση πάνω σε φεμινιστικά γραπτά αλλά αυτό είναι συνήθως μόνο η αρχή ή, τέλος πάντων, το λιγότερο που μπορεί να γίνει. Τα σημαντικότερα έρχονται μετά και, για μένα, αναγκαστικά περιλαμβάνουν προσωπικές βιωματικές καταθέσεις γύρω από την ευθύνη μας ως ανδρών. Δε θα νοούταν, λοιπόν, αντισεξιστική ομάδα ανδρών δίχως να συζητά την ατομική ευθύνη της κάθε αρρενωπότητας μέσα στην καθημερινότητα της (είναι αυτό που η δικιά μας ομάδα, είχε θέσμισει ως «ο κύκλος της ευθύνης») και, βέβαια, αυτή η ευθύνη θα μπορούσε να προσμετράται τακτικά σε συνάρτηση με την πρόοδο που κάνει κανείς απέναντι στις εξουσιαστικές πρακτικές που αναπτύσσει. Το γεγονός ότι δημιουργείται μια τέτοια ομάδα δεν σημαίνει απαραίτητα κάτι παραπάνω από μια καλή πρόθεση να αντιμετωπιστεί ο σεξισμός στα μέλη της. Για να γίνει αυτό, εξάλλου, η ομάδα δεν θα ‘πρεπε να αρκεστεί στο ‘θεραπευτικό’ της περιεχόμενο – δηλαδή στις μαρτυρίες, τη συζήτηση και τις συμβουλές – αλλά και να διατηρεί μια σχέση με την πράξη, πράξη ατομική και προσωπική αλλά και, γιατί όχι, συλλογική και δημόσια. Πρακτικός στόχος των ομάδων αυτών θα μπορούσε να είναι λοιπόν, μεταξύ άλλων, το να προδώσουμε την αρρενωπότητα μας μπροστά σε άλλους άντρες και να μην αισθανθούμε ίχνος φόβου ή ντροπής για αυτό – τα δύο μεγάλα μαστίγια με τα οποία μας επιτηρούν άλλες ηγεμονικές αρρενωπότητες. Αυτές οι ασκήσεις ετερότητας ή αυτοέκθεσης θα μπορούσαν να οικοδομήσουν, έτσι, και μια κουλτούρα εναλλακτικής αρρενωπότητας η οποία καταρχήν θα έβαζε σε δοκιμασία τα κανονικοποιημένα συμπαρομαρτούντα του στρέιτ χαρακτήρα.

Δεν ισχυρίζομαι ότι μια τέτοια ανδρική ομάδα μπορεί να φέρει τα πάνω-κάτω στην υπάρχουσα πολιτική και καλό θα ήταν να μην έχει τέτοιες αξιώσεις. Αθόρυβα, μάλλον, θα έπρεπε να εργάζεται για την αλλαγή των υποκειμενικοτήτων και των νοοτροπιών που τις κυριαρχούν παρά με σκοπό να επηρεάσει μαζικά ‘χώρους’ που είναι εξάλλου μπετοναρισμένοι εδώ και δεκαετίες. Το ‘αρνητικό’ του χαρακτήρα της θα ήταν, εξάλλου, και μια ελάχιστη μορφή άμυνας στις ομοφοβικές κριτικές που ήδη ακούω εις βάρος της: ‘θηλυπρεπής αντίσταση’, ‘ρεζίλεμα του χώρου’ κτλ.

Κομμάτι του ίδιου προτάγματος, αξιωματικά συνδεδεμένο, θα έπρεπε να είναι παράλληλα και η στάση μας απέναντι στους γυναικείους αγώνες την οποία στάση θα ‘θελα να περιγράψω με τα λόγια μιας κριτικής που έφτασε σε μένα για τις «ανδρικές άμυνες» από ένα μέλος του Café Morgenland:

«Απέναντι στις μορφές αντίστασης των γυναικών, δεν έχουμε ούτε το ελάχιστο δικαίωμα να τις εκτιμήσουμε , αλλά το απόλυτο καθήκον να τις υποστηρίζουμε, οποιαδήποτε μορφή και αν έχει αυτή η αντίσταση (ευνουχισμός, αλά Ντειβι στην Ινδία, προσποίηση, απάτη, κλεψιά, βίαιες μορφές, ρεφορμιστικές μορφές κλπ., κλπ). Πρέπει να τονίσουμε ότι οι μορφές αντίστασης των λεγόμενων γυναικών, είναι όσον αφορά την πολυμορφία τους και την ευρηματικότητα τους ΜΟΝΑΔΙΚΕΣ εμπειρίες των ανθρώπινων κοινωνιών. Όχι φυσικά λόγω της «γυναικείας πονηριάς» και ανάλογες βλακείες αλλά λόγω των, ανά τους αιώνες, καταπίεσης. Η φτώχεια στο πνεύμα και επαίσχυντη στάση απέναντι σε αυτές τις τεράστιες εμπειρίες τόσο από τους διάφορους επαναστάτες όσο και από τους φιλόσοφους τους, καταδεικνύεται στο γεγονός ότι δεν τους πέρασε καν άπω το μυαλό η ιδέα της έρευνας, της αφομοίωσης, του διδάγματος αυτής της τεράστιας εμπειρίας (ίσως για αυτό αποτυχαίνουν όλες οι επαναστάσεις, έλεγε ειρωνικά μια συντρόφισσα σε μια συζήτησή μας)».

Συνοψίζοντας όλα αυτά, ποιο σύνθημα θα προέτρεπα να υιοθετήσει σήμερα μια αρρενωπότητα του χώρου που θέλει να αλλάξει; «Καταρχήν άκου, έπειτα βούλωσε το, μετά περιόρισε τα προνόμια σου και στο τέλος ανακάλυψε την άλλη σου (έμφυλη) πλευρά».

Stepanyan, the stormy petrel
Χαλάνδρι, 16/12/2011

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s