Παρουσίαση του βιβλίου «Έλληνας ποτέ…»

της Αλεξάνδρας ΧαλκιάΤο βιβλίο του Γκολφινόπουλου είναι μία προσεκτική μελέτη ενός πολύ συγκεκριμένου και εστιασμένου τόπου του λόγου, της κάλυψης εννέα εφημερίδων για τα βίαια γεγονότα της νύχτας της 4η Σεπτεμβρίου του 2004 όταν η εθνική ομάδα της Αλβανίας κέρδισε εκείνη της Ελλάδας σε ποδοσφαιρικό αγώνα  Η νίκη των Αλβανών, που μας δείχνει το βιβλίο αυτό πως έγινε ευρέως κατανοητή ως πρόκληση, συνοδεύτηκε από ξεσπάσματα βίας.  Υπήρχαν πολλοί τραυματισμένοι και, στην Ζάκυνθο, δολοφονήθηκε ο Γκράμος Παλούσι.  Το βιβλίο ‘Έλληνας Ποτέ…’  που εξετάζει το πώς παρουσιάστηκαν αυτά τα γεγονότα στον ελληνικό τύπο, αποτελεί ένα πολύ καλό παράδειγμα της κοινωνιολογικής δουλειάς που γίνεται σήμερα διεθνώς με επικέντρωση στην εξουσία, τη βία και την παραγωγή των έμφυλων υποκειμένων με πολιτισμικά και ιστορικά συγκεκριμένους τρόπους, σε διαφορετικά συγκείμενα της ύστερης νεοτερικότητας.

Επιπλέον, το ‘Έλληνας Ποτέ…’ συμβάλλει στη διεπιστημονική βιβλιογραφία που αξιοποιεί την μέθοδο της ανάλυσης λόγου για την ακριβέστερη διερεύνηση του εθνικισμού και της διασύνδεσής του με άλλες διαστάσεις της ταυτότητας.  Ο εθνικισμός διαποτίζει τις υποκειμενικότητες και συνδιαμορφώνει διαστάσεις της ταυτότητας όπως είναι η ταξική θέση, η εθνικότητα και, πολύ σημαντικά, το φύλο ή, πιο συγκεκριμένα στην περίσταση που εξετάζεται εδώ, η αρρενωπότητα. Ο τρόπος που αυτό επιτυγχάνεται είναι μέσα από την κυκλοφορία αφηγημάτων, ή λόγων, που διεισδύουν στα μύχια του κοινωνικού σώματος και διαμορφώνουν τα πιστεύω, τις στάσεις και τις συμπεριφορές των ανθρώπων ακόμα και σε φαινομενικά άσχετες με το έθνος δραστηριότητες.  Η ανάλυση λόγου, ως μεθοδολογία, θέτει τον λόγο, το ρητό αλλά και τον άρρητο, ως προνομιούχο έδαφος για την εξέταση των κοινωνικών δυναμικών μέσα από τις οποίες διαμορφώνονται οι ταυτότητες και αναπαράγονται κοινωνικές ανισότητες.[1]

Ειδικότερα, το ‘Έλληνας Ποτέ…’ εφαρμόζει την ανάλυση λόγου στα πλαίσια μίας κατά βάση Φουκωικής εννοιολόγησης της εξουσίας, όπου η εξουσία αντιμετωπίζεται ως κάτι σύνθετο και όχι πάντα γραμμικό, κάτι που διαμορφώνεται μέσα σε συγκεκριμένα πλέγματα λόγου, μέσα σε διαφορετικά αφηγήματα που αφορούν το τι είναι σωστό, τι αλήθεια, τι φυσικό κτλ. και ιεραρχεί τις κοινωνικές σχέσεις με τρόπο που παγιώνεται μέσα στον ιστορικό χρόνο χωρίς όμως να αποτελεί μία ουσία, όπως είναι για παράδειγμα η εξουσία π.χ. για ένα ορισμένο είδος μαρξισμού. Έτσι, το ‘Έλληνας Ποτέ…’ επιχειρεί μία ανάλυση λόγου για να χαρτογραφήσει τους τρόπους με τους οποίους παράγεται ένα ευρύτερο πολιτισμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργούνται οι συνθήκες για να γίνει διανοήσιμη η βία που εκδηλώθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου του 2004.

Ταυτόχρονα, το ‘Έλληνας Ποτέ…’ προσπαθεί να ακολουθήσει τον ορισμό του φύλου ως επιτελεστική διαδικασία όπως προτείνει η Τζούντιθ Μπάτλερ (1990) (και όχι ως μίας βιολογικής πραγματικότητας ή, ακόμα, ενός κοινωνικού ρόλου).  Ιχνηλατεί δηλαδή το υλικό των εφημερίδων με στόχο μία κριτική ανάκριση του κόμβου εθνικισμού, βίας και φύλου. Τα ευρήματα της ανάλυσης υποστηρίζουν, εν ολίγοις, πως μέρος του κοινωνικού υπεδάφους που τρέφει την εθνικιστική βία είναι μία σύγκρουση διαφορετικών αρρενωποτήτων που μάχονται για κυριαρχία ως «πραγματικοί άντρες».

Το εγχείρημα του Γκολφινόπουλου εντάσσεται σε μία ευρύτερη επιστημονικο-πολιτική προσπάθεια εξέτασης, και αποσταθεροποίησης, των τρόπων που οι λόγοι παράγουν έμφυλα εθνικά υποκείμενα με «σκληρές» ταυτοποιήσεις, και ακόμα σκληρότερες συνέπειες, παρά την φαινομενικά αυξανόμενη ρευστότητα των ταυτοτήτων, στην ύστερη νεοτερικότητα. Κάτι παρόμοιο κάνω και εγώ στο βιβλίο μου που παίρνει ως αφετηρία το δημογραφικό και τις εκτρώσεις στην Ελλάδα για να εξετάσει τους τρόπους που εθνικιστικά αφηγήματα παράγουν υποκείμενα και υποκειμενικότητες, ακόμα και τα έμβρυα καθεαυτά, μέσα από την άρθρωση της «σεξουαλικότητας» αλλά και την περιχαράκωση του τι «μετράει» ως βία. Ένα άλλο παράδειγμα δουλειάς με την οποία συνομιλεί το ‘Έλληνας Ποτέ…’ είναιτο βιβλίο του Jonathan Markovitz (LegaciesofLynching: RacialViolenceandMemory, University of Minnesota Press, 2004) για την στρατηγική επίκληση της ιστορικής έννοιας του «λιντσαρίσματος» στον δημόσιο λόγο των σύγχρονων ΗΠΑ.  Εκεί ο Μάρκοβιτς παίρνει σαν αφετηρία την περίσταση της καταγγελίας για σεξουαλική παρενόχληση του αφρο-αμερικανού δικαστή Clarence Thomas από την επίσης αφρo-αμερικανίδα δικηγόρο Anita Hill για να εξιχνιάσει το πώς καθίσταται δυνατόν ένας αφρο-αμερικανός δικαστής και μέλος του Αμερικανικού Ανωτάτου Δικαστηρίου, σαφέστατα δηλαδή μέλος της πολιτικής και ταξικής ελιτ των ΗΠΑ σήμερα, να ισχυρίζεται δημοσίως ότι αποτελεί θύμα «λιντσαρίσματος», εξαιτίας μιας καταγγελίας σεξουαλικής παρενόχλησης, και μάλιστα από μια αφρo-αμερικανίδα δικηγόρος.  Στην ανάλυση της δικογραφίας, καθώς και της κάλυψης του τύπου από τον Μάρκοβιτς εντοπίζεται η ικανότητα του λόγου, και της στρατηγικής επίκλησης ιστορικά βεβαρημένων σχηματισμών του, να παράγει «θύματα» και «θύτες» με τρόπους που να περιφρουρούν την κυρίαρχη τάξη πραγμάτων.  Η έρευνα του Γκολφινόπουλου κάνει κάτι αντίστοιχο, σε μικρότερη έκταση στο βιβλίο αυτό, όταν εξετάζει το πώς δημιουργείται το πολιτισμικό έδαφος μέσα στο οποίο οι «Έλληνες» αναδύονται ως «θύματα» της ποδοσφαιρικής νίκης των «Αλβανών» και η άσκηση βίας κατά Αλβανών στην Ελλάδα γίνεται διανοήσιμη.

Αλλά σήμερα δεν θα ήθελα να επεκταθώ παραπάνω στην επιστημονική συνεισφορά του βιβλίου.  Θα πω κάτι ακόμα, όσον αφορά την πολιτική τέτοιων εγχειρημάτων, και χωρίς πολλά να του δώσουμε τον λόγο για να μας μιλήσει ο ίδιος για τις διαστάσεις που τώρα, αφού έχει τελειώσει η επίπονη δουλειά της έρευνας και συγγραφής της διπλωματικής, και της αναθεώρησης και συγγραφής του βιβλίου αυτού που ακολούθησε, βρίσκει πιο ενδιαφέρουσες και, δυνάμει, πιο χρήσιμες συγκεκριμένα για το ευρύτερο αντι-ρατσιστικό εγχείρημα στην Ελλάδα.

Το βιβλίο αυτό θέτει ένα ερώτημα που σε πρώτη ματιά μπορεί να φανεί περίεργο ή ανορθόδοξο—ουσιαστικά ρωτά πώς φτάνουμε, μέσα σε ένα κοινωνικό συγκείμενο, όπως το σύγχρονο Ελληνικό, στην εκδήλωση ανοιχτά εθνικιστικής-ρατσιστικής βίας, όπως τα γεγονότα που συνέβησαν μετά τη νίκη της ομάδας της Αλβανίας το βράδυ και τη νύχτα της 4ης Σεπτεμβρίου.  Όπως ξέρουμε, τέτοιου τύπου κρούσματα βίας συμβαίνουν ολοένα και περισσότερο τόσο σε άλλα έθνη-κράτη όπως είναι η Γερμανία, η Γαλλία και η Αγγλία όσο και εδώ στην Ελλάδα,  όπου η δημοσίευση της έκθεσης της Pro Asyl για την βία του Ελληνικού Λιμενικού Σώματος απέναντι σε πρόσφυγες διαφόρων εθνικοτήτων αποτελεί ένα μόνο ψήγμα στο ψηφιδωτό της εθνικής βίας κατά των εθνικά «άλλων».

Το βιβλίο παίρνει σαν αφετηρία τα συγκεκριμένα γεγονότα της 4ης Σεπτεμβρίου του 2004 όχι για να βρει γιατί συνέβησαν αυτά, με μία γραμμική σχέση αιτιότητας, αλλά για να εξετάσει το πώς φτάνουν γεγονότα σαν αυτά να συμβαίνουν.  Αναζητά δηλαδή τις συνθήκες που καθιστούν διανοήσιμη και πραγματοποιήσιμη την εκδήλωση ανοιχτής εθνικής ρατσιστικής βίας—λεκτικής και σωματικής– σε ένα εκσυγχρονισμένο έθνος της Δύσης που, επιπλέον, θεωρείται τόσο στα μάτια των «άλλων» όσο και στο δικό του εθνικό φαντασιωτικό, προνομιούχο όσον αφορά το δημοκρατικό του καθεστώς και παράδοση.

Από όλες τις δυνάμει συνθήκες—τον φανατισμό που χαρακτηρίζει το άθλημα του ποδοσφαίρου την συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, ή τις οικονομικές συντεταγμένες (το πώς δομείται, για παράδειγμα, με εθνική διάσταση το ταξικό σύστημα του ώριμου καπιταλισμού στην Ελλάδα), ή τις επίσημες πολιτικές (την νομοθεσία που αφορά τη μετανάστευση και τις διαδικασίες «νομιμοποίησης» μη-Ελλήνων για παράδειγμα)– ο Γκολφινόπουλος επικεντρώνεται σε αυτές που αφορούν τον «πολιτισμό» και, πιο συγκεκριμένα, το πεδίο του λόγου. Επικεντρώνεται δηλαδή στα αφηγήματα που υποφώσκουν στην κάλυψη του τύπου και που αφορούν την ελληνικότητα, το τι μετρά ως δημοκρατία, ποιος μετρά ως πραγματικά «δικός μας» και το πώς διαχειριζόμαστε (ή αδυνατούμε να διαχειριστούμε) την ετερότητα (καθιστώντας, στην καλύτερη περίπτωση, τους μετανάστες στην Ελλάδα σε ένα είδος «φιλοξενούμενων»).

Έτσι το σκόπευτρο της έρευνας κατευθύνεται ευρύτερα, πιο μακριά και πέρα από τα συγκεκριμένα περιστατικά βιαιοπραγίας εκείνης της νύχτας, και στρέφεται στο πλέγμα νοημάτων που τα περιβάλλει και τα παράγει, όπως ακριβώς παράγει και «εμάς», δηλαδή τους πολλούς και τις πολλές, που δεν συμμετείχαμε σε αυτά τα γεγονότα και που, φανταζόμαστε τουλάχιστον, πως δεν θα συμμετείχαμε ποτέ.  Φανερώνεται, μέσα από την ανάλυση του λόγου που εκφράζουν οι εννέα εφημερίδες της έρευνας για τα συγκεκριμένα γεγονότα, πως στην πραγματικότητα τα στοιχεία της βίας εμπεριέχονται ακριβώς στους τρόπους σκέψης και ομιλίας για «εμάς και τους μετανάστες» που έχουμε μάθει να θεωρούμε «φυσιολογικούς».  Κι εδώ είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι δεν μιλάμε για τους τρόπους σκέψης και ομιλίας κάποιων ακροδεξιών αλλά το πλέγμα νοημάτων που συναρθρώνουν και εφημερίδες όπως η Ελευθεροτυπία, το Βήμα και η Αυγή ακόμα.

Εν τω μεταξύ, το βιβλίο αυτό επιχειρεί να κάνει και κάτι άλλο πολύ ενδιαφέρον– φανερώνει το πώς μαζί με τις εθνικιστικές νοηματοδοτήσεις της εθνικής ταυτότητας, το συγκρουσιακό έδαφος της αρρενωπότητας, ή των διαφορετικών αρρενωποτήτων πιο σωστά, αποτελεί ένα πολύ σημαντικό μέρος της πολιτισμικής τροφής για βίαιες εκφάνσεις εθνικισμού στην Ελλάδα (πράγμα που έχει μελετηθεί σε άλλα έθνη αλλά όχι εδώ).  Βλέπουμε δηλαδή ότι όχι μόνο στο ποδόσφαιρο καθεαυτό σαν άθλημα αλλά και μέσα από την ανάλυση της κάλυψης του τύπου, σημαντικό μέρος του τι διακυβεύεται στο παιχνίδι των αναπαραστάσεων «Ελλήνων» και «Αλβανών» είναι και το ποιοι είναι οι πραγματικοί άντρες εν τέλει.  Όπως λέει χαρακτηριστικά ο Γκολφινόπουλος «… μια ποδοσφαιρική αναμέτρηση δεν κρίνει μόνο το ποιοι είναι οι «καλύτεροι» αλλά, ταυτόχρονα, και το ποιοι είναι οι (πιο)άνδρες. « (σελ.41).

Μαθαίνουμε λοιπόν, μέσα από την κριτική ανάγνωση του τύπου που αναπτύσσει ο Γκολφινόπουλος, πως μέρος της πάλης που διεξάγεται ανάμεσα στους «Έλληνες» και τους «Αλβανούς» είναι και μία διαμάχη γύρω από το κατά πόσο οι εμφανιζόμενοι ως «πραγματικοί» άντρες Έλληνες είναι πράγματι τέτοιοι, καθώς και γύρω από το κατά πόσο οι Αλβανοί, με την υποτιθέμενη κατώτερη αρρενωπότητα, στην καλύτερη περίπτωση την αρρενωπότητα του «μικρού αδερφού», είναι πράγματι «λιγότερο» άντρες, και όχι ανώτεροι, ή «αληθινοί άντρες» όπως τουλάχιστον φανερώνει η νίκη στο συγκεκριμένο αγώνα.

Προκύπτει πως, όπως δείχνει και η σχετική θεωρία την οποία παρουσιάζει στο πρώτο κεφάλαιο το βιβλίο αυτό, η αρρενωπότητα (όπως και η θηλυκότητα πρέπει να πούμε) δεν είναι μία ενιαία κατηγορία αλλά εμπεριέχει διαφοροποιήσεις (υπάρχουν πολλοί τρόποι να είναι κανείς άντρας) και, βέβαια, όλα τα είδη δεν είναι ισότιμα αλλά ιεραρχούνται έτσι ώστε η κανονιστική αρρενωπότητα ή η ηγεμονική αρρενωπότητα σε έναν δεδομένο κοινωνικό, πολιτισμικό και ιστορικό τόπο να διεκδικεί και να απολαμβάνει συμβολική ανωτερότητα σε σχέση με τις υποτελείς ή αντι-ηγεμονικές οι οποίες όλες όμως διαθλώνται, φυσικά, από άλλες διαστάσεις τις κοινωνικής ταυτότητας όπως η εθνικότητα και η ταξική θέση επίσης.

Ο Γκολφινόπουλος αναζητά το συγκείμενο λόγου, το πλέγμα αφηγήσεων που αφορούν την ελληνικότητα, μέσω του οποίου η συγκεκριμένη έκφανση βίας έγινε όχι μόνο διανοήσιμη αλλά και πραγματοποιήσιμη.  Εντοπίζοντας καίρια σημεία του πλέγματος αυτού, και διακρίνοντας την συνύφανσή τους με αφηγήματα που αφορούν την κανονιστική ελληνική αρρενωπότητα, το βιβλίο αυτό δίνει την καθαρή εικόνα μίας τρομαχτικής θα λέγαμε συμπαραγωγής.  Ο «ειρηνικός πολιτισμένος έλληνας» αποτελεί ένα είδος υποκειμένου, μια ταυτότητα με άλλα λόγια, που φτιάχνεται με τα ίδια συστατικά που παράγουν το είδος βίας του οποίου σταθήκαμε εκείνο το βράδυ μάρτυρες όλοι και όλες. Ιχνηλατείται έτσι ένας ιστός κοινωνικής παραγωγής εθνικιστικής βίας ευρύτερος από αυτόν που ίσως φανταζόμαστε και που σίγουρα περιλαμβάνει όλα τα εθνικά υποκείμενα συμπεριλαμβανομένων, σε διαφορετικούς βαθμούς ελπίζουμε, των ίδιων των μη-ρατσιστικών. Θα έλεγα δηλαδή πως αν και το βιβλίο του Γιάννη δεν ακολουθεί το συγκεκριμένο νήμα της σύγκρουσης των αρρενωποτήτων πάντα με την ίδια συνέπεια, μας δίνει ωστόσο ένα ικανό και γλαφυρό εμπειρικό έδαφος για να διαπιστώσουμε πως στον βαθμό που οι διεκδικήσεις των αρρενωποτήτων ξεγλιστρούν αόρατες από, επιστημονικές ή μη, αντι-ρατσιστικές αναλύσεις του τι διακυβεύεται στις διάφορες εκφάνσεις ρατσισμού, ο ρατσισμός, στην πραγματικότητα, προστατεύεται.

Κλείνω τούτη την σύντομη εισήγηση για το βιβλίο του Γκολφινόπουλου προτείνοντας ότι πέρα από την όποια γνώση που το βιβλίο παρέχει, μας βοηθά και να καταλάβουμε κάτι σημαντικής πολιτικής αξίας.  Ότι δηλαδή ένα βαθύτερο– και επίκαιρο όσο ποτέ — ερώτημα για όλους και όλες όσοι αντιμαχόμαστε τους ρατσισμούς (έλληνες, ελληνίδες και μη έλληνες, ελληνίδες,  άντρες, γυναίκες, επιστήμονες, ακτιβιστές, άνεργοι ή εργάτες—και όσοι κατέχουν και διαθλάσεις αυτών των ταυτοτήτων) μπορεί να είναι το κατά πόσο μπορεί να διασωθεί ως χρήσιμη και επιθυμητή κατηγορία πολιτικής ανάλυσης, αλλά και δράσης, η εθνική έμφυλη ταυτότητα ως έχει.  Προτείνω πως σημαντικό μέρος της συμβολής του βιβλίου του Γκολφινόπουλου είναι το ότι δείχνει πως ένα μέρος της δουλειάς που έχουμε μπροστά μας, μαζί με τις πορείες, τις αφισοκολλήσεις και την γενικότερη επαγρύπνηση για τις ρατσιστικές κινήσεις του έθνους-κράτους και του κεφαλαίου, είναι και η ανίχνευση και σταδιακή εφεύρεση νέων πρακτικών ταυτοποίησης και υποκειμενοποιήσης.  Πρέπει να επινοήσουμε και να βάλουμε σε πράξη νέους τρόπους του να είμαστε «άντρες» ή «γυναίκες» που «ανήκουμε» με διαφορετικούς τρόπους σε εθνικές συλλογικότητες.

Ο έρωτας για το έθνος, σαν τον έρωτα για έναν γραμμικό και ενιαίο εαυτό που «έχει» ταυτότητα, («Είμαι Ελληνίδα» «Είμαι Αλβανός»), είναι δυνατός και δεν μπορεί να απεμποληθεί, είναι σαφές. Στην παρούσα ιστορική στιγμή η κατηγορία του «Έλληνα» (όπως του Αλβανού, του Αμερικανού, του Κινέζου κτλ) δεν μπορεί να διαλυθεί, και οι περισσότεροι, μυστικά ή όχι, δεν επιθυμούμε να την διαλύσουμε.  Να επανανοηματοδοτηθεί όμως, ενδεχομένως,  μπορεί. Έτσι ώστε να πούμε, χωρίς τα αποσιωπητικά, και οι Έλληνες για τον δικό μας εαυτό, τουλάχιστον με τον παραδοσιακό τρόπο ταυτοποίησης, «Έλληνας, (ή Ελληνίδα), ποτέ!».  Το έθνος δεν μπορεί να εξοριστεί από μέσα μας σε αυτήν την ιστορική συγκυρία καθώς, εκτιμώ, κάτι τέτοιο θα αποτελούσε μία τεχνητή κίνηση και ένα είδος ακρωτηριασμού του εαυτού που θα επεφύλασσε συνέπειες σκλήρυνσης αγκυλώσεων άλλων.  Όμως, οι τρόποι που το ενσωματώνουμε, όπως και οι τρόποι που θεωρούμε πως «είμαστε» «άντρες ή γυναίκες» μπορούν να αλλάξουν τη φόρτισή τους, τη σήμανσή τους, να μετατραπεί το πεδίο της ταυτοποίησης σε ένα πεδίο θετικό για την εμβάθυνση και ανάπτυξη διαφορετικών, επαναστατικών και αλληλέγγυων, πάντα επιθυμητικών, συλλογικοτήτων. Το ζητούμενο είναι η δημιουργία συλλογικοτήτων που να μετουσιώνουν τη βία που εμπεριέχει πάντα η όποια διαδικασία ταυτοποίησης –με ή χωρίς ένα έθνος ή και περισσότερα, με ένα φύλο ή και περισσότερα – σε άλλες, αντι-ηγεμονικές, περισσότερο βιώσιμες και δημιουργικές δυναμικές. Πέρα από την επιστημονική του συμβολή, και πέρα από την συνεισφορά του στην κατανόηση του ελληνικού ρατσισμού και της βίας, το βιβλίο του Γιάννη Γκολφινόπουλου σκιαγραφεί ένα νέο έδαφος πολιτικής δράσης κινητοποιώντας μας, μέσα από την ανάδειξη των συνδέσεων ανάμεσα στις ταυτοποιητικές πρακτικές λόγου και την βία, προς μία κατεύθυνση τέτοια.

[Παρουσίαση του βιβλίου Γκολφινόπουλος, Γιάννης,  ‘Έλληνας Ποτέ…’ Αλβανοί και Ελληνικός Τύπος τη Νύχτα της 4ης Σεπτεμβρίου 2004,  εκδόσεις ισνάφι, Ιωάννινα, 2007, στην εκδήλωση του Terminal 119 με το Στέκι Αλβανών, την Αλεξάνδρα Χαλκιά και τον Γιάννη Γκολφινόπουλο στη Θεσσαλονίκη, 27 Μαρτίου, 2009.]


[1] Η χρήση της ανάλυσης λόγου, και όχι της ανάλυσης περιεχομένου με την οποία συχνά συγχέεται, με μία μέριμνα ειδικά για τη διαπλοκή των αρρενωποτήτων με εθνικιστικά αφηγήματα, πραγματοποιείται σε σημεία με οξυδέρκεια στο βιβλίο του Γκολφινόπουλου, χωρίς όμως να αναπτύσσεται επαρκώς για να φτάσει στο κόκαλο του κόμβου «άντρας=Έλληνας εθνικιστής». Στην Ελλάδα, η χρήση της ανάλυσης λόγου για την εξέταση της συγκεκριμένης συνύφανσης παραμένει καινούριο εγχείρημα καθώς διαπιστώνεται έμμεσα στο συνολικό εγχείρημα του βιβλίου του Φώτη Πολίτη για τα αγόρια στο σχολείο, Οι «ανδρικές ταυτότητες» στο σχολείο: Ετεροσεξουαλικότητα, ομοφυλοφοβία και μισογυνισμός, εκδόσεις Επίκεντρο, Αθήνα, 2006, και ρητά σε σημεία του βιβλίου του Άκη Γαβριηλίδη Η αθεράπευτη νεκροφιλία του ριζοσπαστικού πατριωτισμού: Ρίτσος-Ελύτης-Θεοδωράκης-Σβορώνος, εκδόσεις Futura, Αθήνα, 2007.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s