Πάσχα

Πήγα στην Κρήτη να ζήσω και να γράψω. Δεν γνώριζα πολλά για το νησί πέρα από το ότι η συγκάτοικός μου ήταν από εκεί. Αυτό που βρήκα ήταν ο παράδεισος επί της γης. Ο γαλανότερος ουρανός. Το νερό να έχει λωρίδες τυρκουάζ, λεβάντας και ασημιού. Βράχοι τόσο παλιοί που είχαν κάτω από τις αιχμηρές τους πλευρές ολόκληρες ιστορίες γραμμένες πάνω τους. Μισό μέτρο τουλίπες οπίου, κατακόκκινες. Ένα πρωτόγονο λιμάνι. Σπηλιές, όπου ζούσαν οι άνθρωποι. Χωρικοί που κατέβαιναν από τα βουνά στις πόλεις για να ακούσουν πολιτικές ομιλίες – ολόκληρες οικογένειες σε ξύλινα κάρα που τα τραβούσαν μουλάρια, με έναν γέρο να οδηγεί το μουλάρι. Το φως που συνδύαζε το λαμπερό κίτρινο και το λαμπερό λευκό, που δεν έφευγε ποτέ. Ακόμα και τη νύχτα, μέσα κάπως από το σκοτάδι, το φως θα ήταν φανερό, μια πρόδηλη παρουσία, και στο βαθύτερο σκοτάδι της νύχτας, μπορούσες να δεις και το πιο μικρό βότσαλο δίπλα στα πόδια σου. Ήταν ένα νησί όπου γυναίκες μαυροφορεμένες θα μαγείρευαν σε κουζίνες γκαζιού Bunsen, όπου οι ελιές ήταν άφθονες κι όπου υπήρχε μια οικουμενική πολιτική του ‘μη με αγγίζεις’ (noli me tangere) η οποία προερχόταν από τα 400 χρόνια τουρκικής κατοχής, καθώς και τη ναζιστική κατοχή. Οι άνθρωποι ήταν αγριωποί και περήφανοι και κάποιες φορές τρομερά θλιμμένοι.

Μια μέρα το μέρος άλλαξε για μένα. Ήταν Πάσχα. Ήμουν με μια αγγλίδα φίλη και έναν έλληνα εραστή μου. Οι δρόμοι άρχισαν να γεμίζουν με συμμορίες αντρών που κρατούσαν αναμμένους δαυλούς. Έμοιαζαν λιγάκι με την Κου-Κλουξ-Κλαν. Οι προθέσεις τους δε μοιάζανε φιλικές. Ο έλληνας φίλος μου, μου εξήγησε πως ψάχνανε για Εβραίους, τους φονιάδες του Χριστού. Τέτοια ήμουν εγώ. Η παρέα μου κι εγώ κρυφτήκαμε πίσω από μια κολόνα μιας εκκλησίας. Δε νομίζω να υπήρχαν άλλοι Εβραίοι στο νησί πέρα από μένα, επειδή αυτό το ψάξιμο για φονιάδες του Χριστού γινόταν χρόνο με το χρόνο, ακόμη και πριν την τούρκικη κατοχή. Αναρωτιόμουν αν οι ομάδες αυτές των αντρών θα με σκότωναν. Πίστευα ότι θα το ‘καναν. Φοβόμουν, μα το χειρότερο ήταν πως φοβόμουν πως ο έλληνας φίλος μου θα με πρόδιδε – «να τη, η Εβραία». Ήμουν εγώ που ήμουν η άπιστη, μιας και το ερώτημα αυτό βασάνιζε το μυαλό μου και την καρδιά μου. Αναρωτιόμουν τι θα γίνει αν μας έβρισκαν οι δαυλοί, αν μας αντιλαμβάνονταν και μας έπαιρναν μαζί τους. Αναρωτιόμουν αν θα έβγαινε μπροστά ο εραστής μου για να με υπερασπιστεί σε μια τέτοια περίπτωση. Αναρωτιόμουν πως γίνεται οι άνθρωποι με τους οποίους ζούσα μαζί να μετατρέπονται σε ένα κακεντρεχές πλήθος, ένα πλήθος μίσους. Αν δεν υπήρχαν άλλοι Εβραίοι στο νησί, ήταν επειδή είτε είχαν σκοτωθεί είτε είχαν φύγει (η τουριστική περίοδος δεν είχε ακόμα ξεκινήσει).

Την επόμενη μέρα έφηβοι πέσανε στη θάλασσα του Αιγαίου για να ψάξουν έναν διακοσμημένο σταυρό που είχε ευλογήσει ένας Ορθόδοξος παπάς και τον είχε πετάξει στο νερό. Ένα αγόρι τον βρήκε και αναδύθηκε σα μια φινετσάτη φάλαινα από το νερό, με το σταυρό υψωμένο πάνω από το κεφάλι του, όσο πιο ψηλά μπορούσε να τον κρατήσει. Ο ήλιος κι ο σταυρός συνδυάστηκαν σε μια εκπληκτική λάμψη, το φυσικό και το τεχνητό έδιναν στο αγόρι την όψη κάποιου είδους θρησκευτικού πρίγκιπα. Ήταν όμορφα και άγρια και μπορούσα να δω μέσα εκεί τον εαυτό μου να αιμορραγεί την προηγούμενη μέρα, ένα πτώμα πάνω σε παγωμένες πέτρες.

Andrea Dworkin

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s