«Λαμβάνοντας μέρος στην ιστορική μάχη για έναν καλύτερο κόσμο»

ΣυνέντευξημετοDe Fabel van de Illegal

(Ιούλιος 2005) Διεξήχθη από τον Yves Coleman του Ni patrie ni frontières

Το De Fabel van de illegaal (The myth of illegality) είναι μια ριζοσπαστική αριστερή οργάνωση στο Leyden της Ολλανδίας.  Επικεντρώνει τη δράση του γύρω από το ρατσισμό και τον έλεγχο της μετανάστευσης. Η ομάδα αποτελείται από εφτά άτομα. Πήραμε μια συνέντευξη από τους τέσσερις από αυτούς.

Ποια ήταν ακριβώς η κατάσταση στην ολλανδική ριζοσπαστική αριστερά όταν εσείς αρχίσατε να ενδιαφέρεστε με τα πολιτικά;

Eric Krebbers: «Εγώ άρχισα να ασχολούμαι τη δεκαετία του 80’. Σε σύγκριση με το σήμερα, η ριζοσπαστική αριστερά τότε είχε μεγάλη ανάπτυξη. Στις αρχές του 80’ πολλοί νέοι άνθρωποι έτρεφαν πολύ θετικά αισθήματα γύρω από το κίνημα των καταλήψεων. Οι φίλοι μου κι εγώ τότε δεν ήμασταν ακριβώς μέσα στις καταλήψεις, αλλά όπως και πολλοί άλλοι, ακούγαμε το ραδιόφωνο κατά τις τεράστιες εξεγέρσεις στο Άμστερνταμ στις 30 Απριλίου 1980. Εκείνη την ημέρα, η Βεατρίκη έγινε η νέα βασίλισσα αλλά το κίνημα των καταλήψεων είχε ήδη πει «Χωρίς σπίτια, Χωρίς στέμμα». Το Άμστερνταμ έγινε ένα πεδίο μάχης, γεμάτο οδοφράγματα και δακρυγόνα, και οι καταληψίες σχεδόν κατάφεραν να μπουν στην εκκλησία στην οποία λάμβανε χώρα η στέψη. Δεν ήταν μια χαρούμενη μέρα για τη μοναρχία. Τα επόμενα χρόνια πολλές εκκενώσεις καταλήψεων κατέληξαν σε ατελείωτες οδομαχίες, με την κυβέρνηση να κατεβάζει ακόμη και τα τανκς. Νομίζω ότι η πλειοψηφία των νέων ανθρώπων εκείνες τις μέρες – ήμουν 18 το 1980 – είχαν εντυπωσιαστεί από το κίνημα των καταλήψεων, την ενεργητικότητά του και την αντι-εξουσιαστική, diy νοοτροπία του. επίσης σημαντικό ήταν το γεγονός πως υπήρχε μια δεξιά κυβέρνηση για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια. Άρχιζε να κόβει τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων, την κοινωνική ασφάλιση, τα επιδόματα κοκ. Αυτό οδήγησε σε πολλές απεργίες. Και η κυβέρνηση θέλησε επίσης να επιτρέψει να τοποθετηθούν πυρυνικοί πύραυλοι από τις ΗΠΑ σε στρατιωτικές βάσεις στην Ολλανδία. Αυτό οδήγησε στις δύο μεγαλύτερες διαδηλώσεις που έχουν γίνει ποτέ στην Ολλανδία. Το Άμστερνταμ είδε 400,000 διαδηλωτές στις 21 Νοέμβρη του 1981 και η Χάγη 550,000 διαδηλωτές στις 29 Οκτώβρη του 1983. Νομίζω ότι όλα αυτά είχαν ένα μεγάλο αντίκτυπο στη γενιά μας, ακόμη κι αν εγώ δεν ημούν στους δρόμους. Ήταν σαν να διαδήλωνε ο καθένας/ η καθεμιά. Το κίνημα των καταλήψεων γρήγορα συγκρότησε μια ριζοσπαστική πτέρυγα αυτού του γιγαντιαίου κινήματος. Το ίδιο συνέβη και με το κίνημα ενάντια στο apartheid στη Νότιο Αφρική, το οποίο είχε γίνει το κεντρικότερο θέμα για την αριστερά και την άκρα αριστερά στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 80’. Νομίζω ότι αυτή η κεντρικότητα είχε πολλά να κάνει με το ότι η Νότια Αφρική υπήρξε μια πρώην ολλανδική αποικία. Το κίνημα της ριζοσπαστικής αριστεράς γρήγορα υιοθέτησε την εκστρατεία ενάντια στην αγγλο-ολλανδική εταιρεία Shell και προσπάθησε να την εξαναγκάσει να σταματήσει να συνεργάζεται με το καθεστώς του apartheid. Η militant οργάνωση RARA (Ριζοσπαστική Αντι-Ρατσιστική Δράση) έκαψε διάφορες αποθήκες της εταιρείας Makro, προκαλώντας ζημία εκατομμυρίων ευρώ και εξαναγκάζοντας, έτσι, την εταιρεία να φύγει από τη Νότια Αφρική. Όλα αυτά τα θέματα και τα κινήματα είχαν μια προφανή επιρροή σχεδόν σε όλες/-ους μας στο De Fabel, οι οποίοι τότε ήμασταν αρκετά μεγάλοι για να τα κρίνουμε.

Και πως, πότε και γιατί σχηματίσατε το De Fabel;
Harry Westerink: «Το De Fabel ξεκίνησε στις αρχές του 90’. Αλλά, όπως κι ο Eric, έτσι κι εγώ ενδιαφέρθηκα για τα πολιτικά κατά τη διάρκεια του 80’, ιδιαίτερα κατά τις καμπάνιες ενάντια στο ρατσισμό, το άπαρτχαϊντ, την πυρηνική ενέργεια και τα πυρηνικά όπλα. Εκείνα τα χρόνια, υπήρχαν πολύ περισσότερες ακροαριστερές, εξω-κοινοβουλευτικές και επαναστατικές ομάδες. Τα κοινωνικά κινήματα ήταν πολύ μεγαλύτερα και ήταν περισσότερα τα αριστερά πολιτικά κόμματα. Εγώ ξεκίνησα να δουλεύω για ένα αριστερό βιβλιοπωλείο στο Leyden όταν στα 24 είχα τελειώσει τη νομική. Αργότερα, μπήκα και σε ένα από τα λεγόμενα «μαγαζιά του Τρίτου Κόσμου», το οποίο πουλούσε προϊόντα ελεύθερου εμπορίου (fair trade products). Και οι δύο ήταν απλήρωτες δουλειές. Στο βιβλιοπωλείο μιλούσα πολύ με τους πελάτες, κυρίως ακτιβιστές οι οποίοι έφερναν το δικό τους υλικό. Αργότερα, μπήκα σε διάφορες ομάδες δράσης, όπως μια τοπική αντι-άπαρτχαϊντ ομάδα. Έκανα επίσης κάποια δουλειά για ομάδες δράσης ενάντια στην πυρηνική ενέργεια και τα πυρηνικά όπλα. Ήμουν σαν ελεύθερος επαγγελματίας και το έκανα σα χόμπι. Φυσικά, το είχα πάρει στα σοβαρά αλλά δεν ήταν μια δραστηριότητα «πλήρους απασχόλησης». Ήξερες κάποιον και αυτό το άτομο σου ζητούσε βοήθεια για κάτι ή σε καλούσε σε μια συνέλευση ή μια πορεία. Στα τέλη του 80’ γύρεψα μια πιο καθημερινή πολιτική ζωή. Ήμουν στα 30 μου και ήθελα κάποια δομή στις δραστηριότητές μου. Εκείνη την εποχή οι ιδέες μου ανήκαν στη ριζοσπαστική αριστερά και γύρευα συντρόφους. Στις αρχές του 90’ ξεκινήσαμε ένα κέντρο (αντι)πληροφόρησης που λεγόταν De Invalshoek (Προοπτική) σε ένα άδειο γραφείο, έναν όροφο πάνω από το βιβλιοπωλείο. Είχε μια βιβλιοθήκη και ήταν κυρίως ένα μέρος για να συναντιούνται ακτιβιστές και να κάνουν τις συνελεύσεις τους. Δυστυχώς, εκείνη την εποχή τα κοινωνικά κινήματα κατέρρεαν με ραγδαίους ρυθμούς. Το Τείχος του Βερολίνου είχε πέσει και τα επαναστατικά κινήματα σε όλο τον κόσμο έχασαν το momentum τους. Η πίστη ότι κάποιος θα μπορούσε να αλλάξει την κοινωνία προς το καλύτερο, εξαφανιζόταν γρήγορα. Οι περισσότεροι άνθρωποι άρχισαν να πιστεύουν ότι η κοινωνική δημοκρατία αποτελούσε την καλύτερη επιλογή. Σύντομα, η ριζοσπαστική αριστερά στην Ολλανδία αποτελούσε απλώς λίγες εκατοντάδες ανθρώπων.

Eric Krebbers: «Ασχολήθηκα σοβαρά με τα πολιτικά γύρω στα 1984, κυρίως μέσα από πολύ διάβασμα. Δεν ήταν και πολύ ωραία η ζωή μου ως τότε. Είχα αποτύχει στις σπουδές μου στη φυσική και περίμενα να με καλέσει ο στρατός. Μπήκα στην ένωση κοινωνικών δημοκρατικών στρατιωτών. Μετά σπούδασα ψυχολογία και συνέχιζα να διαβάζω κοινωνιολογία, σοσιαλισμό, ουμανισμό, αναρχισμό, κομμουνισμό κοκ. Δε συμπαθούσα κανένα πολιτικό κόμμα. Μετά βρήκα το βιβλιοπωλείο του Harry και ανακάλυψα κάθε αριστερό περιοδικό όπου οι θεωρητικές μου ιδέες βρήκαν ένα πρακτικό αντίκτυπο. Διάβασα για παράδειγμα, για τις ριζοσπαστικές δράσεις ενάντια στη Shell, για το ότι κόπηκαν εκατοντάδες μάνικες βενζίνης σε βενζινάδικα σε όλη τη χώρα. Αλλά λόγω της παράνομης φύσης αυτών των δράσεων, δεν ήξερα ποιοι ήταν αυτοί οι ακτιβιστές και έτσι δεν μπορούσα να τους πλαισιώσω. Πλαισίωσα, όμως, το κίνημα αντι-ψυχιατρικής, στο οποίο δεχόμασταν ασθενείς που δραπέτευαν από κλειστά ψυχιατρικά ιδρύματα και οργανώναμε δράσεις ενάντια στα ηλεκτροσοκ, τους θαλάμους απομόνωσης και την δια της βίας χορήγηση φαρμάκων. Δεν ήθελα απλώς να βοηθήσω αυτούς τους ανθρώπους, αλλά να αλλάξω ριζικά το όλο σύστημα. Στις αρχές του 90’, όταν ήμουν 27 χρονών, βρέθηκα με τον Harry και τρέξαμε μαζί τα σχέδιά του για ένα κέντρο (αντι)πληροφόρησης».

Ellen de Waard: «Γύρω στα 1987, ενώ σπούδαζα ψυχολογία, άρχισε να με ενδιαφέρει ο φεμινισμός. Άρχισα να κατανοώ τις πολιτικές ρίζες των πραγμάτων που έβλεπα και βίωνα στην καθημερινή ζωή. Σύντομα, παθιάστηκα πολύ με το φεμινισμό και ιδιαίτερα με τη βία εναντίον των γυναικών. Εκείνη την εποχή κατέβηκα και στην πρώτη μου διαδήλωση. Ήταν ενάντια στις τότε προτεινόμενες περικοπές της οικονομικής βοήθειας των φοιτητών. Η διαδήλωση εκείνη μου έδωσε πραγματικά μια δόση αδρεναλίνης. Υπήρχαν χιλιάδες φοιτητές και αστυνομικοί με άλογα και υπήρχε πολύς παλμός και συνθήματα. Οι ιδέες μου ριζοσπαστικοποιήθηκαν σταδιακά. Συμμετείχα έπειτα σε μια ομάδα γυναικών που είχε στήσε μια γραμμή βοήθειας για θύματα σεξουαλικής βίας. Στα 1990, όταν ήμουν 28 χρονών, συμμετείχα σε μια καινούργια ομάδα που λεγόταν Sappho, η οποία συναντιόταν στο κέντρο (αντι)πληροφόρησης του De Invalshoek. Οργανώναμε συζητήσεις και μικρές δράσεις. Ένα χρόνο μετά ξεκίνησα να γράφω άρθρα για το δικό μας τοπικό περιοδικό De Peueraar, κυρίως γύρω από το φεμινισμό και το ρατσισμό. Εκείνη την εποχή, το φεμινιστικό κίνημα ήταν σε παρακμή. Πολύς κόσμος πίστευε πως η δουλειά είχε γίνει, πλέον οι γυναίκες και οι ομοφυλόφιλοι ήταν σχεδόν ίσοι στο νομικό επίπεδο. Αλλά για μένα ο φεμινισμός είχε ένα πιο επαναστατικό νόημα. Η κοινωνία δεν έχει αλλάξει θεμελιακά και η οικογενειακή βία, για παράδειγμα, είναι ακόμη ένα τεράστιο πρόβλημα. Σήμερα δουλεύω σε μια οργάνωση ενάντια στην οικογενειακή βία που πληρώνεται από από το δημοτικό συμβούλιο. Αλλά στην πολιτική μου ζωή, στο De Fabel van de illegaal, πλέον δεν εστιάζω στον φεμινισμό».

Jan Tas: «Οι γονείς μου ήταν κάτι σαν hippies, χωρίς να κάνουν και πολλά. Ζούσαμε σε ένα μικρό χωριό. Είχαν ένα φίλο αναρχικό, ο οποίος μου είχε δείξει ό,τι βιβλίο υπήρχε και δεν υπήρχε. Αργότερα άρχισα να πηγαίνω σε punk συναυλίες και ανέπτυξα κάποιες αριστερές ιδέες, καθώς και για τα δικαιώματα των ζώων. Παράτησα το σχολείο το 1999 και ακολούθησα κάποιους φίλους μου που πήγαν να σπουδάσουν στο Leyden. Έγινα δραστήριος, όπως κι αυτοί, στην αναρχική αντι-ΕΕ ομάδα EuroDusnie («Europe? No Way!», «Ευρώπη; Δεν υπάρχει περίπτωση!»). Στην αρχή είχα ενοχληθεί με το De Fabel επειδή ο Eric είχε γράψει ένα άρθρο για τις δεξιές τάσεις μέσα στην punk σκηνή καθώς και σε αυτήν για τα δικαιώματα των ζώων. Πολύς κόσμος και στην EuroDusnie ασκούσαν, επίσης, κριτική στο De Fabel επειδή παράτησε το κίνημα αντι-παγκοσμιοποίησης δίνοντας έμφαση τα εθνικιστικά και εν δυνάμει αντισημιτικά χαρακτηριστικά του κινήματος αυτού. Αλλά λίγους μήνες μετά αποφάσισα να συμμετάσχω στην «ώρα του συμβούλου» που έχει το De Fabel  για τους αδήλωτους μετανάστες. Όταν ήμουν στην EuroDusnie συχνά έπρεπε να υπερασπίζομαι το De Fabel. Μου άρεσε ο τρόπος που το De Fabel δούλευε. Έκαναν πολλές σοβαρές συζητήσεις και προσπαθούσαν από κοινού να σχηματίσουν πολιτικές απόψεις. Μπορείς να πεις ότι ξεκίνησα την αριστερή πολιτική μου καριέρα στο De Fabel στις αρχές του 2000, όταν ήμουν 20 χρονών».

Με τι είχε να κάνει το De Fabel αρχικά;
Eric: «Με το κέντρο (αντι)πληροφόρησής μας, το De Invalshoek (Perspective) θέλαμε να φέρουμε κοντά κόσμο, ομάδες, τάσεις και ιδέες σε τοπικό επίπεδο. Με την κρίση στην αριστερά μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, θελήσαμε να ανανεώσουμε τις ιδέες και τις πρακτικές της ριζοσπαστικής αριστεράς. Ξεκινήσαμε με 15 άτομα και γρήγορα γίναμε 60 ή και παραπάνω, χωρισμένοι σε 12 ή 15 διαφορετικές ομάδες. Βοηθήσαμε επίσης κόσμο από άλλες ολλανδικές πόλεις που ήθελαν να ξεκινήσουν παρόμοιες πρωτοβουλίες. Το 1992 υπήρχαν γύρω στα 7 κέντρα (αντι)πληροφόρησης στην Ολλανδία και ήμασταν σε επαφή με δεκάδες άλλα στη Γερμανία, την Ελβετία, την Ιταλία, τη Γαλλία και την Ισπανία. Μαζί με αυτά, προσπαθήσαμε να χτίσουμε ένα ισχυρό διεθνές δίκτυο. Αυτό εν τέλει απέτυχε και λίγο αργότερα οι εθνικές δομές των κέντρων πληροφόρησης κατέρρευσαν κι αυτές».

Τι συνέβη στην οργάνωση;

Eric: «Αυτή η κεντρική ομάδα των 15 ανθρώπων, συμπεριλαμβανόμενων του Harry και εμένα, κατάφερε τη διαχείριση του κέντρου σε καθημερινή βάση. Η εγκατάσταση χρησιμοποιούταν από μια ομάδα ομοφυλόφιλων, μια φεμινιστική ομάδα, μια ομάδα για τα δικαιώματα των ζώων, μια vegetarian κολεκτίβα φαγητού, μια περιβαλλοντική ομάδα, μια οργάνωση ανέργων, καταληψίες κτλ. Διοργανώναμε επίσης τις δικές μας συνελεύσεις, καμπάνιες και δράσεις για θέματα όπως ο αντι-ιμπεριαλισμός, ο ρατσισμός, η πατριαρχία, η ελαστική εργασία, η μετανάστευση, η ευρωπαϊκή ενοποίηση κοκ. Και εκδίδαμε το περιοδικό μας, το De Peueraar (ένα όνομα που υπάρχει εδώ και αιώνες και δινόταν στους φτωχούς ανθρώπους που ψάρευαν στα κανάλια του Leyden). Γράψαμε για τις δραστηριότητες αυτών των ανθρώπων και πήραμε συνεντεύξεις από πάρα πολλούς ανθρώπους σε όλη την πόλη. Αλλά μετά από τέσσερα χρόνια, οι πιο πολλές ομάδες είχαν σταματήσει».

Ellen: «Δύο χρόνια νωρίτερα, οι πολιτικοί είχαν αρχίσει να κατηγορούν τους μετανάστες ότι ήταν εγκληματίες και ότι εκμεταλλεύονταν το κράτος πρόνοιας κτλ. Ο Frits Bolkestein, ο οποίος αργότερα έγινε επίτροπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήταν που ηγούταν αυτής της εκστρατείας. Νέοι σκληροί νόμοι ενάντια στη μετανάστευση επιβλήθηκαν. Έτσι αποφασίσαμε να εστιάσουμε κυρίως στα ζητήματα του ρατσισμού και της μετανάστευσης και αλλάξαμε το όνομά μας σε De Fabel van de illegaal. Με αυτό το όνομα θέλαμε να ξεκαθαρίσουμε ότι κανένας δεν είναι παράνομος και ότι μας λένε μύθους για τους μετανάστες. Σήμερα ακόμη προσπαθούμε να ανασυγκροτήσουμε τη ριζοσπαστική Αριστερά και να ανανεώσουμε τις ιδέες της. Αλλά περισσότερο υποστηρίζουμε τους μετανάστες και τους πρόσφυγες τώρα, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Κάνουμε επίσης και κάποια αντι-φασιστική δουλειά και εκδίδουμε όλα αυτά τα πράγματα στο περιοδικό μας.

Πως επιλέγετε, εκπαιδεύετε και ενσωματώνετε νέους militants στο De Fabel;
Ellen: «Στην πραγματικότητα, δεν ψάχνουμε για νέους ανθρώπους. Κάποιες φορές, ακτιβιστές αφού μάθουν για τις δράσεις μας ή το περιοδικό μας, μας ρωτάνε αν μπορούν να μας πλαισιώσουν. Και κάποιες φορές μετανάστες θέλουν να έρθουν σε μας αφού επισκεπτούν κατά τη διάρκεια της «ώρας του συμβούλου» που έχουμε. Φυσικά, δεν επιτρέπουμε στον καθένα να έρθει στην ομάδα. Δεν είναι αρκετό να θέλει κάποιος να βοηθήσει τους «αδήλωτους» (μη καταγεγραμένους) ανθρώπους. Δε θέλουμε ανθρώπους για κοινωνική εργασία. Είμαστε πολιτική οργάνωση. Και δεν μπορείς να συμμετέχεις απλά για δύο μήνες, επειδή παίρνει αρκετό χρόνο να γνωρίσεις τις ιδέες της οργάνωσης. Φυσικά, όταν μπεις, δε χρειάζεται να σκέφτεσαι σαν κι εμάς, αλλά πρέπει να είσαι ανοιχτόμυαλος σε σχέση με αυτά που υποστηρίζουμε. Για κάποια νέα μέλη μπορεί να είναι δύσκολο να δεχτούν ότι ασκούμε και κριτική στην Αριστερά, ότι υποστηρίζουμε τους αγώνες των μεταναστών, αλλά μπορούμε επίσης να είμαστε και κριτικοί για παράδειγμα στον αραβικό εθνικισμό. Οι νέοι άνθρωποι καταρχάς προσκαλούνται σε μια κουβέντα σχετικά με το τι γνωρίζουν για εμάς, τι θέλουν να κάνουν και πόσες ώρες την εβδομάδα μπορούν να ξοδέψουν για αυτό το πράγμα. Φυσικά, τους λέμε τι κάνουμε και τι ζητάμε από τους ανθρώπους αυτούς. Στη δεκαπενθήμερη συνάντησή μας, μετά, αποφασίζουμε αν το άτομο αυτό είναι καλοδεχούμενο. Έπειτα, ένας από εμάς γίνεται ο μέντορας του ατόμου και τον ή την «ξεναγεί» για δύο μήνες. Είναι σα μικρό σεμινάριο. Μετά από αυτή την περίοδο αποφασίζουμε από κοινού με τον νέο-εισελθέντα για το αν αυτός ή αυτή και το De Fabel ταιριάζουν πολιτικά και προσωπικά».

Harry: «Στο At De Fabel δεν μπορείς να είσαι παθητικό μέλος. Δεν έχουμε συντονιστή που σου λέει τι να κάνεις. Οπότε, περιμένουμε από τα μέλη να είναι ενεργά, να παίρνουν πρωτοβουλίες και να συνεισφέρουν στη συλλογικότητα. Με αυτή την έννοια είμαστε εντελώς διαφορετικοί από τα μεγάλα πολιτικά κόμματα. Είμαστε μικρή οργάνωση αλλά ο καθένας είναι ενεργός».

Eric: «Μπορεί να είναι δύσκολο για τα νέα μέλη να καταλάβουν τον τρόπο με τον οποίο είμαστε αυτόνομοι μέσα στη συλλογικότητα. Είναι ένα πολιτικό αίσθημα που είναι πάρα πολύ συνδεδεμένο με τα πρωτύτερα κινήματα της αυτονομίας και των καταλήψεων. Οι πιο πολλοί άνθρωποι δεν το έχουν συνηθίσει αυτό. Στο σχολείο και στη δουλειά πάντα τους λένε να υπακούουν και περιμένουν από τους άλλους ανθρώπους να τους λένε τι να κάνουν. Αλλά μετά από λίγα χρόνια στο De Fabel ο κόσμος όντως αναπτύσσει μια άλλη, πιο αυτόνομη προσωπικότητα. Και αυτός είναι ένας πολύ βασικός τρόπος με τον οποίο τα νέα μέλη εκπαιδεύονται στο De Fabel. Συχνά, όταν κάποιος αφήνει το De Fabel έχει μεγάλες δυσκολίες στο να επανενταχτεί σε πιο παραδοσιακές ιεραρχικές δομές».

Ellen: «Δεν έχουμε ιεραρχία. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι ο καθένας, με τη σειρά του, πρέπει να καθαρίσει την τουαλέτα. Περιμένουμε επίσης από το κάθε μέλος να συμμετέχει στις συναντήσεις μας και να είναι στο γραφείο τουλάχιστον ένα απόγευμα κάθε εβδομάδα για να ανοίγει την πόρτα, να απαντάει στα τηλέφωνα και να δείχνει στους επισκέπτες τη βιβλιοθήκη. Πέρα από αυτά, πρέπει να συμμετέχει σε μία τουλάχιστον από τις ομάδες εργασίας μας, στην ατομική ή στη συλλογική υποστήριξη, στο αντι-φασιστικό, στο περιοδικό, στα οικονομικά κτλ».

Jan: «Δεν μπορεί ο καθένας αμέσως να συμμετάσχει στην ομάδα των συγγραφέων. Πρέπει να είσαι ικανός να εκφράσεις τις ιδέες που έχουμε αναπτύξει όλα αυτά τα χρόνια. Δεν μπορούμε να έχουμε κάποιο νέο μέλος να γράφει ξαφνικά κάτι θετικό για τον καπιταλισμό, την πατριαρχία ή το ρατσισμό. Όταν κάποιο από τα μέλη γράφει ένα άρθρο, πάντα το συζητάμε συλλογικά πριν το δημοσιεύσουμε. Αυτό είναι βασικό. Τεχνικά, εγώ ο ίδιος είμαι απαίσιος συγγραφέας. Αλλά ο Harry και ο Eric πάντοτε με διόρθωναν και με το να συζητάμε τα λάθη μου, έμαθα πολλά. Εκπαιδεύουμε, έτσι, ο ένας τον άλλον».

Eric: «Προτείνουμε στα νέα μέλη να διαβάσουν συγκεκριμένα βιβλία και φυσικά πολύ υλικό που έχουμε γράψει εμείς οι ίδιοι. Έχουμε μαζέψει τα πιο σημαντικά θεωρητικά άρθρα που έχουμε γράψει στα τελευταία 15 χρόνια σε μπροσούρες. Και ο μέντορας και οι υπόλοιποι τα συζητάνε με τα νέα μέλη. Αυτό αποτελεί μια πολιτική εκπαίδευση. Και, φυσικά, μαθαίνουμε κι εμείς από τα νέα μέλη. Οι νέοι άνθρωποι μπορεί να φέρουν νέες ιδέες. Πρέπει επίσης να είμαστε ανοιχτόμυαλοι σε σχέση με αυτά που λένε αυτοί. Προσπαθούμε, επίσης, να μάθουμε από μέλη τα οποία φεύγουν από το De Fabel, με το να συζητάμε μαζί τους σχετικά με το τι πήγε στραβά».

Ellen: «Κάποια μέλη αφήνουν το De Fabel, ή τη ριζοσπαστική Αριστερά γενικά, επειδή για παράδειγμα το βρισκούν πολύ πολιτικό, πολύ δύσκολο ή πολύ χρονοβόρο. Πρέπει να είμαστε ρεαλιστές. Δεν μπορούν όλοι να είναι σκληροπυρηνικοί πολιτικοί ακτιβιστές και ιδεολόγοι».

Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στο De Fabel και σε μια ΜΚΟ;
Jan: «Οι ΜΚΟ ασκούν κριτική σε καταστάσες, αλλά ποτέ με έναν θεμελιώδη τρόπο. Προσπαθούν να βοηθήσουν ανθρώπους και δουλεύουν πάνω στις προσωρινές συνθήκες. Προσπαθούν να βοηθήσουν τον κόσμο και επεξεργάζονται προσωρινές λύσεις. Εμείς θέλουμε την επανάσταση. Η όλη κοινωνία πρέπει να αλλάξει. προσπαθούμε να παλεύουμε με ανθρώπους που θέλουν το ίδιο, ή που έχουν αιτήματα που στρέφονται προς θεμελιώδεις αλλαγές. Οπότε, όταν μιλάς για προβλήματα που ένας αδήλωτος αντιμετωπίζει: μια ΜΚΟ θα μπορούσε για παράδειγμα να κανονίσει για αυτόν ένα ραντεβού με έναν γιατρό. Το κάνουμε κι εμείς αυτό, αλλά επίσης παλεύουμε μαζί με τους αδήλωτους και τη ριζοσπαστική Αριστερά ενάντια στις πολιτικές αποκλεισμού και μεταναστευτικού ελέγχου της κυβέρνησης οι οποίες είναι αυτές που έχουν προκαλέσει τα προβλήματα των μεταναστών εξαρχής. Προσπαθούμε, επίσης, συνεχώς να αναπτύσσουμε την ανάλυση της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Οι ΜΚΟ δε θα το έκαναν αυτό».

Μπορείτε να μας δώσετε ένα παράδειγμα;
Eric: «Η ολλανδική ριζοσπαστική αριστερά συνήθως μιλά ενάντια στην κυβέρνηση για το ότι δεν αφήνει να μπουν στη χώρα οι πολιτικοί πρόσφυγες και απελαύνει αυτούς που κατάφεραν να μπουν. Όλα αυτά είναι καλά, αλλά όχι αρκετά. Η ριζοσπαστική Αριστερά χρειάζεται να δει ότι η κυβέρνηση αφήνει και ανθρώπους να μπουν στη χώρα, ότι κάνει διαλογή μεταναστών βασισμένη στις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Οπότε, έχει πιο πολύ νόημα για την Αριστερά αυτή να σκέφτεται με τους όρους του μεταναστευτικού ελέγχου και της πληθυσμιακής πολιτικής. Έτσι, αυτόματα, θα προσέξει ότι υπάρχουν οι μετανάστες, καθώς και οι πρόσφυγες. Επιπλέον, το πλαίσιο της πληθυσμιακής πολιτικής σου ανοίγει τα μάτια σε εύρυτερους ελέγχους. Δεν είναι μόνο ότι το κράτος αποφασίζει ποιος θα μπει και ποιος όχι, όλα αυτά στη βάση οικονομικων υπολογισμών. Επηρεάζει επίσης το γεγονός και του ποιος θα ζήσει και ποιος όχι. Οι γηραιότεροι και οι ανάπηροι δεν μπορούν να είναι παραγωγικοί και για αυτό η ευθανασία είναι τόσο δημοφιλής για την ολλανδική κυβέρνηση. Οι πρόσφατες αντιπαραθέσεις στην κυβέρνηση για την επιβεβλημένη ενσωμάτωση ή ακόμη και την αφομοίωση των μεταναστών μπορούν να ειδωθούν υπό αυτή την οπτική. Οι εταιρείες μπορούν να κάνουν περισσότερα λεφτά με προσεκτικά αφομοιωμένους μετανάστες που δουλεύουν για αυτές. Προσπαθούμε επίσης να κάνουμε τη ριζοσπαστική Αριστερά να εστιάσει περισσότερο στην πατριαρχία, στη θέση των μεταναστριών γυναικών και στις δουλειές που συχνά αναγκάζονται να κάνουν.

Ευτυχώς, τα τελευταία πέντε χρόνια αρκετοί ριζοσπάστες έχουν παρατήσει την ιδεολογία της αντιπαγκοσμιοποίησης και άρχισαν να ψάχνουν στη δική τους γειτονιά για τη συμπαγή εκμετάλλευση και καταστολή των εργατών, ιδιαίτερα των μεταναστών. Μου αρέσει ότι βοηθήσαμε στο να σπρωχτούν οι ακτιβιστές προς αυτή την κατεύθυνση».

Τι είδους δράσεων έχει οργανώσει το DeFabel;
Eric: «Έχουμε οργανώσει περίπου 100 ή 150 δράσεις τα 15 αυτά χρόνια, μεγάλες και μικρές. Οι πιο μεγάλες συνήθως γίνονταν μαζί με άλλες οργανώσεις. θα ήταν αδύνατον να τις θυμηθούμε όλες. Οι πιο σημαντικές για μας ήταν αυτές μαζί με τους μετανάστες και τους πρόσφυγες. Οργανώσαμε μια πανεθνική δράση μαζί με Ιρανούς πρόσφυγες από τις 15 Ιούνη ως τις 30 Νοέμβρη του 1997. μας πήρε ένα χρόνο να το στήσουμε και κατά το διάστημα αυτό οργανώναμε και μικρότερες δράσεις μαζί με αυτούς τους πρόσφυγες έτσι ώστε να κεντρίσουμε την προσοχή των ΜΜΕ. Οργανώσαμε επίσης ένα εθνικό καραβάνι διαμαρτυρίας μαζί με καμιά διακοσάρα αδήλωτους ανθρώπους το Σεπτέμβρη του 1998. Επιπλέον, στηρίξαμε τις απεργίες πείνας στη Χάγη και στο Άμστερνταμ σε καθημερινή βάση το Δεκέμβρη του 1998 (135 μετανάστες εργάτες), το Φεβρουάριο/ Μάρτιο του 1999 (15 μετανάστριες γυναίκες), το Φεβρουάριο/ Μάρτιο 1999 (34 μετανάστες), το Φεβρουάριο-Μάη του 2001 (5 πρόσφυγες), το Μάρτιο/ Μάη του 2003 (15 μετανάστες εργάτες). Οργανώσαμε επίσης πολλές δράσεις και διαδηλώσεις ενάντια, για παράδειγμα, στους νέους νόμους ελέγχου της μετανάστευσης που επιβλήθηκαν ή στις φασιστικές διακηρύξεις. Οργανώσαμε, επίσης, μεγάλα συνέδρια, εκδηλώσεις υπενθύμισης (πχ της Νύχτας των Κρυστάλλων) και διαμαρτυρίες ενάντια στους πολιτικούς της Δεξιάς που επισκέφτηκαν το Leyden».

Harry: «Και, φυσικά, πάμε και στις διαδηλώσεις άλλων και μοιράζουμε κείμενα κι εκεί».

Πως δουλεύει αυτή η συνεργασία με άλλες οργανώσεις;
Eric
: «Συνήθως συγκροτούμε μια πλατφόρμα συνεργασίας με ομάδες μεταναστών και προσφύγων και κάποιες υποστηρικτικές οργανώσεις. Συνήθως συζητάμε σχέδια που οι μετανάστες έχουν φτιάξει και συζητάμε το πώς μπορούμε να τους στηρίξουμε. Κατά τη διάρκεια των απεργιών πείνας, για παράδειγμα, σχηματίστηκε μια επιτροπή που οργάνωσε την καθημερινή υποστήριξη. Αυτό σημαίνει να συζητάς μια στρατηγική μαζί τους, να βρίσκεις πόρους, γιατρούς για να τους παρακολουθούν, να ζητάς από πολιτικούς να έρθουν να τους επισκεπτούν, να οργανώνεις διαδηλώσεις, να γράφεις και να στέλνεις δελτία τύπου, κάποιες φορές να προσπαθείς να μη γίνονται καυγάδες στις συζητήσεις».

Το DeFabelαποτελεί βασικά μια τοπική ή μια εθνική οργάνωση;
Eric
: «Ήμασταν τοπική οργάνωση. Θα ήταν ό,τι το καλύτερο αν η Ολλανδία γέμιζε με ομάδες υποστήριξης σαν και εμάς, η καθεμιά να προσέχει ζητήματα στη δική της περιοχή και να συναντιούνται όλες οι ομάδες για να κάνουν πανεθνικές διαμαρτυρίες. Προσπαθήσαμε να χτίσουμε τέτοιες δομές πολλές φορές. Αλλά αφού όλο και περισσότερες τέτοιες ομάδες άρχισαν να εξαφανίζονται ή να είναι πολύ απασχολημένες με ατομικές περιπτώσεις μεταναστών ή προσφύγων, καταλήξαμε να δρούμε λίγο-πολύ μόνοι μας σε πανεθνικό επίπεδο. Οι οργανώσεις μεταναστών στη Χάγη και σε άλλες πόλεις κάποιες φορές απευθύνονται σε εμάς, επειδή δεν υπάρχουν ομάδες υποστήριξης εκεί».

Πείτε μας για το περιοδικό σας.
Jan: «Το περιοδικό μας εκδίδεται κάθε δύο μήνες. Εκτυπώνουμε 1,500 αντίτυπα. Είναι ένα μικρό περιοδικό 16 σελίδων. Μπορεί να γίνει κάποιος συνδρομητής σε αυτό αλλά το δίνουμε και δωρεάν σε διαδηλώσεις».

Υπάρχει και στο ίντερνετ;
Jan: «Ό,τι έχουμε εκδώσει τα 15 αυτά χρόνια, βρίσκεται στο ίντερνετ. Έχουμε 2,500 περίπου άρθρα, μπροσούρες και δελτία τύπου στην ιστοσελίδα μας. Και 120 μεταφράσεις. Έχουμε 40,000 μοναδικούς επισκέπτες που επισκέπτονται 150,000 σελίδες. Πολλά από τα άρθρα μας έρχονται πρώτα όταν κάποιος ψάχνει με το google. Όταν κάποιος ψάχνει για το IOM (Διεθνής Οργάνωση Μεταναστών) χρησιμοποιώντας το google, θα βρουν αρκετά από τα άρθρα μας εξαρχής. Με αυτή την έννοια ελέγχουμε μέρος των πληροφοριών που διακινούνται για αυτό το ζήτημα. Το ίντερνετ φέρνει και πολλά mail μίσους επίσης, και πολύ σπάνια βλέπουμε σοβαρές συζητήσεις στο ίντερνετ. Αλλά βρίσκουμε τουλάχιστον νέους φίλους μέσω του διαδικτύου, όπως πχ τους Ni patrie ni frontières (Ούτε πατρίδες, Ούτε σύνορα)».

Πόσες ώρες την εβδομάδα είστε πολιτικά ενεργοί; Δουλεύετε και αν ναι, σε ποιο τομέα; Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στην πολιτική και την εργασία σας;

Jan: «Μέχρι πριν από ένα χρόνο, ήμουν στο επίδομα ανεργίας και μπορούσα να περνάω όλο το χρόνο μου για το De Fabel. Τώρα, δουλεύω 45 ώρες την εβδομάδα σε μια αποθήκη. Προσπαθώ να είμαι ενεργός στο De Fabel όσο το δυνατόν περισσότερο τα απογεύματα και τα σαββατοκύριακα. Αλλά θα ήθελα να έχω πιο πολύ χρόνο για το De Fabel. Στη δουλειά μπορώ να μιλάω ελεύθερα για τα πολιτικά. Αλλά δεν οργανώνω πολιτικές δραστηριότητες εκεί. Δεν είμαι ακόμη μέλος του συνδικάτου, αλλά το σκέφτομαι. Το συνδικάτο θα μπορούσε να μου δώσει νομική βοήθεια σε καταστάσεις αντιπαράθεσης στη δουλειά».

Ellen: «Δούλευα πάντα part time επειδή δε θέλω η δουλειά να μου τρώει όλη την εβδομάδα. Οπότε έχω χρόνο να είμαι ενεργή στο De Fabel. Στην προηγούμενή μου δουλειά, οι περισσότεροι συνάδελφοί μου ήταν φεμινίστριες και αριστεροί. Σε αντίθεση με τώρα. Δεν ήταν χαρούμενοι με την ιεραρχία και τις συνθήκες εργασίας. Τότε είχα γίνει μέλος του συνδικάτου και διαδηλώναμε για καλύτερες συνθήκες εργασίας και μισθούς. Αυτό δε θα συνέβαινε ποτέ με τους σημερινούς συναδέλφους μου. Αλλά δεν είμαι κι εγώ πολύ ενεργό μέλος του συνδικάτου. Στον τομέα μου, υγεία και κοινωνική εργασία, οι πιο πολλοί εργαζόμενοι δεν είναι πολύ militant και ούτε και το συνδικάτο είναι βέβαια».

Eric: «Ο Harry, ο Gerrit κι εγώ πληρωνόμαστε από το δημοτικό συμβούλιο για να δουλεύουμε στο De Fabel. Τη δεκαετία του 90’ η κυβέρνηση δημιούργησε δεκάδες χιλιάδες χαμηλόμισθες δουλειές (δουλειές ID) για τους ανέργους. Οι εργοδότες επικρότησαν το να προσλαμβάνουν εργαζόμενους ID. Επισήμως, οι εργοδότες δεν επιτρεπόταν να αντικαταστήσουν τους εργαζόμενούς τους με αυτούς τους ελέυθερους ID εργαζόμενους. Στην πράξη, ωστόσο, πολλά σχολεία και άλλοι οργανισμοί στον μη-κερδοσκοπικό τομέα χρησιμοποίησαν ID εργαζόμενους για να γεμίσουν τις θέσεις εργασίας που είχαν αφεθεί ελεύθερες αφού μεγάλο μέρος του προσωπικού έπρεπε να απολυθεί λόγω περικοπών του προϋπολογισμού. Μέσα από τις ID δουλειές, η κυβέρνηση ήθελε να ενεργοποιήσει και να πειθαρχήσει τους ανέργους, και να τους δώσει κάποια πείρα, που θα διεύρυνε την αξία τους στην αγορά εργασίας. Το De Fabel παρίστανε τους εργοδότες και κατάφερε να πάρει τρεις ID δουλειές. Αν και η πληρωμή είναι χαμηλή, και δε μαζεύουμε καμία σύνταξη, μας αρέσουν οι δουλειές μας. Είμαστε αφεντικά του εαυτού μας και το συμβούλιο δεν ελέγχει το τι ακριβώς κάνουμε. Οι ID δουλειές μας αναστέλλονται τον Ιανουάριο του 2007 και πρέπει να βρούμε άλλους τρόπους να συνεχίσουμε τη δουλειά μας. Συζητάνε ήδη στην κυβέρνηση να δημιουργήσουν και άλλες ID δουλειές στο 70% του κατώτατου μισθού, δηλαδή: στο επίπεδο του επιδόματος ανεργίας».

Πως συνδέονται οι προσωπικές και οι πολιτικές σας ζωές;
Eric: «Στο De Fabel υπάρχει πολύς χώρο να συζητά κάποιος και για τα προσωπικά του ζητήματα. Θέλουμε να ξέρουμε πως νιώθει ο καθένας. Προσπαθούμε να στηρίζουμε και να βοηθάμε ο ένας τον άλλο όπου είναι δυνατόν αυτό. Οι πιο πολλοί από εμάς ζουν σε συλλογικές στέγες μαζί με άλλους ακτιβιστές και ήδη γνωρίζουμε ο ένας τον άλλον πολύ καλά. Προσπαθούμε να μη διαχωρίζουμε το πολιτικό από το προσωπικό των ζωών μας πάρα πολύ. Αλλά ο καθένας είναι ελεύθερος να μοιράζεται ό,τι θέλει με κάποιον άλλο και όποιος δε θέλει να μοιράζεται κάποιο συναίσθημα ή σκέψη, είναι κι αυτό βέβαια οκ. Για να είναι κάποιος ικανός να εμπιστεύεται πραγματικά τον άλλο ως σύντροφο ή συντρόφισσα, χρειάζονται ισχυροί προσωπικοί και κοινωνικοί δεσμοί επίσης. Πιστεύω ότι χωρίς αυτά, οι οργανώσεις δεν μπορούν να αντέξουν για πολύ».

Ποια είναι η σχέση σας με τα κόμματα της αριστεράς;
Eric: «Το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα εργασίας PvdA είναι συχνά στην κυβέρνηση. Τα τελευταία 20 χρόνια ένα μέλος του PvdA ηγούταν του Υπουργείου Δικαιοσύνης, που έχει να κάνει με τη μετανάστευση. Οι πιο πολλοί από τους σύγχρονους σκληρούς νόμους έχουν επιβληθεί από υπουργούς του PvdA. Δεν είναι πλέον στην κυβέρνηση αλλά δεν ήμασταν ποτέ φιλικοί με αυτούς, ούτε σε τοπικό επίπεδο. Μετά υπάρχουν οι GroenLinks (Πράσινη Αριστερά), ένας συνδυασμός πρώην κομμουνιστών, ειρηνιστών και σοσιαλιστών. Προσεγγίζουν τους πλουσιότερους ανθρώπους της Αριστεράς και συνήθως παίρνουν το 5% των ψήφων. Συνήθως στηρίζουν τα συγκεκριμένα αιτήματά μας και μιλάνε σε μεγάλες διαδηλώσεις, αν και δεν τίθενται εναντίον των σκληρών μεταναστευτικών ελέγχων. Οι Πράσινοι έχουν ξεπεραστεί πλέον από το όλο και μεγαλύτερο Σοσιαλιστικό Κόμμα, ένα πρώην Μαοϊκό κόμμα. Ήταν πάντοτε κάπως εθνικιστές και ρατσιστές. Υπερηφανεύονται που ξεκίνησαν την αντιπαράθεση για την ολλανδική ενσωμάτωση των μεταναστών, η οποία αποδείχθηκε κάτι περισσότερο από ένα φεστιβάλ ρατσιστών. Πιστεύουν πως οι μετανάστες εργάτες ανακόπτουν το ολλανδικό εργατικό κίνημα. Ισχυρίζονται το ίδιο και για το φεμινισμό. Υποστηρίζουν, παρόλα αυτά, κάποια από τα συγκεκριμένα αιτήματά μας κάποιες φορές και έχουν μιλήσει σε μεγαλύτερες διαδηλώσεις. Έπειτα, υπάρχουν μερικά μικρότερα κόμματα που δε βρίσκονται στο κοινοβούλιο, όπως οι Trotskyite Internationale Socialisten (Διεθνείς Σοσιαλιστές). Συμφωνούμε με το μεγαλύτερο μέρος της ανάλυσής τους για τον μεταναστευτικό έλεγχο, αλλά διαφωνούμε σθεναρά στο ζήτημα της εθνικής απελευθέρωσης και του εθνικισμού. Τους συναντάμε συχνά στις διαδηλώσεις αλλά δεν είναι δυνατόν να συνεργαστείς μαζί τους καθώς πάντα προσπαθούν να ενσωματώσουν τους πάντες στο ιδιαίτερα ιεραρχικό κόμμα τους. Περνάνε γρήγορα από το ένα θέμα στο άλλο για να προσελκύσουν περισσότερα μέλη. Ευτυχώς, υπάρχει και μια άλλη τροτσκιστική οργάνωση που λέγεται Socialistische Alternatieve Politiek (Εναλλακτική Σοσιαλιστική Πολιτική). Από όλα τα κομμουνιστικά κόμματα, τα πιο πολλά κοινά τα έχουμε με αυτούς. Ένα από τα μέλη μας είχε συμμετάσχει στο SAP κάποια χρόνια νωρίτερα. Όπως κι εμείς, είχαν εμπλακεί τον Ιανουάριο του 1999 στην ίδρυση της Πλατφόρμας του «Geen mens is illegaal» («Κανένας άνθρωπος δεν είναι παράνομος»), αλλά δεν εμφανίστηκαν ξανά μετά από κάποιες πρώτες συναντήσεις. Δεν έχουμε συγκεκριμένες συνεργασίες με αυτούς προς το παρόν. Τέλος, υπάρχουν και κάποιες μικρές σταλινικές ομάδες. Δεν έχουμε οποιαδήποτε επαφή με αυτές».

Ποια ήταν τα πιο σημαντικά πολιτικά γεγονότα στην πολιτική σας ζωή;
Jan: «Η ριζοσπαστική αριστερά δεν τα πάει και πολύ καλά. Δεν υπάρχουν τέτοια γεγονότα για μένα μέχρι σήμερα».

Eric: «Το 1989, περίπου 10,000 ακτιβιστές έστησαν οδοφράγματα έξω από τα κεντρικά γραφεία της Shell στο Άμστερνταμ. Επρόκειτο για μια πολύ δυνατή και συναισθηματικά φορτισμένη στιγμή για μένα. Ήμασταν μαζί, τόσο πολλοί ριζοσπαστικοποιημένοι, καθώς και μέλη της Νοτιοαφρικανικής αντίστασης. Επίσης, πολύ σημαντικές για μένα ήταν οι απεργίες πείνας στο Άμστερνταμ το 1999. ‘Ημουν με τους μετανάστες εργάτες κάθε μέρα, υποστηρίζοντάς τους, μιλώντας μαζί τους, οργανώνοντας διαδηλώσεις, συμμετέχοντας σε συνελεύσεις μέχρι αργά το βράδυ. Ήταν πολύ δυναμικό και πολύ κουραστικό και ένιωσα ότι ήμουν πράγματι κομμάτι ενός μεγαλύτερου αγώνα».

Ellen: «Φαντάζομαι ότι θα διάλεγα τις ίδιες στιγμές που διάλεξε κι ο Eric. Αλλά προσωπικά ήμουν πιιο πολύ αναμεμειγμένη στην απεργία πείνας του 1998. Επίσης, πήγαινα εκεί κάθε μέρα. Ένιωθα ότι ήταν μια σημαντική φάση του αγώνα για τους «χωρίς χαρτιά» στην Ολλανδία. Μετά από δυόμιση εβδομάδες μια επιτροπή διαπραγμάτευσης σχηματίστηκε στην οποία συμμετείχαν ο ηγέτης ενός εθνικού συνδικάτου και ηγέτες της εκκλησίας. Μετά την τελική τους προσφορά, όλοι οι απεργοί πείνας και οι υποστηρικτές τους έμειναν ξυπνητοί όλο το βράδυ για να συζητήσουν την πρόταση που μας είχε γίνει. Όλοι ήταν πολύ κουρασμένοι και ευάλωτοι. Φυσικά, ο κάθε απεργός πείνας κοιτούσε τις δικές του ατομικές πιθανότητες, αλλά κανείς δεν ήθελε να είναι εγωιστής. Όλοι ήθελαν τα πράγματα να πάνε καλά για όλους, συμπεριλαμβανομένων και των άλλων μεταναστών που ήταν στην ίδια θέση με αυτούς. Ήταν μια πολύ φορτισμένη νύχτα».

Harry: «Το πιο σημαντικό για μένα ήταν ότι έγινα militant ακτιβιστής, απασχολούμενος πολιτικά σε καθημερινή και δομικά οργανωμένη βάση και δουλεύοντας κατά κάποιο τρόπο για την επανάσταση. Δεύτερον, η δέσμευση που το 1990 κρατήσαμε με 4 ή 5 συντρόφους να παλεύουμε όχι για λίγα χρόνια αλλά για το υπόλοιπο της ζωής μας. Το κάναμε! Και η τρίτη πιο σημαντική στιγμή για μένα ήταν ίσως οι πιο πρόσφατες απεργίες πείνας. Αν και έκανα πολύ δουλειά στα παρασκήνια, με επηρέασε συναισθηματικά. Οι άνθρωποι πέθαιναν της πείνας για 57 μέρες επειδή ήταν ο μόνος τρόπος που πίστευαν ότι τους είχε απομείνει για να παλέψουν».

Τι αποκομίσατε από το Fabel; Και τι ήταν αρνητικό για σας;
Jan: «Το De Fabel μου έφερε πολλά. Έμαθα πώς να γράφω ένα άρθρο και πώς να μιλάω δημόσια. Έμαθα επίσης να αναλύω τις σχέσεις εξουσίας μέσα στην κοινωνία και να ζητάω δομικές αλλαγές. Αρνητικό είναι ότι είμαι πολύ απογοητευμένος από τους πρώην συντρόφους που άφησαν την ομάδα και δεν ασχολούνται με την πολιτική πλέον».

Eric: «Το πιο σημαντικό για μένα είναι ότι μπορώ να δουλεύω συλλογικά. Και ότι αποτελώ υπεύθυνο μέρος του De Fabel και της ριζοσπαστικής Αριστεράς εν γένει. Το ότι παίρνω μέρος στην ιστορική μάχη για έναν καλύτερο κόσμο. Το αρνητικό είναι η κατάσταση του αριστερού κινήματος σήμερα. Έχω δει τα πράγματα να πήγαινουν από το κακό στο χειρότερο, χρόνο με το χρόνο».

Ellen: «Έμαθα πολλά με το να είμαι μέλος του Fabel, με το να διαβάζω, να συζητώ, να κάνω έρευνες, να γράφω και να οργανώνω. Έμαθα επίσης να έχω υπομονή. Μπορεί να πάρει χρόνια ή ακόμη και δεκαετίες για να αλλάξουν τα πράγματα. Δεν έχουμε τη δύναμη να επιβάλλουμε αλλαγές. Είναι δύσκολο να παραμένεις αισιόδοξος με μόνες τις μικρές νίκες που έχουμε επιτύχει. Και δε βλέπω πλέον πολλούς ανθρώπους να επιζητούν τις προοδευτικές αλλαγές. Συνήθιζα να πιστεύω πως τα πράγματα θα γίνονταν καλύτερα μετά από 2-3 χρόνια. Αλλά η άκρα Δεξιά και η ρατσιστική ατμόσφαιρα στην Ολλανδία γίνεται όλο και χειρότερη με το χρόνο. Αλλά πρέπει να συνεχίσουμε, είναι πάντα καλύτερο από το να μην κάνεις τίποτα πια».

Harry: «Η δυνατότητα του να είσαι ενεργός σε καθημερινή βάση, του να παίρνεις υπεύθυνες στάσεις και του να χτίζεις δομές. Η εμπειρία του να είσαι πραγματικά αναμεμειγμένος σε πολιτικούς αγώνες, μια γνώση που μοιράζεται κανείς με τους συντρόφους του. Είμαι κι εγώ αρνητικός σχετικά με το ριζοσπαστικό Αριστερό κίνημα και τους ανθρώπους που φεύγουν. Και ακόμη πιο αρνητικός με αυτούς που δεν κάνουν καν παθητικά πράγματα πλέον, πχ το να κάνουν δωρεές χρημάτων. Γιατί μοιάζουν να έχουν ξεχάσει εντελώς και να αγνοούν τις προηγούμενες πολιτικές τους ζωές; Αλλά μαθαίνω, επίσης, και από τις αρνητικές εμπειρίες. Απλά συμπεραίνω ότι πρέπει να τα πάω καλύτερα, να προσπαθώ ξανά και αυτή τη φορά με μεγαλύτερη δύναμη».

Πως βλέπετε το μέλλον του De Fabel;
Eric
: «Βασισμένος στις δικές μου εμπειρίες από τα τελευταία 15 χρόνια, φαντάζομαι ότι θα παραμείνουμε για πάντα ενεργοί με 5 ή 6 συντρόφους. Νιώθουμε μια ευθύνη ως αριστεροί ακτιβιστές και θα παραμείνουμε στρατευμένοι. Οι περιστάσεις υπό τις οποίες λειτουργούμε μπορεί να διαφέρουν εδώ μετά από 10 χρόνια, αλλά θα προσπαθούμε μάλλον και τότε να παλεύουμε από τα κάτω και να χτίζουμε πολιτικές δομές. Θα εξακολουθήσουμε να σκεφτόμαστε τρόπους για να φέρουμε πιο κοντά σε μας κάποιες θεμελιώδεις αλλαγές. Αλλά είμαστε μια μικρή ομάδα και λόγω της ατμόσφαιρας που υπάρχει τώρα της άκρας Δεξιάς, δε νομίζω ότι θα συμμετέχουν και πολλοί άνθρωποι σε αυτό. Οπότε, για το άμεσο μέλλον μπορούμε μάλλον να είμαστε αμυντικοί. Δεν είμαστε φυσικά σε θέση να δημιουργήσουμε ένα νέο κοινωνικό κίνημα. Αλλά θα έχουμε πάντοτε τα μάτια μας ανοιχτά μήπως και εμφανιστεί! Θα υπάρχουν πάντα άνθρωποι που θα διαμαρτύρονται ενάντια στην αδικία και χρειάζεται να είμαστε δίπλα τους».

Κάποιοι αριθμοί
Το Leyden έχει 118.000 κατοίκους. Υπάρχουν 16,2 εκατομμύρια άνθρωποι που ζουν στην Ολλανδία, σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά. Η κυβέρνηση κατηγοριοποιεί 3 εκατομμύρια από αυτούς ως «αλλόχθονες», το οποίο σημαίνει ότι αυτοί ή τουλάχιστον ο ένας από τους γονείς τους γεννήθηκε στο εξωτερικό. Περίπου 1,6 εκατομμύρια από τους «αλλόχθονες» ονομάζονται «μη δυτικοί αλλόχθονες» που σημαίνει ότι αυτοί ή, τουλάχιστον, οι γονείς τους ήρθαν από τον λεγόμενο Τρίτο Κόσμο. Οι πιο πολλοί «αλλόχθονες» (2,3 εκατομμύρια) έχουν ολλανδικά διαβατήρια και πολλοί από αυτούς έχουν γεννηθεί στην Ολλανδία. Οι κατηγορίες των «αλλόχθονων» και των «μη δυτικών αλλόχθονων» δημιουργήθηκαν ώστε να υπάρχει διαφορετική, δηλαδή πιο καταπιεστική, μεταχείριση των colored people[1], χωρίς την επίκληση ρατσιστικών κατηγοριών.

Μεταξύ των λεγόμενων «μη δυτικών αλλόχθονων» υπάρχουν 320,000 Τούρκοι, 272,000 Μαροκινοί, 310,000 από το Surinam και 117,000 από τις Αντίλες. Οπότε οι άνθρωποι από τις Αντίλες θεωρούνται επίσης «αλλόχθονες» αν και κανείς από αυτούς, ούτε και τους γονείς τους, δεν μπορεί να γεννήθηκαν στο εξωτερικό, μιας και οι Αντίλες αποτελούν μέρος του βασιλείου της Ολλανδίας. Έτσι, για τους ανθρώπους από τις Αντίλες το μόνο κριτήριο είναι το χρώμα του δέρματός τους.

Οι μεγαλύτερες κοινότητες προσφύγων είναι από την πρώην Γιουγκοσλαβία (71.000), το Ιράκ (38.000), τη Σομαλία (30.000), το Αφγανιστάν (26.000), το Ιράν (24.000), τη Γκάνα (16.000) και το Βιετνάμ (15.000).

Δίπλα σε όλα αυτά τα στατιστικά στοιχεία, υπάρχει και ένας ραγδαία αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων που ποινικοποιούνται από την κυβέρνηση, αφού τους αρνηθούν χαρτιά παραμονής ή τους απορρίπτουν στη διαδικασία προσφυγοποίησης. Πολλοί από αυτούς δεν κάνουν αιτήσεις πλέον, καθώς οι πιθανότητες να πάρουν άδεια παραμονής είναι πλέον σχεδόν μηδενικές. Οι υπολογισμοί για αδήλωτους ανθρώπους στην Ολλανδία ξεκινούν από τους 50.000 και καταλήγουν στους 250.000 ανθρώπους.


[1] ΣτΜ: People of Color/ Colored People: Το αφήνουμε αμετάφραστο. Πρόκειται για κατοχυρωμένη κινηματική έκφραση που με τη στενή έννοια εννοεί τους μαύρους (έγχρωμους) ανθρώπους και με την ευρεία έννοια όσους δεν είναι Ολλανδοί.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s