Gender as Performance: Μια συνέντευξη με τη Judith Butler

[H συνέντευξη αυτή, που δόθηκε από τη Judith Butler το 1993 στους Peter Osborne και Lynne Segal στο Λονδίνο, υπάρχει εδώ σε αποσπασματική μορφή. Ολόκληρη δημοσιεύθηκε στο περιοδικό φιλοσοφίας και κριτικής θεωρίας Radical Philosophyνο 67 (καλοκαίρι 1994). Μεταφράστηκε στα μέσα Μαρτίου του 2006 από το περιοδικό «Terminal 119 – για την κοινωνική και ατομική αυτονομία».]

RP: Θα θέλαμε να ξεκινήσουμε ρωτώντας σας που τοποθετείτε το έργο σας μέσα στο ολοένα και πιο ποικίλο πεδίο των σπουδών φύλου (gender studies[1][1]). Οι πιο πολλοί άνθρωποι σχετίζουν τα πρόσφατα γραπτά σας με ότι έχει γίνει γνωστό ως «queer θεωρία»[2][2]. Αλλά η ανάδυση των gay και λεσβιακών σπουδών ως διακριτού επιστημονικού φαινομένου έχει αγγίξει την προβληματική της σχέσης κομματιών αυτού του έργου με το φεμινισμό. Βλέπετε κυρίως τον εαυτό σας ως φεμινίστρια ή ως queer θεωρητική, ή αρνείστε αυτή την επιλογή;

 

Butler: Θα έλεγα ότι πρώτα είμαι μια φεμινίστρια θεωρητική και έπειτα μια queer θεωρητική ή μια gay και lesbian θεωρητική. Η δέσμευσή μου στο φεμινισμό είναι μάλλον η πρωταρχική μου δέσμευση. Το Gender Trouble ήταν μια κριτική της καταναγκαστικής ετερο-σεξουαλικότητας μέσα στο φεμινισμό και οι φεμινίστριες ήταν ακριβώς το κοινό στο οποίο σκόπευα με αυτό το βιβλίο. Την εποχή που έγραψα το βιβλίο δεν υπήρχαν gay και λεσβιακές σπουδές, έτσι όπως τις έχω αντιληφθεί. Όταν το βιβλίο δημοσιεύθηκε έγινε τόσο δημοφιλές κατά έναν τρόπο που δε θα μπορούσα να είχα προβλέψει. Εκείνη την εποχή ήταν που γινόταν και το δεύτερο ετήσιο συνέδριο των Lesbian και Gay Σπουδών στις ΗΠΑ. Θυμάμαι να κάθομαι δίπλα σε κάποιον σε ένα δείπνο και εκείνος μου είπε ότι δουλεύει πάνω στην queer θεωρία. Κι εγώ τον ρώτησα: Τι είναι η queer θεωρία; Με κοίταξε σα να ήμουν τρελή, επειδή προφανώς σκέφτηκε ότι εγώ ήμουν κομμάτι αυτού του πράγματος που λεγόταν queer θεωρία. Αλλά το μόνο που γνώριζα εγώ ήταν ότι η Teresa de Lauretis[3][3] είχε εκδώσει ένα τεύχος του περιοδικού «Differences» που λεγόταν «Queer Θεωρία». Νόμιζα ότι ήταν κάτι που είχε φτιάξει η ίδια. Σίγουρα δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό μου ότι εγώ ανήκα στην queer θεωρία.

Εδώ βρίσκω ένα πρόβλημα, επειδή πιστεύω ότι υπάρχει κάποιος αντι-φεμινισμός στην queer θεωρία. Επίσης, είμαι αρκετά αντίθετη με κάποιους ανθρώπους της queer θεωρίας στο μέτρο που θέλουν να ισχυρίζονται ότι η ανάλυση της σεξουαλικότητας μπορεί ριζικά να διαχωριστεί από την ανάλυση του φύλου. Το νέο Gay and Lesbian Reader που μόλις εξέδωσαν οι εκδόσεις Routledge ξεκινά με μια σειρά άρθρων που διατυπώνουν αυτόν τον ισχυρισμό. Νομίζω ότι οι διαχωρισμοί αυτοί είναι ένα μεγάλο λάθος. Το έργο της Catharine MacKinnon[4][4] θεμελιώνει μια τόσο αναγωγική αιτιώδη σχέση μεταξύ σεξουαλικότητας και φύλου ώστε να έφτασε να αντιπροσωπεύει μια ακραία εκδοχή του φεμινισμού που θα έπρεπε να την αντιμαχόμαστε. Αλλά μου φαίνεται ότι το να την αντιμάχεσαι μέσω μιας queer θεωρίας που κόβει τις σχέσεις της με το φεμινισμό αποτελεί ήδη ένα τεράστιο λάθος.

 

RP: Θα μπορούσατε να μας πείτε κάτι παραπάνω για τη διάκριση των όρων sex (βιολογικό φύλο) και gender (κοινωνικό φύλο)[5][5]; Τον απορρίπτετε ή απλά απορρίπτετε μια συγκεκριμένη ερμηνεία του; Η θέση σας πάνω σε αυτό το ζήτημα μοιάζει να έχει αλλάξει πρόσφατα.

 

Butler: Μία από τις ερμηνείες που έγιναν για το Gender Trouble[6][6] ήταν η εξής: δεν υπάρχει βιολογικό φύλο (sex), υπάρχει μόνο κοινωνικό φύλο (gender) κι αυτό το τελευταίο είναι επιτελεστικό[7][7]. Ο κόσμος μετά συνεχίζει και σκέφτεται ότι αν το φύλο είναι επιτελεστικό, θα πρέπει να είναι εντελώς ελεύθερο. Και έχει φανεί σε πολλούς ότι η υλικότητα του σώματος έχει γίνει αντικείμενο άγνοιας ή άρνησης ή εγκατάλειψης – ακόμη και αποκήρυξης. (Υπάρχει και μια συμπτωματολογική ανάγνωση αυτού ως σωματοφοβία. Είναι ενδιαφέρον να παθολογικοποιείς το κείμενο κάποιου.) Οπότε, αυτό που μου φάνηκε σημαντικό κατά τη συγγραφή του Bodies that Matter ήταν να επανέλθω στην κατηγορία του βιολογικού φύλου και στο πρόβλημα της υλικότητας και να ρωτήσω πως γίνεται το φύλο το ίδιο να μπορεί να ερμηνευτεί ως νόρμα. Πλέον, πιστεύω ότι αυτό αποτελεί μια προϋπόθεση της λακανικής ψυχανάλυσης – ότι το φύλο αποτελεί μια νόρμα. Αλλά δεν ήθελα να μείνω περιορισμένη στο λακανικό πεδίο. Ήθελα να βρω τον τρόπο που μια νόρμα στην πραγματικότητα υλικοποιεί ένα σώμα, τον τρόπο που θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε την υλικότητα ενός σώματος που να είναι όχι μόνο επενδυμένο με μια νόρμα αλλά και, κατά κάποια έννοια, απεικονισμένο από μια νόρμα ή σχεδιασμένο το περίγραμμά του από μια νόρμα. Οπότε άλλαξα την οπτική μου. Νομίζω ότι ξεπέρασα πολύ γρήγορα την κατηγορία του βιολογικού φύλου στο Gender Trouble. Προσπαθώ να το επανα-διαπραγματευτώ στο Bodies That Matter και να δώσω έμφαση στο μέρος του καταναγκασμού της ίδιας της παραγωγής του βιολογικού φύλου.

 

RP: Σε πολλούς ανθρώπους αρέσει το Gender Trouble επειδή τους άρεσε η ιδέα του φύλου ως ενός είδους αυτοσχέδιου θεάτρου, ενός χώρου όπου διαφορετικές ταυτότητες μπορούν, περισσότερο ή λιγότερο, να υιοθετηθούν ελεύθερα και να εξερευνηθούν κατά βούληση. Θέλησαν να συνεχίσουν με το έργο του να υποδύονται το φύλο, έτσι ώστε να υπονομεύσουν τις κυρίαρχες μορφές του. Ωστόσο, στην αρχή του Bodies That Matter λέτε ότι, φυσικά, κανέvας δεν κατασκευάζει ή αποδομεί ταυτότητες έτσι απλά και αυθόρμητα. Είναι θολό για μας μέχρι ποιο βαθμό θέλετε να επιμείνετε πάνω στις δυνατότητες που ανοίξατε στο Gender Trouble του να είσαι ικανός/ -η κάποιος/-α να χρησιμοποιεί παραβατικές επιτελέσεις όπως το drag[8][8] ώστε να αποκεντρώσει ή να αποσταθεροποιήσει τις κατηγορίες του φύλου, καθώς και σε ποιο βαθμό έχετε γίνει σκεπτική σε σχέση με αυτό.

 

Butler: Το πρόβλημα με το drag είναι ότι το πρόσφερα σαν ένα από τα παραδείγματα της παραστασιακής επιτέλεσης, αλλά έγινε αντικείμενο πρόσληψης ως ΤΟ παράδειγμα της παραστασιακής επιτελεστικότητας. Κάποιος θα έπρεπε να είναι πάντοτε επιφυλακτικός με τα παραδείγματα κάποιου. Αυτό που είναι ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η αυθόρμητη ερμηνεία, αυτή η επιθυμία για ενός είδους ριζοσπαστικό και θεατρικό ανασχηματισμό του σώματος, λαμβάνει χώρα προφανώς εκεί έξω, στη δημόσια σφαίρα. Υπάρχει μια επιθυμία για μια πλήρως φαντασματική «μεταμόρφωση» του σώματος. Αλλά όχι, δε νομίζω ότι το drag είναι ένα παράδειγμα ανατροπής του φύλου. Δε νομίζω ότι αν ασκούμασταν όλο και πιο πολύ στο drag, η ζωή του φύλου θα γινόταν πιο πλατιά και λιγότερο περιοριστική. Υπάρχουν περιορισμοί στο drag. Στην πραγματικότητα, ισχυρίστηκα προς το τέλος του βιβλίου ότι  το drag έχει τη δική του μελαγχολία.

Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε την επιτελεστικότητα – η οποία είναι διακριτή από την επιτέλεση – μέσω μιας όλο και πιο περιορισμένης ιδέας της επανα-νοηματοδότησης. Ακόμη σκέφτομαι για την ανατρεπτική επανάληψη, η οποία είναι μια κατηγορία στο Gender Trouble, αλλά στη θέση αυτού του κάτι σαν παρωδία τώρα θα έδινα έμφαση στους σύνθετους τρόπους με τους οποίους η επανα-νοηματοδότηση λειτουργεί στον πολιτικό λόγο. Υποπτεύομαι ότι θα υπάρχει μια λιγότερο εορταστική και λιγότερο δημοφιλής απάντηση στο νέο μου βιβλίο. Αλλά, ήθελα να γράψω εναντίον της δημοφιλούς μου εικόνας. Ξεκίνησα να κάνω τον εαυτό μου λιγότερο δημοφιλή, επειδή ένιωσα ότι το να γίνει λαϊκό το Gender Trouble – αν και ήταν ενδιαφέρον πολιτισμικά να δεις σε τι εξελισσόταν, για να δεις τι βρίσκεται εκεί έξω, σε τι λαχταρούσαν να εξελιχτεί – κατέληξε στο να γίνει μια τρομερή παρερμήνευση αυτού που ήθελα να πω! […]

Είναι σημαντικό να διακρίνουμε την επιτέλεση (performance) από την επιτελεστικότητα (performativity): η πρώτη προϋποθέτει ένα υποκείμενο, αλλά η τελευταία αμφισβητεί την ίδια την αντίληψη του υποκειμένου. Ο χώρος που προσπαθώ να το αποσαφηνίσω αυτό είναι στην αρχή του κειμένου μου «Critically Queer», στο Bodies that Matter, όπου ξεκινώ με την Φουκοϊκή προϋπόθεση ότι η εξουσία δουλεύει εν μέρει μέσω του λόγου και δουλεύει, επίσης εν μέρει, για να παράγει και να αποσταθεροποιεί υποκείμενα. Αλλά τότε, όταν κάποιος/ -α αρχίσει να σκέφτεται προσεκτικά σε σχέση με το πώς ο λόγος θα μπορούσε να λεχθεί ότι παράγει ένα υποκείμενο, είναι ξεκάθαρο ότι ήδη μιλάει για μια συγκεκριμένη φιγούρα ή μια μεταφορική παραγωγή. Είναι σε αυτό το σημείο που είναι χρήσιμο να στραφούμε στην αντίληψη της επιτελεστικότητας και των επιτελεστικών δράσεων ομιλίας συγκεκριμένα – που γίνονται κατανοητές ως αυτές οι δράσεις ομιλίας που πραγματώνουν (φέρνουν σε ύπαρξη) αυτό που ονομάζουν. Αυτή είναι η στιγμή κατά την οποία ο λόγος γίνεται παραγωγικός με έναν αρκετά συγκεκριμένο τρόπο. Οπότε αυτό που προσπαθώ να κάνω είναι να σκεφτώ σε σχέση με την επιτελεστικότητα ως αυτή την πλευρά του λόγου που έχει την ικανότητα να παράγει αυτό που ονομάζει. Έπειτα κάνω ένα βήμα μπροστά, μέσω της ντερινταϊκής επανεγγραφής του Austin και ισχυρίζομαι ότι αυτή η παραγωγή στην πραγματικότητα πάντοτε συμβαίνει μέσω ενός συγκεκριμένου είδους επανάληψης και απαγγελίας. Οπότε, αν θέλετε την οντολογία της, φαντάζομαι ότι η επιτελεστικότητα αποτελεί το όχημα μέσω του οποίου θεμελιώνονται τα οντολογικά αποτελέσματα. Η επιτελεστικότητα είναι ο τρόπος του λόγου με τον οποίο εγκαθίστανται τα οντολογικά αποτελέσματα. Κάτι τέτοιο. [. . .]

[Έπειτα ρωτάμε την Butler για τον τρόπο με τον οποίο εκείνη αγνοεί, κατά τα φαινόμενα,  τους βιολογικούς φραγμούς στα σώματα, και πιο έκδηλα το γεγονός ότι τα αρσενικά σώματα δεν μπορούν να παράγουν παιδιά σε αντίθεση με τα γυναικεία].

Ναι, θα υπάρξει εδώ αυτή η οργισμένη απάντηση [για το τι κάνω εδώ πέρα], αλλά υπάρχει ένας καλός λόγος τακτικής για να το αναπαράγω. Πάρτε το παράδειγμά σας για την εγκυμοσύνη. Κάποιος/ -α θα μπορούσε μια χαρά να πει: Το θέμα δεν είναι ακριβώς το ότι συγκεκριμένα σώματα, σε αντίθεση με άλλα, πηγαίνουν στο γυναικολόγο και κάνουν συγκεκριμένα είδη εξετάσεων; Και προφανώς θα επιβεβαίωνα κάτι τέτοιο. Αλλά το πραγματικό ερώτημα εδώ είναι το εξής: σε ποιο βαθμό αναγνωρίζεται ένα σώμα από την ικανότητά του για εγκυμοσύνη; Τι είναι η εγκυμοσύνη για να προσδιοριστεί ένα σώμα βάσει αυτής; Κάποιος/ -α θα μπορούσε να πει ότι επειδή κάποια έχει ένα δεδομένο βιολογικό φύλο και άρα πάει στο γυναικολόγο για να κάνει μια εξέταση – αυτό ακριβώς θεμελιώνει την πιθανότητα της εγκυμοσύνης, ή κάποιος/ -α θα μπορούσε να πει ότι το να πας στη γυναικολόγο είναι που συγκροτεί το ίδιο το «βιολογικό φύλο» – αλλά παραμένει, ούτως ή άλλως, το ζήτημα της εγκυμοσύνης αυτό που κάνει κεντρική όλη αυτή τη θεσμική πρακτική εδώ.

Πλέον, μου φαίνεται ότι, αν και γενικά μιλώντας τα γυναικεία σώματα είναι ικανά για εγκυμοσύνη, το γεγονός του ότι, όντως, υπάρχουν θηλυκά παιδιά που δεν μπορούν να εγκυμονήσουν, υπάρχουν μεγάλες σε ηλικία γυναίκες που δεν μπορούν να εγκυμονήσουν, υπάρχουν γυναίκες όλων των ηλικιών που δεν μπορούν να εγκυμονήσουν, και ακόμα και αν μπορούσαν σε ιδεατό επίπεδο, αυτό δεν είναι απαραίτητα το κεντρικό χαρακτηριστικό των σωμάτων τους ή, τέλος, αυτό που τις κάνει γυναίκες. Αυτό το ερώτημα προσπαθεί να κάνει την προβληματική της αναπαραγωγής κεντρική στο να εμφυλοποιήσει το σώμα. Αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι αυτό είναι, ή θα έπρεπε να είναι, αυτό που είναι εντελώς κεντρικό ή πρωτεύον στην εμφυλοποίηση του σώματος. Αν έτσι είναι, νομίζω ότι είναι η επιβολή μιας νόρμας, όχι μια ουδέτερη περιγραφή των βιολογικών ορίων.

Δεν αρνούμαι συγκεκριμένα είδη βιολογικών διαφορών. Αλλά πάντα ρωτάω υπό ποιες προϋποθέσεις, υπό ποιες συνθήκες λόγου και θέσμισης, γίνονται οι συγκεκριμένες βιολογικές διαφορές – και δεν είναι απαραίτητα οι μοναδικές, δεδομένης της ανώμαλης κατάστασης των σωμάτων σε όλο τον κόσμο – τα κεντρικά χαρακτηριστικά του φύλου. Με αυτή την έννοια βρίσκομαι ακόμη σε συμπάθεια με την κριτική του «βιολογικού φύλου» ως πολιτικής κατηγορίας που μας έχει προσφέρει η Monique Wittig. Πιστεύω ακόμη πάρα πολύ στην κριτική της κατηγορίας του φύλου και των τρόπων με τους οποίους οριοθετείται από ένα θεσμό υπονοούμενης, υποχρεωτικής αναπαραγωγής.

Είναι ένα πρακτικό πρόβλημα. Αν είσαι νωρίς στα 20 ή στα τελειώματα των 30 και δεν μπορείς να εγκυμονήσεις για βιολογικούς λόγους, ή πιθανόν να μη θέλεις, για κοινωνικούς λόγους – όποιοι κι αν είναι – παλεύεις εναντίον μιας νόρμας που ρυθμίζει το φύλο σου. Χρειάζεται μια αρκετά σθεναρή (και πολιτικά ενημερωμένη) κοινότητα γύρω σου για να απαλύνει την πιθανή αίσθηση της αποτυχίας, της απώλειας, της πτώχευσης ή της ανεπάρκειας – ένα συλλογικό αγώνα για να αναστοχαστείς την κυρίαρχη νόρμα. Γιατί δε θα έπρεπε μια γυναίκα να θέλει να συμμετάσχει στην ανατροφή παιδιών αλλά να μη θέλει να συμμετάσχει στη γέννηση, ή να μη θέλει να έχει σχέση με τίποτα από αυτά, να μπορεί να «οικήσει» στο φύλο της (inhabit her gender) χωρίς μια αυτονόητη αίσθηση αποτυχίας ή ανεπάρκειας; Όταν ο κόσμος κάνει την ερώτηση «Αυτές δεν είναι βιολογικές διαφορές», στην πραγματικότητα δεν κάνουν μια ερώτηση σε σχέση με την υλικότητα του σώματος. Στην πραγματικότητα ρωτάνε αν ο κοινωνικός θεσμός της αναπαραγωγής είναι το πιο κεντρικό που μπορούμε να σκεφτούμε για το φύλο. Με αυτή την έννοια, λαμβάνεται μια ενίσχυση της νόρμας διαμέσου του λόγου. [. . .]

Δεν είναι μόνο η νόρμα της ετερο-σεξουαλικότητας που είναι ασήμαντη. Είναι όλες οι σεξουαλικές νόρμες. Σκέφτομαι ότι κάθε σεξουαλική θέση είναι θεμελιακά κωμική. Αν λες «Μπορώ να επιθυμήσω μόνο το Χ», αυτό που κάνεις αμέσως, με το να αποδίδεις την επιθυμία σου σε έναν αποκλεισμό, είναι να δημιουργείς μια ολόκληρη σειρά θέσεων που δεν μπορούν να γίνουν αντικείμενο σκέψης από το σημείο που στέκεσαι με την ταυτότητά σου. Πλέον, πιστεύω ότι μία από τις ουσιώδεις πλευρές της κωμωδίας αυτής αναδύεται όταν καταλήγεις στην πραγματικότητα να καταλαμβάνεις μια θέση που μόλις έχεις ανακοινώσει ότι είναι πέρα από τη σκέψη σου. Αυτό είναι αστείο. Υπάρχει μια τεράστια αυτό-αναίρεση μέσα σε αυτό.

Όταν στην τηλεόραση στις ΗΠΑ γίνονταν αντιπαραθέσεις σε σχέση με το θέμα «ομοφυλόφιλοι στο στρατό», ένας γερουσιαστής σηκώθηκε γελώντας και είπε «Πρέπει να παραδεχθώ ότι γνωρίζω ελάχιστα για την ομο-σεξουαλικότητα. Γνωρίζω τα λιγότερα γι αυτό παρά για οποιοδήποτε άλλο πράγμα στον κόσμο». Κι αυτή η δήλωση σε σχέση με την άγνοιά του για την ομο-σεξουαλικότητα ήταν μια δήλωση που έκανε αίσθηση. Έπειτα προσέφυγε αμέσως σε έναν ομοφοβικό «φιλιππικό» λέγοντας πως πιστεύει ότι οι ομοφυλόφιλοι κάνουν σεξ μόνο σε δημόσια μπάνια, ότι είναι όλοι κοκαλιάρηδες, ότι είναι όλοι αρσενικοί κτλ. Οπότε, στην πραγματικότητα αυτό που είχε, ήταν μια πολύ επιθετική και αρκετά έμμονη σχέση με την ομοφυλοφιλία, για την οποία βέβαια δε γνώριζε τίποτα. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποιείς ότι αυτό το άτομο που ισχυρίζεται ότι δεν έχει καμία σχέση με την ομοφυλοφιλία είναι στην πραγματικότητα εντελώς προκατειλημμένο με αυτήν.

Δε νομίζω ότι αυτοί οι αποκλεισμοί είναι άνευ σημασίας. Κάποιοι θα διαφωνούσαν μαζί μου και θα έλεγαν: «Κοίτα, απλά κάποιοι άνθρωποι είναι αδιάφοροι. Ένας ετεροφυλόφιλος μπορεί να είναι αδιάφορος σε σχέση με την ομοφυλοφιλία. Δεν έχει τόση σημασία τι κάνουν οι άλλοι άνθρωποι. Δεν το έχω σκεφτεί τόσο πολύ, ούτε το γουστάρω ούτε όχι. Είμαι απλά σεξουαλικά ουδέτερος σε σχέση με αυτό το ζήτημα». Δεν τα πιστεύω αυτά. Νομίζω ότι το να κατεργάζεσαι μια σεξουαλική θέση, ή το να ανακοινώνεις μια σεξουαλική θέση, πάντα έχει σχέση με το να νιώθεις κυνηγημένος/ -η από αυτό που αποκλείεις. Και όσο πιο αυστηρή είναι η θέση, τόσο πιο μεγάλο το φάντασμα (που την καταδιώκει) και τόσο πιο απειλητικό κατά κάποιο τρόπο. Δεν ξέρω αν αυτή είναι μια Φουκοϊκή θέση. Προφανώς είναι μια ψυχαναλυτική, αλλά αυτό τελικά δε με ενδιαφέρει κιόλας.

 

RP: Θα μπορούσε να έχει και ως αναφορά τη σχέση των ομοφυλόφιλων ως προς την ετεροφυλοφιλία;

 

Butler: Ναι, οπωσδήποτε.

 

RP: Αν και προφανώς όχι με τον ίδιο τρόπο…

 

Butler: Ναι, υπάρχει ένα διαφορετικό πρόβλημα εδώ και είναι δυσκολούτσικο. Όταν μια γυναίκα από το ακροατήριο μιας ομιλίας μου, είπε «Επέζησα του λεσβιακού φεμινισμού και ακόμη επιθυμώ γυναίκες», νόμιζα ότι ήταν πραγματικά μια σπουδαία συλλογιστική, επειδή ένα από τα προβλήματα ήταν το, σύμφωνο με τη νόρμα, αίτημα που είχε αναδυθεί μέσα σε κάποιες λεσβιακές φεμινιστικές κοινότητες ώστε να δημιουργήσουν μια ριζικά συγκεκριμένη λεσβιακή σεξουαλικότητα. (Φυσικά, αυτό δεν το είπαν όλες οι λεσβίες-φεμινίστριες αλλά μια τάση τους μόνο.) [. . .]

            Οι λεσβίες «παράγουν» τον εαυτό τους μέσα σε μια πιο ασθενική πολιτική κοινότητα με το να επιμένουν για το ριζικά αστείρευτο της επιθυμίας τους. Δε νομίζω, όμως, ότι οποιοιδήποτε/ οποιεσδήποτε από εμάς έχουμε αστείρευτα διακριτές επιθυμίες.[. . .]

            Η ετερο-σεξουαλική μήτρα (heterosexual matrix) στο Gender Trouble έγινε ένα είδος ολοκληρωτικού συμβολικού και γι αυτό άλλαξα τον όρο στο Bodies That Matter σε «ετερο-σεξουαλική ηγεμονία». Αυτό ανοίγει τη δυνατότητα ότι αυτή είναι μια μήτρα που μπορεί να αναδιαρθρωθεί, η οποία χαρακτηρίζεται από ένα σφυρηλατήσιμο είδος. Οπότε δεν χρησιμοποιώ τον όρο «ετερο-σεξουαλική μήτρα» στο Bodies That Matter. [. . .]

Υπάρχει μια πολύ συγκεκριμένη αντίληψη του φύλου που εμπλέκεται στην καταναγκαστική ετερο-σεξουαλικότητα: μια συγκεκριμένη οπτική του συμπαγούς του φύλου διαμέσου της οποίας ένα άτομο αισθάνεται κάτι, πως δρα και πως εκφράζει τον εαυτό της σεξουαλικά αποτελεί τη διάρθρωση και την ολοκλήρωση ενός φύλου. Είναι μια συγκεκριμένη αιτιότητα και ταυτότητα που θεμελιώνεται ως συνεκτικότητα του φύλου, η οποία συνδέεται με την καταναγκαστική ετερο-σεξουαλικότητα. Δεν είναι οποιοδήποτε φύλο ή όλα τα φύλα, είναι ένα συγκεκριμένο είδος συμπαγούς φύλου. [. . .]

Ένα από τα προβλήματα με την ομο-σεξουαλικότητα είναι ότι εκφράζει την ψύχωση σε κάποιους ανθρώπους. Πολύς κόσμος θεωρεί ότι αυτό που είναι ως Εγώ μέσα στον κόσμο, οποιοδήποτε φαντασιακό κέντρο κατέχει, θα καταργούταν ριζικά αν συνάπτανε ομο-σεξουαλικές σχέσεις. Θα προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να συνάψουν τέτοιες σχέσεις. Γι αυτούς τους ανθρώπους η ομοφυλοφιλία αναπαριστά την προοπτική της ψυχωτικής κατάργησης του υποκειμένου. Πως θα διακρίνουμε αυτή την ομο-φοβική κατάντια από αυτό που ο Zizek αποκαλεί «το πραγματικό» – όπου το πραγματικό είναι αυτό που στέκει εκτός της συμβολικής συνθήκης και το οποίο απειλεί το υποκείμενο μέσα στη συμβολική συνθήκη με την ψύχωση; [. . .]

 

RP: Ίσως θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε στην πολιτική της queer θεωρίας και συγκεκριμένα στις ιδέες της ανατρεπτικής επανάληψης και της παραβατικής επαν-εγγραφής, τα οποία αγγίξαμε προηγουμένως όταν σας ρωτήσαμε για το drag. Ο Alan Sinfield έχει ισχυριστεί ότι το πρόβλημα με τις υποτιθέμενες ανατρεπτικές αναπαραστάσεις του φύλου είναι ότι πάντοτε είναι αφομοιώσιμες. Το κυρίαρχο πάντοτε μπορεί να βρίσκει έναν τρόπο να τις καταργεί και να επιβεβαιώνει τον εαυτό του. Από την άλλη, ο Jonathan Dollimore έχει αντιτείνει ότι δεν είναι πάντοτε αφομοιώσιμες, αλλά ότι κάθε queer ανάγνωση της ανατρεπτικής επιτέλεσης, κάθε πρόκληση των κυρίαρχων αναπαραστάσεων του φύλου μπορεί να συσταθεί μόνο συλλογικά. Είναι μόνο μέσα στις κριτικές υπο-κουλτούρες που οι παραβατικές επαν-εγγραφές θα κάνουν τη διαφορά. Πως απαντάτε σε αυτές τις απόψεις στα όρια μιας queer πολιτικής της αναπαράστασης;

Butler: Νομίζω ότι ο Sinfield είναι σωστός όταν λέει ότι οποιαδήποτε προσπάθεια ανατροπής είναι δυνητικά αφομοιώσιμη. Δεν υπάρχει τρόπος να εξασφαλιστείς απέναντι σε αυτό. Δεν μπορείς να σχεδιάσεις ή να υπολογίσεις την ανατροπή. Στην πραγματικότητα, θα έλεγα ότι η ανατροπή είναι ακριβώς ένα μη μετρήσιμο αποτέλεσμα. Αυτό είναι που την κάνει ανατρεπτική. Όσο για το ζήτημα του πως μια συγκεκριμένη πρόκληση γίνεται ευανάγνωστη και το αν μια ερμηνεία απαιτεί μια συγκεκριμένη συλλογικότητα, κι αυτό μοιάζει σωστό. Αλλά πιστεύω επίσης ότι οι ανατρεπτικές πρακτικές πρέπει να ξεπεράσουν τη δεδομένη ικανότητα να αναγιγνώσκουν, (πρέπει) να προκαλούν τους συμβατικούς κανόνες της ανάγνωσης και να απαιτούν νέους τρόπους ανάγνωσης.

Για παράδειγμα, όταν η Act Up (η ακτιβιστική ομάδα των λεσβιών και των gay)[9][9] άρχισε για πρώτη φορά να επιτελεί τα Die-ins στους δρόμους της Νέας Υόρκης, ήταν εξαιρετικά δραματικά. Είχε ήδη κάνει θέατρο δρόμου, είχε μια παράδοση διαδηλώσεων και υπήρχε και η πλευρά της παράδοσης της πολιτικής ανυπακοής από το κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων του να κουτσαίνεις και να αναγκάζεις τους αστυνομικούς να σε απομακρύνουν: το να παίζεις τον πεθαμένο. Αυτά τα προηγούμενα ή αυτοί οι κανόνες λάβαιναν χώρα στο Die-in και οι άνθρωποι «πέθαιναν» με τη μία. Έπεφταν στους δρόμους όλοι μαζί και λευκές γραμμές χαράζονταν γύρω από τα σώματα, λες και ήταν γραμμές σαν κι αυτές που βάζει η αστυνομία, μαρκάροντας το χώρο όπου ήταν ξαπλωμένος ο νεκρός. Ήταν ένας συμβολισμός που σόκαρε. Ήταν ευανάγνωστος στο βαθμό που έβαινε στο δρόμο που είχε χαραχθεί από προηγούμενες κουλτούρες διαδηλώσεων, αλλά ήταν και μια καινοτομία. Ήταν μια νέα σκιαγράφηση ενός ορισμένου είδους πολιτικής ανυπακοής. Και ήταν εξαιρετικά περίεργο σε παραστατικό επίπεδο. Έκανε τους ανθρώπους να σταματάνε και να πρέπει να αναγνώσουν αυτό που συνέβαινε.

Υπήρχε σύγχυση. Οι άνθρωποι, αρχικά, δεν ήξεραν γιατί αυτός ο κόσμος έπαιζε «τον πεθαμένο». Πέθαιναν στα αλήθεια, ήταν στην πραγματικότητα άνθρωποι με AIDS; Ίσως ήταν, ίσως και όχι. Μπορεί να ήταν θετικοί στον HIV, ίσως όχι. Δεν υπήρχαν έτοιμες απαντήσεις για αυτά τα ερωτήματα. Το θεατρικό έθετε μια σειρά ερωτημάτων χωρίς να σου δίνει τα εργαλεία για να αναγνώσεις τις απαντήσεις. Αυτό που με ανησυχεί είναι οι πιο άμεσα ευανάγνωστες δράσεις. Αυτές είναι και πιο πιθανές να αφομοιωθούν. Αλλά αυτές που προκαλούν τις πρακτικές της ανάγνωσης, αυτές που μας προκαλούν αβεβαιότητα για το πώς τις αναγιγνώσκουμε, ή μας κάνουν να σκεφτούμε ότι πρέπει να διαπραγματευτούμε τον τρόπο με τον οποίο αναγιγνώσκουμε τα σημεία στο δημόσιο χώρο, αυτές μου μοιάζουν πραγματικά σημαντικές. [. . .]

            Κάποιοι άνθρωποι θα έλεγαν ότι χρειαζόμαστε ένα έδαφος στο οποίο να δρούμε. Χρειάζεται να μοιραζόμαστε ένα συλλογικό έδαφος για τη συλλογική μας δράση. Νομίζω ότι πρέπει να κυνηγήσουμε τις στιγμές της απεδαφικοποίησης, όταν στεκόμαστε σε δύο διαφορετικά σημεία την ίδια στιγμή× ή όταν δεν ξέρουμε που ακριβώς στεκόμαστε× ή όταν έχουμε παράγει μια αισθητική πρακτική που σείει το έδαφος. Εκεί είναι που συμβαίνει η αντίσταση στην αφομοίωση. Είναι σαν ένα ξέσπασμα προς ένα νέο σύνολο παραδειγμάτων.

 

RP: Ποιες είναι οι σχέσεις αυτού του είδους της συμβολικής πολιτικής με τα πιο παραδοσιακά είδη πολιτικής πρακτικής; Προφανώς, η λειτουργία της είναι κατά κάποιο τρόπο δεμένη με το ρόλο των μαζικών μέσων επικοινωνίας στα πολιτικά συστήματα των προηγμένων καπιταλιστικών χωρών, όπου οι αναπαραστάσεις παίζουν ένα ρόλο που δεν έχουν απαραίτητα οπουδήποτε αλλού.

 

Butler: Ναι, συμφωνώ σε αυτό.

 

RP: Ωστόσο, την ίδια στιγμή είναι καίριο κομμάτι αυτού του ρόλου ότι το πεδίο αυτών των αναπαραστάσεων συχνά παραμένει εντελώς αποκομμένο από την αποτελεσματική πολιτική δράση. Κάποιος θα μπορούσε να αντιτείνει ότι ο λόγος που μια πολιτική της αναπαράστασης είναι τόσο αφομοιώσιμη είναι ακριβώς η ίδια η παραμονή στο πεδίο της αναπαράστασης – ότι αποτελεί δηλαδή μόνο ένα μερικό κομμάτι σε σχέση με τη γενικότερη δουλειά του μετασχηματισμού της σχέσης της κοινωνίας με το κράτος, της ίδρυσης νέων θεσμών ή της αλλαγής του νόμου. Πως θα απαντούσατε σε αυτό;

 

Butler: Πρώτα απ’ όλα, εναντιώνομαι στην αντίληψη ότι τα ΜΜΕ είναι μονολιθικά. Ούτε μονολιθικά είναι, ούτε δρουν μόνο και πάντα για να εξημερώνουν/ κυριαρχούν. Κάποιες φορές καταλήγουν στο να φτιάχνουν εικόνες πάνω στις οποίες δεν έχουν έλεγχο. Αυτό το είδος απρόβλεπτου αποτελέσματος μπορεί να αναδυθεί ακριβώς από το κέντρο ενός συντηρητικού media χωρίς μια συνειδητοποίηση του τι συμβαίνει. Υπάρχουν τρόποι για να εκμεταλλευτούμε τα κυρίαρχα media. Η πολιτική της αισθητικής αναπαράστασης έχει ένα τρομερά σημαντικό ρόλο. Αλλά δεν είναι το ίδιο όσο το να παλεύεις για να αλλάξεις το νόμο, ή το να αναπτύσσεις ισχυρούς δεσμούς με πολιτικούς, ή το να κινητοποιείς σημαντικά λόμπι, ή τα είδη των πραγμάτων που χρειάζονται από τα μεγάλα κινήματα βάσης για να ανατρέψουν πχ τους αντι-σοδομιτικούς περιορισμούς.

Ήμουν μέλος μιας ανατρεπτικής θεατρικής ομάδας που λεγόταν LIPS – το οποίο δεν σήμαινε κάτι συγκεκριμένο, το οποίο αγάπησα – και τώρα σχεδιάζω να συμμετάσχω στο συμβούλιο της Διεθνούς Επιτροπής Ανθρώπινων Δικαιωμάτων για Ομοφυλόφιλους και Λεσβίες. Δεν υπάρχει κάτι που να με σταματά να κάνω το ένα ή να κάνω το τάδε πιο πολύ από το δείνα. Για μένα, δε χρειάζεται να κάνουμε κάποια επιλογή. Άλλοι άνθρωποι είναι συγκεκριμένα περισσότερο γνώστες στο πεδίο της ιατρικής περίθαλψης, άλλοι γίνονται ακτιβιστές/ -στριες για το AIDS – το οποίο περιλαμβάνει το να κάθονται στα συμβούλια σημαντικών χημικών επιχειρήσεων/ εταιριών – κάνοντας lobbying[10][10], παίρνοντας τηλέφωνα ή βρισκόμενοι στο δρόμο. Η Φουκοϊκή μέσα μου, μου λέει ότι δεν υπάρχει μόνο μια πλευρά από την οποία μπορείς να αγωνιστείς αποτελεσματικά. Πρέπει να υπάρχουν πολλές και δε χρειάζεται να είναι συμφιλιωμένες μεταξύ τους. [. . .]

 

RP: Θα θέλαμε να κλείσουμε ρωτώντας σας πως βλέπετε το μέλλον του φεμινισμού.

 

Butler: ΗCatharine MacKinnon έχει γίνει τόσο ισχυρή ως ο δημόσιος εκπρόσωπος του φεμινισμού, διεθνώς, που νομίζω ότι ο φεμινισμός θα αρχίσει να παράγει κάποιες ισχυρές εναλλακτικές σε όσα λέει και κάνει – κάποιες εναλλακτικές που θα αναγνωρίζουν τη διανοητική της δύναμη αλλά δε θα τη δαιμονοποιούν, επειδή δεν πιστεύω ότι υπάρχει μια αντι-φεμινιστική εχθρότητα εναντίον της, το οποίο κάποιος/ -α θα έπρεπε να προσέχει ώστε να μην ενθαρρύνει. Βέβαια, το παράδειγμα της θυματοποίησης, η υπερβολική έμφαση στην πορνογραφία, η πολιτισμική αναισθησία και η οικουμενικοποίηση των «δικαιωμάτων» – όλα αυτά πρέπει να συζητηθούν από δυνατές φεμινιστικές θέσεις.

Αυτό που χρειάζεται είναι μια δυναμική και πιο διάχυτη αντίληψη της εξουσίας, μία που να είναι συνδεδεμένη με τη δυσκολία της πολιτισμικής ερμηνείας καθώς και της ανάγκης να αναδιαρθρώσουμε την «οικουμενικότητα» χωρίς ιμπεριαλιστικές κατευθύνσεις. Αυτό είναι ένα δύσκολο έργο και δεν είναι πλέον εφικτό να γυρέψουμε καταφύγιο σε απλά και παραλυτικά μοντέλα δομικής καταπίεσης. Αλλά ακόμη κι τότε, με το αντιμάχομαι μια κυρίαρχη αντίληψη της εξουσίας μέσα στο φεμινισμό, είμαι ακόμα «μέσα στο» ή «από το» φεμινισμό. Και είναι αυτό το παράδοξο το οποίο θα έπρεπε να δουλευτεί, καθώς δεν μπορεί να υπάρξει μια αγνή αντίσταση στην εξουσία, αλλά μόνο μια επαν-επεξεργασία των όρων της μέσω πηγών που είναι ποικίλα νοθευμένες.

 

Σχόλια: Το «Terminal 119 – για την κοινωνική και ατομική αυτονομία» προσθέτει στις μεταφράσεις του μια συνέντευξη της γνωστής queer και φεμινίστριας θεωρητικής Judith Butler. Στην Butler, μετά το 91’, οπότε και δημοσιεύει το μεγαλύτερο έργο της, Gender Trouble, οφείλουμε σε μεγάλο βαθμό τη νέα ώθηση που δόθηκε για τις Σπουδές Φύλου και τη φεμινιστική κριτική σε παγκόσμιο επίπεδο. Την Butler οι πιο πολλοί από μας την ανακαλύψαμε το 2005, συνθήκη που οφείλεται και στο ότι στην Ελλάδα δεν έχει μεταφραστεί μέχρι στιγμής κανένα βιβλίο της (μόνο δύο κείμενα της υπάρχουν, το ένα στον τόμο «Τα όρια του σώματος» και το άλλο στο περιοδικό Θέσεις «Ο μαρξισμός και το απλώς πολιτισμικό» σε μτφ του Άκη Γαβριηλίδη). Η συζήτηση για το queer, εξάλλου, ίσως ξενίζει στα «ελληνικά αυτιά» μιας και αυτή η θεματική λείπει εντελώς μέχρι σήμερα από τις επίσημες ή κεντρικές συνελεύσεις των ομάδων του χώρου. Και δεν είναι μονάχα αυτό. Οι απόψεις της Butler σε πολλά σημεία (άποψη για το ρεφορμισμό, φουκοϊκή προσέγγιση του ακτιβισμού, άποψη για τα ΜΜΕ, άποψη για το εθνικό) είναι λογικό να ξενίζουν το ριζοσπαστικό χώρο στην Ελλάδα. Δε θέλουμε να μπούμε σε μια λεπτομερέστερη κριτική – είναι σαφές ότι παίρνουμε αποστάσεις γύρω από τα όσα λέει – ακόμα και σε αυτή τη συνέντευξη – γύρω από τα ΜΜΕ ή τον ακτιβισμό τύπου Act Up. Να συνυπολογίσουμε, βέβαια, ότι η συνέντευξη δόθηκε το 1993, 13 χρόνια πριν.. Ωστόσο, δημοσιεύουμε τη συνέντευξη για διάφορους λόγους: αρκετά ενδιαφέροντα μας φαίνονται τα επιχειρήματα περί βιολογικού και κοινωνικού φύλου, τα οποία βέβαια αποδεχόμαστε και στην μπροσούρα μας http://www.terminal119.gr/cgi-bin/load.cgi?brossure_tristero.zip , η συζήτηση περί του πόσο αφομοιώσιμες είναι οι στρατηγικές δράσης, η ανάδειξη ενός μέρους των σχέσεων μεταξύ queer και ομοφυλόφιλων, μεταξύ queer και φεμινιστικής θεωρίας. Εν τέλει, μετά από όλη αυτή τη διαπραγμάτευση, μας ικανοποιεί που η Butler διατηρεί και ενσωματώνει μια αντίληψη περί στράτευσης τις εποχές αυτές που όλα μοιάζουν να χάνονται μέσα σε μια αδιάκοπη θεωρητικοποίηση και έναν σχεδόν ολοκληρωτικό σχετικισμό που επιβάλλουν οι, λεγόμενες, μεταμοντέρνες προσεγγίσεις. Η Butler, θεωρούμε ότι – και με το έργο της Gender Trouble – βάζει ένα λιθαράκι στη φεμινιστική παράδοση. Από τη μια, με το να αρνείται να χρησιμοποιήσει συστήματα δυαδικής/ διπολικής οικουμενικής ανάλυσης, από την άλλη, κάνοντας πιο στέρεες τις έννοιες και τα επιχειρήματα γύρω από τις διαφορές των φύλων, τις κοινωνικές κατασκευές και την αποδόμηση.

Terminal 119 – για την κοινωνική και ατομική αυτονομία

[1] ΣτΜ: Οι gender studies (σπουδές φύλου) ξεκίνησαν ήδη από τη δεκαετία του 70’ και πλέον αποτελούν πραγματικότητα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες καθώς και στις ΗΠΑ. Αποτέλεσαν, με μια έννοια, την εκπλήρωση ενός στόχου του γυναικείου κινήματος ώστε να συμπεριληφθεί αρχικά το γυναικείο υποκείμενο στις μελέτες των διάφορων επιστημονικών κλάδων (Ιστορία, Ανθρωπολογία, Βιολογία, Ιατρική κτλ). Ο όρος gender studies έχει πλέον καθιερωθεί αντί των feminist studies και women studies. Η όλη προβληματική γύρω από την απομάκρυνση αυτών των εκπαιδευτικών προγραμμάτων από το χτίσιμο μιας πολιτικής συνείδησης καθώς και η γενικότερη απομάκρυνση των ακαδημαϊκών/ επιστημονικών κοινοτήτων από το ανοιχτό κοινωνικό, έχει εκφραστεί με ποικίλους τρόπους από πολλές φεμινίστριες και συμμετέχουσες σε τέτοιου είδους σπουδές. Στην Ελλάδα μια σύντομη εισαγωγή αυτής της προβληματικής παρουσιάζεται στο 6ο τεύχος του φεμινιστικού περιοδικού «Δίνη» (σελ.302-6).

[2] Η queer θεωρία ξεκινά γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 80’ και εντάσσεται για κάποιες φεμινίστριες στο λεγόμενο «τρίτο κύμα» του κινήματος. Ως μια από τις κορυφαίες θεωρητικές του αναγνωρίζεται η Judith Butler και ως ένα από τα «ορόσημα» της queer θεωρίας το βιβλίο της Gender Trouble (1989). Για μια σύνοψη κάποιων βασικών ιδεών γύρω από αυτή τη θεωρία, βλέπε το μικρό κεφάλαιο στην πρόσφατα εκδοθείσα μπροσούρα του Terminal 119, στη σελίδα http://www.terminal119.gr/cgi-bin/load.cgi?brossure_tristero.zip

[3] Η Teresa De Lauretis είναι σύγχρονη Αμερικανίδα φεμινίστρια. Σημαντικό έργο της ήταν το «Technologies of Gender: Essays on Theory, Film and Fiction» (McMillan, Basingstoke, 1987)

[4] Η Catharine McKinnon είναι σύγχρονη Αμερικανίδα φεμινίστρια. Κλασικό κείμενό της θεωρείται το «Feminism, Marxism, Method and the State: an Agenda for Theory».

[5] Ο όρος «gender» εισάχθηκε πρώτη φορά το 1972 από την ανθρωπολόγο Ann Oakley, ώστε να πάρει την έννοια του «κοινωνικού φύλου», δηλαδή του φύλου που γνωρίζουμε ότι έχει κατασκευαστεί κοινωνικά, και πάντα σε αντίστιξη με τον όρο «sex» ο οποίος θα αντιστοιχούσε στο βιολογικό φύλο. Μέχρι τότε, ο όρος sex ήταν αυτός που σήμαινε το φύλο και για κάποια χρόνια μετά το τέλος του δεύτερου κύματος του φεμινισμού (1960-1980), οι όροι sex και gender  αλληλοσυμπληρώνονταν και συγκρούονταν μέσα σε ένα κλίμα γενικότερης αμηχανίας. Κατατοπιστική είναι η εισαγωγή της Μπακαλάκη για το θέμα στο «Χρήσεις και Καταχρήσεις του κοινωνικού φύλου στην Ανθρωπολογία» (Συνέδριο Μυτιλήνης), η οποία βρίσκεται αυτούσια στη σελίδα http://www.aegean.gr/gender-postgraduate/Documents/Praktika_Synedriou/Κείμενο%20Μπακαλάκη.pdf . Εδώ η Butler προσπαθεί να επανα-προσδιορίσει τη σχέση τους. Στα ελληνικά, η μετάφραση αποδεικνύεται αρκετά δύσκολη, οπότε πότε επιλέγουμε τη μία μεταφραστική οδό και πότε την άλλη, βάζοντας συνήθως τη λέξη του πρωτότυπου σε παρένθεση.

[6] Το σημαντικότερο και το γνωστότερο μέχρι στιγμής βιβλίο της Butler, «Gender Trouble», «συμπληρώθηκε» κατά κάποιο τρόπο από το «Bodies that Matter» (λογοπαίγνιο για τη διττή έννοια της λέξης Matter που σημαίνει τόσο «Σημασία» όσο και «Ύλη») που ακολούθησε λίγα χρόνια μετά.

[7] Η λέξη που μεταφράζουμε από τα αγγλικά είναι το performative, όρος που έχει συγκεκριμένα πολύτιμο βάρος στο θεωρητικό σύμπαν της Butler. Σύντομα, θα ανεβάσουμε στο site ένα μικρό γλωσσάρι γύρω από την ορολογία της Butler – εργασία που ούτως ή άλλως δεν μπορεί να γίνει μέσα από αυτές τις υποσημειώσεις.

[8] Το drag είναι μια μέθοδος αποσταθεροποίησης του φύλου για την Butler. Στο Gender Trouble η συγγραφέας ασχολείται με την «τεχνική» του drag στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου, όπου περιγράφονται κάποιες «ανατρεπτικές σωματικές δράσεις». Η Butler βασίζεται στα γραπτά της Esther Newton για την περαιτέρω επεξεργασία της έννοιας του  drag: το drag λέει ότι «η εμφάνιση αποτελεί μια ψευδαίσθηση» (Gender Trouble, 174)

[9] Θεατρικού χαρακτήρα ομάδα στις ΗΠΑ που ιδρύθηκε το 1987 και βασικός άξονας της δραστηριότητάς της είναι ένα είδος μικρο-ακτιβιστικού λόγου γύρω από το AIDS.

[10] Το να δημιουργείς λόμπι ανθρώπων κοντά σε νευραλγικά σημεία λήψης αποφάσεων ώστε να πιέζουν προς μια κατεύθυνση.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s