Το ταξίδι του Ka-Tzetnik

Ήμουν εκεί για δύο σχεδόν χρόνια. Ο χρόνος εκεί ήταν διαφορετικός από ότι είναι εδώ στη γη. Κάθε κλάσμα δευτερολέπτου έτρεχε σε ένα διαφορετικό κύκλο του χρόνου. Και οι κάτοικοι αυτού του πλανήτη δεν είχαν ονόματα. Δεν είχαν ούτε γονείς, ούτε παιδιά. Δεν ντύνονταν όπως ντυνόμαστε εδώ. Δεν είχαν γεννηθεί εκεί και ούτε καμιά μπορούσε να γεννήσει. Ακόμη κι η αναπνοή τους καθοριζόταν από τους νόμους μιας φύσης διαφορετικής. Δεν ζούσαν, ούτε πεθαίναν, σύμφωνα με τους νόμους του κόσμου αυτού. Τα ονόματά τους ήταν αριθμοί… Με άφησαν, συνέχιζαν να με αφήνουν, αφημένος… για δύο σχεδόν χρόνια με άφηναν και πάντοτε με άφηναν πίσω… Τους βλέπω, με παρακολουθούν, τους βλέπω…

Yehiel De-Nur (Ka-Tzetnik 135633)[1]

Ο Bastiaans ειδικευόταν στη φροντίδα ασθενών που υπέφεραν από αυτό που ονόμαζε «σύνδρομο (KZ) των στρατοπέδων συγκέντρωσης», ένα μετατραυματικό φαινόμενο γνωστό με τη μία ή την άλλη μορφή από τον καιρό του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου αλλά που εμφανίστηκε επίσης σε μια ισχυρή μορφή μεταξύ των επιζώντων των στρατοπέδων συγκέντρωσης των Ναζί. Για αυτούς, μου εξήγησε ο καθηγητής, η προσαρμογή στην κανονική ζωή, αν συνέβαινε καν, θα έπαιρνε 30 ή 40 χρόνια και πάντοτε απαιτούταν τεράστια φυσική και συναισθηματική προσπάθεια. Ο Bastiaans κατάλαβε ότι αυτοί οι επιζώντες που εμφανίζονταν ως ευπροσάρμοστοι, στην πραγματικότητα, βασίζονταν κυρίως σε ισχυρούς αμυντικούς μηχανισμούς. Έτσι, πολλοί από αυτούς γίνονταν εξαιρετικά εσωστρεφείς – «λες και βρίσκονταν σε ένα εσωτερικό στρατόπεδο συγκέντρωσης». Οι τοίχοι αυτού του στρατοπέδου απέφεραν την άμυνά τους. Φοβούνταν να ανοίξουν τις πύλες του και έτσι υπέφεραν τους βασανισμούς τους ατέρμονα και μόνοι τους. Συγγενείς, φίλοι και ακόμη και γιατροί γενικά έτειναν να σκέφτονται πως αυτοί οι επιζώντες είχαν θεραπευτεί από τις εμπειρίες τους και ότι η «καθημερινή» τους ζωή ήταν όπως ακριβώς φαινόταν – μια ιστορία βολική για όλους, κάποιες φορές ακόμη και για τον ίδιο τον επιζώντα.

Πέρασε καιρός μέχρι ο ιατρικός κόσμος να μάθει να αναγνωρίζει ότι οι επιζώντες των στρατοπέδων ζούσαν στην πραγματικότητα μέσα σε συναισθηματικά αποθέματα που συχνά ήταν πολύ ισχνά για να τους κρατήσουν σε ολόκληρη τη ζωή τους. Χρόνια μετά το Ολοκαύτωμα, η δύναμή τους θα εξαντλούταν, ξαφνικά θα αρρώσταιναν, φυσικά ή ψυχικά – ή και θα αυτοκτονούσαν. Η θεραπεία του Bastiaans στόχευε στην αποτροπή αυτής της απώτερης εξάντλησης[2].

Στο τέλος συμφώνησε να πάει. Στο χειρόγραφό του, περιέγραψε τις πέντε θεραπείες που έλαβε στο Leiden. Ξάπλωσε γυμνός, καλυμμένος με ένα σεντόνι. Ο Bastiaans κάθισε δίπλα του, προσφέροντάς του άνεση, και έπειτα του έκανε μια ένεση με LSD. Ο De-Nur μπήκε σε μια κατάσταση ύπνωσης, κατά τη διάρκεια της οποίας μίλησε αγγλικά και κάποιες φορές εβραϊκά. Στα οράματά του, είδε έναν σύντροφο από τα barracks του να τον χτυπάνε μέχρι θανάτου πάνω στα γυμνά του οπίσθια. Είδε έναν ακόμη φίλο ο οποίος ζούσε μέσα στη δυστυχία του μονάχα επειδή υπηρετούσε ως γελωτοποιός για τους άντρες των SS. Ζούσε, δηλαδή, μέχρι και να του γεμίσουν το πρόσωπο με ζελέ και να διατάξουν τους πεινασμένους κρατουμένους να του το γλείψουν από το πρόσωπο. Χίλιοι κρατούμενοι έκαναν έφοδο στον άνθρωπο και σε δευτερόλεπτα έγιναν μια μάζα από χέρια και πόδια και στόματα, δαγκώνοντας και γλείφοντας ο ένας τον άλλον. Οι Γερμανοί ξέσπασαν στα γέλια. Στο έδαφος, ένα πτώμα ξαπλωμένο μέσα στα αίματα, φαγωμένο, λες και το είχαν καταφάει τα ποντίκια. Είδε έναν άντρα των SS να δολοφονεί ένα αγόρι το οποίο είχε γίνει το θύμα των σεξουαλικών του διαστροφών. Ο στρατιώτης έψησε το σώμα του αγοριού σε ένα λάκκο και κατάπιε το κρέας κομμάτι-κομμάτι. Ο De-Nur είδε την αδερφή του Daniela μεταξύ των πόρνων του στρατοπέδου και είδε τη μητέρα του να στέκεται γυμνή στη γραμμή μπροστά στο κρεματόριο μαζί με όλους τους άλλους και τους είδε να πηγαίνουν ψηλά στον καπνό. Είδε τον εαυτό του κατά την «διαλογή» του Δρ. Μένγκελε, καθώς ο Ναζί γιατρός κουνούσε το δάχτυλό του ελαφρά για να δείξει αυτούς που θα ζούσαν και αυτούς που θα πέθαιναν: ξανά και ξανά, τον επέλεγαν να ζήσει. Είχε ψυχεδελικά οράματα που του θύμιζαν πίνακες του Dali. Είδε αγγέλους και δαίμονες. Είδε το Θεό, σε πράσινο, ροζ και κίτρινο. Είδε επίσης ένα μανιτάρι σκόνης από μια ατομική βόμβα, «τον βασιλιά του κόσμου». Βασανίστηκε από τους εφιάλτες του και τα οράματά του και βασανίστηκε με το αίνιγμα της ταυτότητάς του: ποιος ήταν ο Ka-Tzetnik και ποιος ο De-Nur;

Το παρελθόν του συνέχιζε να τον κυνηγάει και αφού η επήρεια του ναρκωτικού έληξε. Δύο μέρες πριν την δεύτερη του συνεδρία, πήγε στην παραλία, νιώθοντας σαν ένας καταδικασμένος άνθρωπος αντιμέτωπος με την εκτέλεσή του. Η τουριστική περίοδος ήταν στην ακμή της. Οι πιο πολλοί τουρίστες έρχονταν από τη Δυτική Γερμανία. «Πρόσεξα μια ομάδα χαρούμενων νέων Γερμανών τουριστών», έγραψε, «τα στήθη και τα χέρια των οποίων είχαν περίεργα τατουάζ»[3].

Σε μια από τις πιο ύστερες υπνώσεις του, είδε τον εαυτό του μέσα σε μια στολή των SS. Στο κεφάλι του υπήρχε ένα καπέλο με το έμβλημα της νεκροκεφαλής και έπειτα γνώριζε «τον πιο φοβερό από όλους τους τρόμους» – ότι ως ανθρώπινο ον μοιραζόταν την ενοχή. Αυτή ήταν, προφανώς, η κύρια αλήθεια που έμαθε στο Leiden: ο De-Nur θα μπορούσε επίσης να είναι ο άντρας των SS. Οπότε απευθύνθηκε στον Θεό: «Ω Κύριε, ελεήμονα και στοργικέ Κύριε, είμαι αυτός, είμαι αυτός που δημιούργησα το Άουσβιτς;»

Μια μέρα κατάλαβε πως η δουλειά του με τον Bastiaans είχε τελειώσει. Είχε γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στον Ka-Tzetnik και τον De-Nur: η θεραπεία του Leiden του είχε αποφέρει την επίγνωση πως ο Ka-Tzetnik ήταν ο De-Nur και πως ο De-Nur ήταν ο Ka-Tzetnik, το ίδιο πρόσωπο. Το Άουσβιτς δεν ήταν ένας άλλος πλανήτης αλλά υπήρχε σε αυτό τον κόσμο, ήταν έργο του ανθρώπου. Άφησε αυτόν τον «άλλο πλανήτη» πίσω του, στο Leiden. Το Άουσβιτς από την κόλαση, το σκοτεινό, αποτελούσε εφιάλτη που ανήκε στο παρελθόν του. Ήταν ικανός πλέον να κοιμηθεί: οι αναμνήσεις δε θα τον βασάνιζαν πλέον τα βράδια. Ωστόσο τα βασανιστικά του οράματα θα συνέχιζαν κατά τη διάρκεια της ημέρας. Δεν ήταν πια το παρελθόν που τον βασάνιζε αλλά το μέλλον: ο φόβος του για ένα πυρηνικό ολοκαύτωμα. «Όπου υπάρχει ανθρωπότητα, υπάρχει Άουσβιτς», έγραψε. «Επειδή δεν ήταν ο Σατανάς που δημιούργησε το Άουσβιτς αλλά εσύ και εγώ, όπως ο Άνθρωπος!». Όπως ο βασιλιάς Σαούλ στο Endor, έγραψε, είχε πάει στον Bastiaans να απαιτήσει μια εξήγηση για το Άουσβιτς της νύχτας. Που θα μπορούσε να πάει τώρα, να απαιτήσει μια εξήγηση για το Άουσβιτς της ημέρας;[4]

Όπως και η ιστορία του Ka-Tzetnik, έτσι και η ιστορία της επίπονης αντιμετώπισης του Ολοκαυτώματος από την πλευρά του Ισραήλ αποτελεί μια ιστορία αβέβαιης ταυτότητας. Το όραμα των Ισραηλινών για το Ολοκαύτωμα έχει σχηματίσει την ιδέα που έχουν για τον εαυτό τους, όπως και η έννοια του εαυτού τους που αλλάζει έχει διαφοροποιήσει την οπτική τους για το Ολοκαύτωμα και την κατανόηση του νοήματός του. Όπως και η εμβληματική ιστορία του Ka-Tzetnik, αυτή η ιστορία περιέχει μέσα της ένα τεράστιο ανθρώπινο δράμα απώθησης και αναγνώρισης, της σπαρακτικής δέσμευσης με τα μαθήματα του παρελθόντος.

Το “Έβδομο Εκατομμύριο” αφηγείται αυτή την μεγαλύτερη ιστορία. Ξεκινώντας με την Σιωνιστική απάντηση στην άνοδο των Ναζί και την άφιξη των πρώτων Γερμανών προσφύγων, καταμαρτυρεί  την ελάχιστα σπλαχνική απάντηση της Εβραϊκής κοινότητας της Παλαιστίνης στην καταστροφή των Εβραίων της Ευρώπης – και τις πρώτες αυτές συναντήσεις πόνου και μη κατανόησης αυτής της κοινότητας με τους επιζώντες.

Μετά τον πόλεμο, μια τεράστια σιωπή κύκλωσε την καταστροφή των Εβραίων. Έπειτα ηθικές και πολιτικές διαμάχες έλαβαν χώρα, συμπεριλαμβανόμενης της επίπονης διαμάχης σχετικά με τις σχέσεις με τη Γερμανία, η οποία γρήγορα έφερε τους Ισραηλινούς στην αναγνώριση του βαθύτερου νοήματος του Ολοκαυτώματος. Η δίκη του Adolf Eichmann εξυπηρέτησε σαν θεραπεία του έθνους, ξεκινώντας μια διαδικασία ταύτισης με την τραγωδία των θυμάτων και των επιζώντων, μια διαδικασία που συνεχίζει μέχρι σήμερα.

Οι πιο μοιραίες αποφάσεις στην Ισραηλινή ιστορία, εκτός της ίδρυσης του ίδιου του κράτους – η μαζική μετανάστευση της δεκαετίας του 50’, ο Πόλεμος των 6 Ημερών και το πυρηνικό πρόγραμμα του Ισραήλ – όλα έγιναν αντιληπτά στη σκιά του Ολοκαυτώματος. Με το πέρασμα των χρόνων, υπήρξαν κι αυτοί που διαστρέβλωσαν την κληρονομιά του Ολοκαυτώματος, μετατρέποντας το σε μια περίεργη μόδα της μνήμης, του θανάτου και του κιτς. Άλλοι επίσης το χρησιμοποίησαν, έπαιξαν μαζί του, το εμπορεύτηκαν, το έκαναν πιο προσιτό και το πολιτικοποίησαν. Καθώς το Ολοκαύτωμα ξεμακραίνει στον χρόνο – και μέσα στη σφαίρα της ιστορίας – τα μαθήματά του έχουν μεταφερθεί στο κέντρο ενός σκληρού αγώνα γύρω από την πολιτική, την ιδεολογία και την σημερινή ηθική.

Το “Έβδομο Εκατομμύριο” ενδιαφέρεται για τους τρόπους με τους οποίους τα πικρά γεγονότα του παρελθόντος συνεχίζουν να διαμορφώνουν τη ζωή ενός έθνους. Όπως το Ολοκαύτωμα επέβαλε μια μεταθανάτια συλλογική ταυτότητα πάνω στα έξι εκατομμύρια θύματά του, αντίστοιχα διαμόρφωσε μια συλλογική ταυτότητα πάνω σε αυτή τη νέα χώρα – όχι μόνο για τους επιζώντες που ήρθαν μετά τον πόλεμο αλλά για όλους τους Ισραηλινούς, τότε και τώρα. Για αυτό και τους ονόμασα το έβδομο εκατομμύριο[5].


[1]    Σελ. 3, “The Seventh Million. The Israelis and the Holocaust” – Tom Segev (Owl Books, 1991).

[2]    Σελ. 7, ό.π.

[3]    Σελ. 8-9, ό.π.

[4]    Σελ. 10, ό.π.

[5]    Σελ. 11, ό.π.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s