Ισλαμόφοβοι ενάντια στην ομοφοβία?

Στις 10 Δεκέμβρη του 2003, η εβδομαδιαία αριστερή εφημερίδα Jungle World δημοσίευσε ένα άρθρο των Γαλλίδων δημοσιογράφων Caroline Fourest και Fiammetta Venner, το οποίο περιείχε μια επιχειρηματολογία που στη συνέχεια θα γινόταν διάσημη. Με τη διαβεβαίωσή τους ότι ο όρος “ισλαμοφοβία” επινοήθηκε για πρώτη φόρα το 1979 από Ιρανούς μουλάδες με σκοπό να αποκηρύξουν τις γυναίκες που αρνούνταν να φορέσουν μαντήλα, οι δύο αρθρογράφοι προσπάθησαν να σταματήσουν την ήδη τότε διεξαγόμενη συζήτηση που αφορούσε στον αντιισλαμικό ρατσισμό. Παρόλο που η διόρθωση δημοσιεύτηκε, μία εβδομάδα μετά, στην ίδια εφημερίδα από τον Bernhard Schmid δεν μπόρεσε να σταματήσει την επιτυχή εξέλιξη αυτού του μικρού προπαγανδιστικού ψέματος. Για περισσότερα από τρία χρόνια, οι συγγραφείς του “Critical of Islam”, επαναλάμβαναν αυτήν την απατηλή ιστορική αναφορά με τόση επιμονή που, παρά το γεγονός ότι ο όρος ισλαμοφοβία είχε κατασκευαστεί σύμφωνα με τους κανόνες του ευρωπαϊκού σχηματισμού λέξεων και παρά το ότι δεν υπήρχε ούτε στις περσικές ούτε στις αραβικές γλώσσες, φαινόταν ότι κάτι τέτοιο δεν μπόρεσε να κλονίσει την πεποίθησή τους.

Στην πραγματικότητα, αυτός ο όρος, που για πρώτη φορά μπορεί να βρεθεί στο “L’ Orient vu de l’ Occident” του Etienne Dinet, απέκτησε τη σημερινή του χρήση μέσω του βιβλίου “Islamophobia: A Challenge for Us All” (1997) της Runnymede Trust. Το αντιρατσιστικό think-tank από τη Βρετανία παρουσιάζει σε αυτή της την εργασία έναν κατάλογο κριτηρίων που παραμένουν εφαρμόσιμα μέχρι και σήμερα σε ότι αφορά τη διάκριση ανάμεσα στις σοβαρές χρήσεις του όρου και τις χρήσεις που κάνει η ισλαμιστική προπαγάνδα. Φυσικά, ο όρος είχε χρησιμοποιηθεί και από φονταμενταλιστικές ομάδες που έδρευαν στην Ευρώπη, όπως η αγγλική Hizb ut-Tahrir, με σκοπό να αποφύγουν το να εξαπολυθεί κριτική εναντίον τους. Αλλά κι άλλες έννοιες επιδέχονται τέτοιας εργαλειοποίησης όπως φαίνεται και στην περίπτωση της συνηθισμένης και σαρωτικής αποκήρυξης των κριτικών των αποικισμών και πολιτικών κατοχής του Ισραήλ, ως “αντισημιτικών”.

Έτσι, έχει νόημα σήμερα να οριοθετήσουμε στενά τις έννοιες που σχετίζονται με τη μελέτη των προκαταλήψεων, μέσα στο πλαίσιο των αληθινών συγκρούσεων και αντιπαραθέσεων, όσο και το να θέτει κανείς όρια  στις αυθαίρετες και απαξιωτικές χρήσεις του όρου. Σύμφωνα με τον ορισμό που έδωσε η Runnymede Trust, η ισλαμοφοβία είναι παρούσα μεταξύ άλλων: (1) αν το Ισλάμ θεωρηθεί ως ένα μονολιθικό σώμα το οποίο είναι στατικό και ανίκανο να αλλάξει, (2) αν ιδωθεί ως ξέχωρο και “άλλο” που δεν μοιράζεται κοινές αξίες με άλλες κουλτούρες, ανίκανο να επηρεαστεί από αυτές ή να τις επηρεάσει , (3) αν θεωρηθεί ως κατώτερο από τη Δύση, βάρβαρο, ανορθολογικό και σεξιστικό και (4) αν εκληφθεί αποκλειστικά ως βίαιο, επιθετικό, απειλητικό, τρομοκρατικό και αγκυλωμένο μέσα σε μια πολιτισμική σύγκρουση.

Ο ισλαμοφοβικός χώρος

Τώρα, θα ήταν απόλυτα λανθασμένο να δημιουργηθούν δημοσκοπήσεις, βασισμένες σε αυτά τα κριτήρια, αλά Wilhelm Heitmeyer, με σκοπό να καθοριστεί η ποσοτική διάδοση της ισλαμοφοβίας στον γερμανικό πληθυσμό. Αυτό που είναι ορατό σε αυτές τις δημοσκοπήσεις είναι ακόμα και στην πλειοψηφία των περιπτώσεων ένας λαϊκίστικος εθνικισμός και το ωμό μίσος για τους ξένους. Η ισλαμοφοβία που εμφανίζεται σε αυτή τη χώρα, όχι ως μαζικό φαινόμενο αλλά ως ένας λόγος ελιτίστικος, τον οποίο ασπάζεται υπολογίσιμος αριθμός της αριστερής, φιλελεύθερης και συντηρητικής διανόησης, κάνει δυνατή την άρθρωση συναισθημάτων εναντίον των μεταναστών και των αντιρατσιστών με έναν τρόπο που θα επέτρεπε σε κάποιον από τους προαναφερθέντες να εμφανιστεί ως πρωταθλητής του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Αυτό για το οποίο οι ισλαμόφοβοι κατηγορούν τους ανθρώπους της τουρκικής και αραβικής κληρονομιάς δεν θα μπορούσε καν να γίνει αντιληπτό ως κατηγορία για την πλειοψηφία των Γερμανών: την εναντίωση στους Εβραίους και το Ισραήλ, την αποδοκιμασία των ομοφυλόφιλων και την πιο σεξιστική υποτίμηση των γυναικών – όλα αυτά, που δεν είναι παρά παγιωμένες μορφές της γερμανικής καθημερινής πρακτικής, στον ισλαμοφοβικό λόγο ερμηνεύονται ως ειδικές ποιότητες των Μουσουλμάνων μεταναστών οι οποίες θα τους απέκλειαν από το να γίνουν μέλη της Γερμανικής κοινωνίας.

Χαρακτηριστική εδώ είναι η χρήση της συνωμοτικής φαντασίας: για παράδειγμα η διάσημη πρώην αριστερή Ιταλίδα δημοσιογράφος, Oriana Fallaci, μία από τις ηγέτιδες του ισλαμοφοβικού κινήματος, μιλάει για τους μουσουλμάνους στην Ευρώπη σαν να ήταν η πρωτοπορία μιας σχεδιασμένης εισβολής[1], και η πρώην εκδότρια του Kalaschnikov[2], Gudrun Eussner, διαπραγματεύτηκε τις εξεγέρσεις στα γαλλικά προάστια σαν μια, καθοδηγούμενη από τους ισλαμιστές, “Ιντιφάντα των Προαστίων”[3]. Το Μάρτη του 2006, η Eussner, συμμετείχε σε ένα διεθνές συμπόσιο που είχε καλεστεί από τους συντηρητικούς του περιοδικού Front Page, μια διαδικτυακή εφημερίδα που συχνά επισκεπτόταν ο γερμανικός ισλαμοφοβικός χώρος, η οποία εκδιδόταν από τον πρώην μαρξιστή και επιφανή Αμερικανό δεξιό David Horowitz. Το ακόλουθο βρέθηκε στην εισαγωγή από ένα από τα κείμενα του συνεδρίου: “Μια μουσουλμανική επιδημία βιασμών διαχέεται σε όλη την Ευρώπη και σε πολλά άλλα έθνη που φιλοξενούν μετανάστες από τον μουσουλμανικό κόσμο. Η άμεση σύνδεση μεταξύ των βιασμών και του Ισλάμ δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο άρνησης, τη στιγμή που οι Μουσουλμάνοι υπερ-εκπροσωπούνται σημαντικά ανάμεσα στους καταδικασμένους βιαστές και υπόπτους βιασμών[4]. Η λογική είναι εντυπωσιακά ηλίθια λες και η στατιστική συσχέτιση – η οποία επίσης υπάρχει και ανάμεσα στο μέγεθος των παπουτσιών και στο εισόδημα – θα μπορούσε να παρέχει απόδειξη για μια αιτιακή σχέση. Κοινωνικοί παράγοντες, όπως ανεργία, φτώχεια, πατριαρχικά μοντέλα ρόλων, παραβλέπονται για χάρη μιας θρησκευτικής ερμηνείας. Αλλά, σαν να μην ήταν αυτό αρκετό, στις εργασίες του συνεδρίου η Eussner απεικονίζει τους βιασμούς σαν μέρος μιας οργανωμένης τζιχαντιστικής στρατηγικής, της οποίας σκοπός εκπλήρωσης αποτελεί η εξάπλωση του Ισλάμ στην Ευρώπη. Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, οι μη-Μουσουλμάνες τιμωρούνται για τη μη συμμορφώσή τους στο Κοράνι. Υποτίθεται ότι πίσω από όλα αυτά βρίσκεται ο softcore ισλαμιστής Tariq Ramadan, ο οποίος υποτίθεται ότι έχει ξεκινήσει αυτούς τους βιασμούς με την πρότασή του ότι η Ευρώπη δεν θα έπρεπε πλέον να θεωρείται ως μια “Εστία Πολέμου” (της οποίας τους νόμους ο καθένας θα πρέπει να υπακούει από τη στιγμή που βρίσκεται σε μια μειονότητα) αλλά πλέον ως η “Εστία Πρόσκλησης του Ισλάμ”. Για τους ισλαμοφοβικούς, το μίσος για τους Μουσουλμάνους είναι προφανώς το υποκατάστατο του αντισημιτισμού. Κάνουν χρήση παρόμοιων μηχανισμών θεωριών συνωμοσίας, οι οποίοι ήταν παραδοσιακά λειτουργικοί για την αντιπάθεια προς τους Εβραίους. Πρώτα από όλα, αυτό που ο Horkheimer και ο Adorno αποκαλούσαν “παθική προβολή”: ένα φαινόμενο όπως ο βιασμός ξεδιαλέγεται, συστηματικά εθνικοποιείται και, τελικά, πάνω στη βάση των τσιτάτων του Κορανίου και τον καταλογισμό μιας συλλογικής αραβικής ψυχής η οποία ερμηνεύεται είτε ως μια μεθοδική διαδικασία για την κατάκτηση της Ευρώπης, είτε ως μια ουσιοκρατική έκφραση μιας “κουλτούρας” που δεν μπορεί να εναρμονιστεί με τη Δύση. Οι απαιτήσεις, συνεπώς, είναι η απέλαση, ο κοινωνικός αποκλεισμός, η άρνηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και η επιβολή αυστηρότερων  νόμων για τους μετανάστες. Όπως ακριβώς είχε επιτραπεί, για παράδειγμα, στον  ισλαμοφοβικό συγγραφέα Horst Pankow να απαιτεί μέσα από το αριστερό περιοδικό Konkret (03.06). Κάποιες φορές, ακόμη και φαντασιώσεις για πογκρόμ παρουσιάζονται ανοιχτά, όπως όταν η Oriana Fallaci μιλάει στο βιβλίο της “The Rage and the Pride”, για τις απειλές της προς την αστυνομία ότι θα βάλει φωτιά στα αντίσκηνα των Αφρικανών Μουσουλμάνων προσφύγων, επειδή εκείνοι εσκεμμένα κατούρησαν σε ένα κολυμπήθρα στη Φλωρεντία. Για αυτό το λόγο, παρέλαβε τα συγχαρητήρια του φροϊδικού και μαρξιστή Uli Krug (Bahamas, No39, 2002 – http://www.redaktion-bahamas.org/hefte/edit51.htm). Αυτό ριζικά δεν είχε να κάνει με την κριτική της θρησκείας, ακόμη κι αν αυτό είναι το αρχικό προκείμενο που προωθείται από τους εκπροσώπους του ισλαμοφοβικού χώρου, αλλά τώρα ακόμη και το εξώφυλλο των Bahamas (Νο51, 2006) έχει διακοσμηθεί με μια μεγαλόπρεπη φωτογραφία του φονταμενταλιστή καθολικού Joseph Ratzinger, ο οποίος τιμάται εκεί πέρα ως ένας ήρωας του αγώνα ενάντια στην ισλαμική εισβολή. Ακόμη και μια εφημερίδα όπως η Jungle World, αναφερόμενη στην περίπτωση των σχολίων  του Πάπα Βενέδικτου του 16ου για το Ισλάμ, παρατήρησε την “εκθαμβωτική ομοιότητα μεταξύ της Κριτικής Θεωρίας και της παπικής φιλοσοφίας[5] – για την οποία βέβαια κάποιος θα μπορούσε πολεμικά να αντιτείνει ότι και στις δύο παρατηρείται και μια κοινή βάση ομοφοβίας[6].

Η πολιτισμικοποίηση της ομοφοβίας

Και έτσι με αυτά φτάνουμε σε ένα θέμα που παρέχει στους αριστερούς ισλαμόφοβους ένα προκείμενο για να πουλάνε τα αισθήματά τους σαν politically correct, ακόμη και χειραφετητικά. Ενώ οι δριμείες κατηγορίες όπως αυτές του αντισημιτισμού τείνουν να χάνουν την ορμή τους όταν αντιπαρατίθενται με την πραγματικότητα – για παράδειγμα, στην περίπτωση της συντριπτικής πλειοψηφίας των μουσουλμάνων της Γαλλίας, στους οποίους πάλι απευθύνθηκαν αυτές οι κατηγορίες κατά τη διάρκεια των εξεγέρσεων στα προάστια στο τέλος του 2005, το 71% εκφράζει “θετικές απόψεις για τους Εβραίους”[7] παρά τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή – φαίνεται όντως πως υπάρχει κάτι που δημιουργεί υπόνοιες σχετικά με την κατασκευή μιας ειδικής Ισλαμικής ομοφοβίας, αν κάποιος θα ήθελε να πιστέψει την έρευνα από μια νέα δημοσκόπηση[8]. Ενώ, για παράδειγμα, το 66% των Βρετανών/ Γάλλων βλέπουν σήμερα την ομοφυλοφιλική δραστηριότητα ως “ηθικά αποδεκτή”, μεταξύ των Μουσουλμάνων του Λονδίνου το ποσοστό είναι απλώς 4%. Στο Βερολίνο, επίσης, όπου οι Μουσουλμάνοι θεωρούνται πιο φιλελεύθεροι – αν και η θρησκεία δεν είναι λιγότερο σημαντική για αυτούς από ότι για τους ομόθρησκούς τους στην πρωτεύουσα της Βρετανίας – το ποσοστό είναι 26% απέναντι σε ένα 68% των Γερμανών μη μουσουλμάνων. Αλλά, αν παρατηρήσει κάποιος καλύτερα, γίνεται φανερό ότι αυτό αποτελεί μια μερική μόνον οπτική ενός μεγαλύτερου συμφραζόμενου: οι Μουσουλμάνοι του Λονδίνου θεωρούνται πιο συντηρητικοί σε άλλα ζητήματα όπως το σεξ έξω από το γάμο, την έκτρωση, την πορνογραφία. Στην πραγματικότητα αυτό είναι το μοναδικό πεδίο στο οποίο το γκάλοπ είναι ικανό να διαβεβαιώσει σημαντικές διαφορές απόψεων. Σε ότι αφορά τη βία, τις βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας, τις δολοφονίες τιμής και τις θανατικές ποινές, οι Μουσουλμάνοι είναι είτε το ίδιο σκεπτικοί είτε και ξεπερνούν τους μη μουσουλμάνους συμπολίτες τους στο σκεπτικισμό.

Αλλά τι πράγματι σημαίνουν αυτοί οι αριθμοί και τι συμπεράσματα μπορεί να βγάλει κανείς από αυτούς; Για τους ισλαμοφοβικούς, πρόκειται ξεκάθαρα για την υπόθεση της “Σύγκρουσης των Πολιτισμών”. Ωστόσο, η διαφορά μεταξύ των Μουσουλμάνων στο Βερολίνο και στο Λονδίνο από μόνη της διαψεύδει αυτή την οπτική. Αναλόγως μεγάλες διαφορές υπάρχουν επίσης ανάμεσα στους Γερμανούς και τους Γάλλους. Αλλά αυτό δεν θεωρείται περισσότερο άξιο αναφοράς από ότι και οι αναμενόμενες διαφορές που θα προέκυπταν από μια δημοσκόπηση που θα διεξαγόταν ανάμεσα στους Δανούς και τους Πολωνούς. Αυτό που φαίνεται να εμφανίζεται με τους Μουσουλμάνους είναι συγκεκριμένα μια τάση προς την υποστασιοποίηση/ ουσιοκρατικοποίηση του “Άλλου”. Η συμπεριφορά τους σε αντίθεση με αυτή των λευκών Ευρωπαίων έχει καταδικαστεί ως στατική και αδύνατον να αλλάξει, ανεπηρέαστη από εξωτερικές επιδράσεις, εγκλωβισμένη από τα θεμελιώδη δόγματα της θρησκείας τους. Αλλά είναι πράγματι τέτοιες δημοσκοπήσεις που θα μας προσφέρουν ενδείξεις για τη διάδοση της ομοφοβίας; Για να απαντήσουμε σε αυτή την ερώτηση, ας πάμε πίσω στο 1991. Ακόμη και τότε, τα 2/3 των Γερμανών συμφωνούσαν με την ακόλουθη δήλωση: “Οι σεξουαλικοί προσανατολισμοί δεν με ενδιαφέρουν. Γιατί να με ενοχλούν;[9] – με αυτό κρατούσαν σαφέστατα μια απόσταση από το 1/3 των ερωτηθέντων οι οποίοι εξέφραζαν τις ακόλουθες απόψεις: “Αυτό που κάνουν οι ομοφυλόφιλοι είναι ντροπή. Θα έπρεπε να ευνουχιστούν” ή “Πρέπει να γίνουν τα πάντα για να προληφθεί η εξάπλωση της ομοφυλοφιλίας ακόμη και μεταξύ των ενηλίκων. Για αυτό το λόγο χρειαζόμαστε αυστηρότερους ποινικούς κώδικες”. Το 1974 αυτά τα δύο σώματα απόψεων είχαν μια σχέση 50-50 μεταξύ τους. Αυτό φάνηκε ως μια  ξεκάθαρη εξέλιξη.

Ωστόσο, η έρευνα μας παρέδωσε έναν αριθμό περαιτέρω ενδιαφερόντων αποτελεσμάτων. Παρόλο που η πλειοψηφία των ερωτηθέντων ισχυριζόταν ότι δεν ενοχλείται από τις σεξουαλικές προτιμήσεις των άλλων, το 70% των Γερμανών την ίδια στιγμή, υιοθετούσε τον αποκλεισμό εναντίον των ομοφυλόφιλων με τη μορφή του περιορισμού της αποδοχής τους σε πολιτικά γραφεία ή καριέρες στην εκπαίδευση (το 1977 το ποσοστό ήταν γύρω στο 90%). Επιπλέον, τα 2/3 παραδέχονταν ότι προτιμούσαν να αποφεύγουν την επαφή με ομοφυλόφιλους άντρες. Και γύρω στο 40% εξηγούσε ότι αρρωσταίνουν με την παρουσία τέτοιων ανθρώπων. Και το εντυπωσιακό είναι πως σε αυτό ακριβώς το πεδίο, που έρχεται πιο κοντά στην ομοφοβία, (είναι που) δεν έχει αλλάξει σχεδόν τίποτα από το 1974 ως το 1991.

Προφανώς, η “σεξουαλική απελευθέρωση” οδήγησε σε μια ιδεολογική αλλαγή της συμπεριφοράς στη γερμανική κοινωνία σε σχέση με την ηθική αποδοχή των “αποκλινόντων (παρεκκλινόντων) σεξουαλικών πρακτικών”. Αλλά αυτό πρακτικά δεν είχε καμία επίδραση πάνω στην ομοφοβική θέσμιση του αστικού υποκειμένου. Γιατί η ομοφοβία δεν αποτελεί την ηθική αξιολόγηση της ομοφυλοφιλικής συμπεριφοράς – αποτελεί τον φόβο επαφής με τα άτομα του ίδιου φύλου που αντανακλάται με το να μην έρχεται κανείς σε φυσική επαφή με ομοφυλόφιλους ή να τους τιμωρεί για τη “φύση” τους. Το ότι αυτό δεν είναι και πολύ μια υπόθεση συνειδητής συμπεριφοράς αλλά περισσότερο μια πράξη καταπίεσης, καταδεικνύεται από μια πειραματική ψυχολογική μελέτη του 1993 σύμφωνα με την οποία οι ομοφοβικοί άντρες ερεθίζονται από την gay πορνογραφία σε ένα ποσοστό συχνότητας του 80% σε σχέση πάντα με το 34% των μη ομοφοβικών αντρών, ενώ την ίδια στιγμή κατηγορηματικά αρνούνται αυτό το γεγονός[10].

Η ομοφοβία ως κοινωνική κατασκευή

Στην κοινωνία μας η εμπειρία του έρωτα και της επιθυμίας προς το ίδιο φύλο είναι δεμένη με την προϋπόθεση ενός ομοφυλοφιλικού ρόλου που θεωρείται ως “παρά φύσει”. Οποιοσδήποτε δεν επιθυμεί να γλιστρήσει σε αυτό το ρόλο, συμβουλεύεται καλού-κακού να αποκρύπτει τέτοιες επιθυμίες από τον ίδιο του τον εαυτό και από τους άλλους. Αυτό δεν έχει και πολύ να κάνει με μετασχηματιζόμενες ιδεολογικές στάσεις. Αυτός είναι ένας λόγος που το σύνδρομο της ομοφοβίας έχει επιζήσει, άθικτο, από τις προφανείς αλλαγές στη συμπεριφορά που συνόδευσαν την “σεξουαλική επανάσταση”. Περαιτέρω, αν κάποιος θεωρεί την εξέλιξη της ομοφοβίας σαν μια αντικειμενική κοινωνική μορφή, μέσα σε μια μεγαλύτερη χρονική περίοδο και μέσα σε ένα ευρύτερο γεωγραφικό πεδίο, θα μπορούσε μια χαρά να ισχυριστεί ότι αυτή η δομή είναι πολύ λιγότερο σημαδεμένη από μια ιδεολογική αδυναμία και πολύ περισσότερο από μια εσωτερική και εξωτερική επέκταση: εσωτερικά, από την επέκταση στις γυναίκες και τη νεολαία[11] – των οποίων οι ρομαντικές φιλίες παλιότερα πολύ σπάνια συζητιόνταν – και εξωτερικά, από την αυξανόμενη ενσωμάτωση του μη δυτικού κόσμου. Για την πρώτη περίπτωση, μια μελέτη για τη σεξουαλικότητα ανάμεσα στους νεολαίους, η οποία επαναλαμβάνεται κάθε είκοσι χρόνια, θα χρησιμεύσει ίσως ως παράδειγμα. Σύμφωνα με τη μελέτη αυτή, ο αριθμός των αγοριών από 16 μέχρι 18 χρονών που παραδέχτηκαν ότι είχαν σεξουαλικές εμπειρίες με άτομα του ίδιου φύλου έπεσε από το 18% στο 2%, ανάμεσα στα 1970 και 1990 – δηλαδή, μέσα στη φάση της “σεξουαλικής απελευθέρωσης”[12]. Ο αυξανόμενος φόβος να θεωρηθεί κάποιος “gay” στις ΗΠΑ, όταν έρθει κοντά με ένα άλλο αγόρι μπορεί να συναχθεί, αν αναλογιστεί κανείς την ανάδυση ενός νέου αστικού ιδιώματος, της έκφρασης “η θέση του gay” (the gay seat): αυτό που εννοούν με αυτό είναι η θέση που αφήνεται από δύο αγόρια όταν πάνε μαζί στον κινηματογράφο. Όποιος παίρνει τη θέση, είναι gay! Αυτό δείχνει ξεκάθαρα ότι η ομοφοβία δεν είναι ζήτημα ατομικής προδιάθεσης αλλά μάλλον μια κοινωνική κλίμακα που δημιουργεί “gays” ως καταρχήν παρεκκλίνουσες θέσεις υποκειμένων. Ένα πολύ ωραίο παράδειγμα για αυτό είναι – και με αυτό επιστρέφουμε ακόμη μια φορά στην αφετηρία μας – ο λεγόμενος “Ισλαμικός Κόσμος”. Στην κλασική αραβική γλώσσα δεν υπάρχει μια λέξη για τους  ομοφυλόφιλους και, επιπλέον, δεν θα ήταν υπερβολή να πει κανείς ότι σχεδόν τα μισά από τα κλασικά ερωτικά Αραβικά ποιήματα έχουν συντεθεί από άντρες συγγραφείς για άτομα του ίδιου φύλου. Σε αυτό δεν εναντιώνονταν ούτε οι  ευσεβείς – αν και θεωρούσαν το πρωκτικό σεξ σαν θανάσιμη αμαρτία. Όταν ο Μαροκινός λόγιος Muhammad al-Saffar επισκέφτηκε το Παρίσι το 1840 παρατήρησε με έκπληξη: “Το φλερτ, ο ρομαντισμός και η ερωτοτροπία για αυτούς γίνεται αντιληπτός μόνον προς τις γυναίκες, γιατί δεν συνηθίζεται σε αγόρια και νέους άντρες. Αντίθετα, αυτό είναι εξαιρετικά ατιμωτικό για αυτούς[13].

Υπό αυτό το πρίσμα, θα φαινόταν ως μια ειρωνεία της ιστορίας ότι οι Άραβες και οι Τούρκοι Μουσουλμάνοι, διαλεγμένοι μέσα από όλους τους ανθρώπους, πρέπει να είναι αυτοί που θα υποφέρουν έτσι ώστε να επιτρέψουν στους Ευρωπαίους να αναπαριστούν τους εαυτούς τους ως ανεκτικούς υποστηρικτές εκ μέρους των ίδιων των “ομοφυλόφιλων”, τους οποίους εξάλλου εκείνοι ήταν που ξεδιάλεξαν σε πρώτη φάση ως διακριτή “μειονότητα” μέσα από μια διαδικασία κανονικοποίησης που κράτησε αιώνες.

(Το κείμενο ”Ισλαμόφοβοι ενάντια στην ομοφοβία;” γράφτηκε από τον φίλο Georg Klauda στο Βερολίνο, τον Νοέμβρη του 2007. Το παραχώρησε στο terminal 119 και το μεταφράσαμε στις αρχές Γενάρη του 2007).


[1] “Η Ευρώπη δεν είναι πια Ευρώπη, είναι Ευραραβία, μια αποικία του Ισλάμ, όπου η ισλαμική εισβολή δεν διεξάγεται μόνο με μια φυσική έννοια αλλά και με μια ηθική και πολιτιστική έννοια”. («Prophet of Decline: An Interview with Oriana Fallaci,»  Opinion Journal, 23 June 2005).

[2] Το Kalaschnikov είναι ένα πρώην αριστερό περιοδικό που έχει γίνει πλέον ένα περιοδικό της   «Red-Brown» σκέψης.

[3] Gudrun Eussner, «Vorstadt-Intifada — ‘Allah Houakbar!'» 5 November 2005.

[4] Jamie Glazov, «Symposium: To Rape an Unveiled Woman,» FrontPage Magazine, 7 March 2006.

[5] Rudi Thiessen, «Habemus Papam Habermas,» Jungle World 38.20, September 2006.

[6] Cf. Randall Hall, «Zwischen Marxismus und Psychoanalyse: Antifaschismus und Antihomosexualität in der Frankfurter Schule,» Zeitschrift für Sexualforschung 9 (1996), pp. 343-357.

[7] Pew Global Attitudes Project, «The Great Divide: How Westerners and Muslims View Each Other,» 22 June 2006.

[8] Zsolt Nyiri, «Values Questions Set European Muslims Apart,» Gallop World Poll, 27 April 2007.

[9] Cf. Michael Bochow, «Einstellungen und Werthaltungen zu homosexuellen Männern in Ost- und Westdeutschland,» Günter Dworek (Ed.), Gefahr von rechts: Gibt es eine antischwule Trendwende? Köln: SVD-NRW, 1993, p. 48.

[10] Henry E. Adams, et al., «Is Homophobia Associated with Homosexual Arousal?» Journal of Abnormal Psychology 105.3 (1996), 440-445.

[12] Cf. Gunter Schmidt, «Gibt es Heterosexualität?» taz Magazin 17.3, No. 6399, 2001; Volkmar Sigusch, «Jugendsexualität — Veränderungen in den letzten Jahrzehnten,» Deutsches Ärzteblatt 95 (1998).

[13] Khaled El-Rouayheb, Before Homosexuality in the Arab-Islamic World, 1500-1800, Chicago: University of Chicago Press, 2005, p. 2.

Advertisements

One thought on “Ισλαμόφοβοι ενάντια στην ομοφοβία?

  1. Παράθεμα: Ισλαμόφοβοι ενάντια στην ομοφοβία; | Eagainst.com

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s