Φιλελεύθερος ρατσισμός στην Ολλανδία

Στις τοπικές εκλογές του 2002 πάνω από το ένα τρίτο του πληθυσμού του Ρότερνταμ ψήφισε τον ακροδεξιό λαϊκιστή Πιμ Φόρτουιν (PimFortuyn). Δύο μήνες αργότερα ο Φόρτουιν δολοφονήθηκε. Δέκα μέρες αργότερα το κόμμα του LijstPimFortuyn (LPF) κέρδισε τις 26 από τις 150 έδρες του κοινοβουλίου. Αν και είχε ιδρυθεί μόλις τρεις μήνες πιο πριν, το LPF έγινε το δεύτερο δυνατότερο κόμμα στην Ολλανδία.

Η μεγάλη νίκη του Φόρτουιν βασίστηκε στη δεκάχρονη αντι-μεταναστευτική καμπάνια των πολιτικών αναλυτών, των κοινωνικών επιστημόνων και των συντηρητικών, φιλελεύθερων, χριστιανοδημοκρατών και σοσιαλδημοκρατών πολιτικών. Ο ηγέτης των συντηρητικών Bolkenstein πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του ’90 επιτιθέμενος στους μετανάστες και τους πρόσφυγες ως εγκληματίες και καταχραστές της κοινωνικής ασφάλισης, μέχρι που προήχθη στις Βρυξέλλες για να γίνει επίτροπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα αισθήματα φυλετικής ανωτερότητας που χρονολογούνται πίσω στην αποικιοκρατική περίοδο επανέρχονται στην επιφάνεια με ευκολία. Οι Ολλανδοί άρχισαν να αντιλαμβάνονται τους μετανάστες και τους πρόσφυγες κυρίως ως πρόβλημα. Ως αποτέλεσμα αυτού πολλοί σκληροί αντι-μεταναστευτικοί νόμοι πέρασαν χωρίς μεγάλες διαμαρτυρίες. Ο κοινωνικός-δημοσιονομικός αριθμός  πέρασε το 1992, η υποχρεωτική ταυτοποίηση το 1995 και το «Koppelingswet» το 1998, ένας νόμος με τον οποίο όλες οι βάσεις δεδομένων της κυβέρνησης ενοποιούνται για να αποκλείσουν τους ανθρώπους χωρίς χαρτιά από όλες τις υπηρεσίες. Το 2001 ένας νέος μεταναστευτικός νόμος έκανε ακατόρθωτη τη χορήγηση ασύλου για πρόσφυγες στην Ολλανδία. Ταυτόχρονα αυξήθηκαν οι συνοριακοί έλεγχοι και οι επιδρομές στους εργασιακούς χώρους, καθώς και οι ειδικές φυλακές για τους ανθρώπους χωρίς χαρτιά. Λόγω εσωτερικών διενέξεων η ακροδεξιά δεν ήταν ικανή να χρησιμοποιήσει τη ρατσιστική ατμόσφαιρα, να βγει στους δρόμους και να χτίσει ένα σοβαρό κόμμα. Δεν θα ήταν ικανοί να κινητοποιήσουν και πολύ κόσμο, όπως και να έχει, επειδή ακόμα σχετίζονται με τη ναζιστική κατοχή στον Β’ Π.Π. και ακόμη επειδή η έντιμη κεντρική πολιτική ήδη επιτίθετο στους ξένους με μεγάλη ένταση.

Την άνοιξη του 2000 ο πρώην κομμουνιστής πολιτικός αναλυτής Paul Scheffer δημοσίευσε το διάσημο άρθρο του για το «πολυπολιτισμικό δράμα». Κατά την άποψή του μετανάστες και πρόσφυγες δεν αφομοιώνονται αρκετά από την ολλανδική κοινωνία. Οι περισσότεροι mainstream πολιτικοί αναλυτές συμφώνησαν μαζί του και είπαν ότι οι Ολλανδοί είναι πολύ ανεκτικοί απέναντι στους ξένους, οι οποίοι έχουν «βάρβαρες» ιδέες και συνήθεια που «εμείς οι φιλελεύθεροι Ολλανδοί δεν εγκρίνουμε».  Όλοι τους ποζάρουν σαν υπερασπιστές του Διαφωτισμού και στηρίζουν την ισότητα μεταξύ αντρών και γυναικών, το διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους, τα δικαιώματα του ατόμου κτλ, ιδανικά που υποτίθεται έχουν πραγματωθεί εδώ και πολύ καιρό στην «ελεύθερη Δύση» από ανθρώπους σαν κι αυτούς. Αυτοί οι έπαινοι προς τους εαυτούς τους λαμβάνουν χώρα απέναντι σε όλους τους ξένους τους οποίους απεικονίζουν ως απλά το αντίθετο του εαυτού τους, ως φανατικούς ισλαμικούς φονταμενταλιστές. Οι πολιτικοί αναλυτές εξαπολύουν έναν πόλεμο μέσω των ΜΜΕ ενάντια στο «Ισλάμ», τον οποίο αποκλείεται να χάσουν. Γιατί, ποιος πραγματικά θα επέλεγε να ταχθεί με τους «επικίνδυνους οπισθοδρομικούς», που σύμφωνα με τον Scheffer «έχουν βάλει το εξελικτικό ρολόϊ της ολλανδικής ιστορίας πίσω εδώ και μισό αιώνα». Οι περισσότεροι αναλυτές επιχειρηματολογούν εναντίον του να επιτραπεί η είσοδος άλλων μεταναστών και προσφύγων στη χώρα.

Οι αναλυτές ήταν ικανοί να κινητοποιήσουν πραγματικά όλη την κοινωνία, όχι μόνο την αναμενόμενη παραδοσιακή Δεξιά. Για παράδειγμα, υποστηρίζοντας συνεχώς ότι οι μαντήλες, που κάποιες μουσουλμάνες γυναίκες φορούν, είναι καθαυτές καταπιεστικές για τις γυναίκες, κατάφεραν να κερδίσουν μεγάλα κομμάτια των γυναικείων κινημάτων. Το ίδιο έγινε με το gay κίνημα όταν ο ελάχιστα γνωστός ιμάμης Khalil el-Moumni δήλωσε πως το να είσαι ομοφυλόφιλος είναι αρρώστια. Το σχόλιό του προκάλεσε ένα γιγάντιο σκάνδαλο. Παραδόξως, μια παρόμοια δήλωση ότι οι ομοφυλόφιλοι δεν είναι καλύτεροι από τους κλέφτες, η οποία έγινε εκ μέρους του χριστιανού φονταμενταλιστή μέλους του κοινοβουλίου Van Dijke μόλις λίγους μήνες νωρίτερα δεν προκάλεσε τόση οργή. Όλο και περισσότερα κακά όπως ο φονταμενταλισμός, η ομοφοβία, η πατριαρχία και ο αντισημιτισμός γίνονται αντιληπτά ως «μη-Ολλανδικά» και εισαγόμενα από τους μετανάστες. Αυτά είναι καθαρές βλακείες. Δεν εννοούμε ότι αυτά τα προβλήματα δεν είναι υπαρκτά μεταξύ των μεταναστών και των προσφύγων αλλά απλώς ότι αυτά τα προβλήματα δεν έχουν τίποτα να κάνουν με την εθνικότητα.

Έπειτα ήρθε η 11η Σεπτέμβρη. Δεν ήταν έκπληξη πως η αντίδραση στην Ολλανδία ήταν εξαιρετικά βίαιη συγκρινόμενη με τις γειτονικές χώρες. Δεκάδες τζαμιά και κέντρα προσφύγων δέχτηκαν επιθέσεις. Αναμενόταν από όλους τους ξένους να αποκηρύξουν δημόσια τον Μπιν Λάντεν, τον φονταμενταλισμό ή ακόμη και το Ισλάμ συνολικά. Εκείνο το καλοκαίρι ο αναλυτής Φόρτουιν είχε αποφασίσει να κατέβει στην πολιτική. Όντας καθηγητής πανεπιστημίου επιτρεπόταν να έχει ρατσιστικές απόψεις για τις οποίες συνήθως οι νεοναζί καταδικάζονταν. Ονόμαζε το Ισλάμ «οπισθοδρομική» θρησκεία και πάντοτε σημείωνε πως οι ομοφυλόφιλοι άντρες, σαν εκείνον, δεν μπορούσαν να νιώσουν ασφαλείς πλέον λόγω των επιθέσεων στους ομοφυλόφιλους από τους Μαροκινούς. Προειδοποιούσε για την «ισλαμοποίηση» της ολλανδικής κουλτούρας και προέτρεπε να προβούμε σε «έναν ψυχρό πόλεμο εναντίον του Ισλάμ» επειδή «οι μουσουλμάνοι είναι απασχολημένοι ενόσω κατακτούν τη Δυτική Ευρώπη». Οι ξένοι θα έπρεπε να μάθουν ολλανδικά ή να φύγουν από τη χώρα, έλεγε. Συχνά αναφερόταν στους ξένους ως εγκληματίες. Θα πρέπει να έχουμε την ελευθερία να λέμε αυτές τις «αλήθειες» για τους ξένους, χωρίς να μας αποκαλούν ρατσιστές, έλεγε ο Φόρτουιν. Με κάθε ρατσιστικό σχόλιο, η δημοσιότητά του μεγάλωνε.

Την 6η του Μάη, μόνον 9 μέρες πριν τις εκλογές, ο Φόρτουιν δολοφονήθηκε. Ξαφνικά, το ρατσιστικό κλίμα που τόσο καιρό χτιζόταν έγινε ξεκάθαρο στον καθένα. Τα πογκρόμ τα μύριζες στον αέρα. Ήταν ο δολοφόνος ξένος ή ακόμα χειρότερα: μουσουλμάνος; Αυτό ήταν το ζήτημα. Ευτυχώς αποδείχτηκε ότι ήταν λευκός και δεν ακολούθησαν ρατσιστικές επιθέσεις. Αλλά δεκάδες χιλιάδες οπαδών του Φόρτουιν διαδήλωσαν για μέρες μαζί με τους νεοναζί. Ολλανδικές σημαίες βρίσκονταν παντού και άνθρωποι έκλαιγαν για το χαμό του «σωτήρα» τους, τον άνθρωπο που θα «μας έβγαζε από τους βάλτους της μετανάστευσης και της εγκληματικότητας», τον άνθρωπο «που δεν φοβόταν να πει όλα αυτά που σκεφτόμασταν». Τώρα, μετά τις εκλογές, μια νέα κυβέρνηση σχηματίστηκε, συμπεριλαμβάνοντας το LPF, και σχεδιάζει νέους σκληρούς αντι-μεταναστευτικούς νόμους ενάντια στην επανένωση των οικογενειών των μεταναστών και ενάντια στους τελευταίους λιγοστούς πρόσφυγες που ακόμη καταφέρνουν να φτάσουν στη χώρα.

[Το κείμενο «Φιλελεύθερος Ρατσισμός στην Ολλανδία» μας υπενθυμίζει πως ότι ρατσιστική είναι η ίδια η mainstream πολιτική στον πυρήνα της (πχ Πάγκαλος) και όχι απλά τα δηλωμένα ακροδεξιά κόμματα. Κάνει επίσης χρήσιμες νύξεις για τα νέα χαρτιά «πολιτικής της ταυτότητας» που ρίχνει η ακροδεξιά, και όχι μόνο, ρητορική για να ντύσει ευπρεπώς το ρατσισμό της. Το κείμενο των Ολλανδών συντρόφων μεταφράστηκε στις αρχές Φλεβάρη του 2010 από το terminal 119, στα πλαίσια μιας σειράς δημοσιεύσεων μας ενάντια στους έλληνες κανίβαλους ρατσιστές. www.terminal119.gr ]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s