ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ΣΤΗΝ ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ

Το ακόλουθο κείμενο είναι η απάντησή μας σε μερικά από τα σημεία της “κριτικής” που μας ασκήθηκε από την ομάδα Αυτονομία ή Βαρβαρότητα. Επιλέξαμε να απαντήσουμε μόνο σε ότι θεωρούμε πως σχετίζεται με το πολιτικό και να μην εμπλακούμε σε μια φιλολογικού περιεχομένου διένεξη (ποιος, ας πούμε, έχει διαβάσει σωστότερα τον Καστοριάδη ή ποια είναι η πραγματική δημοκρατία). Η αυτονομία είναι για εμάς ένα πρόταγμα πολιτικό, για το οποίο η κατηγορία του ανταγωνισμού είναι κομβική.

ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ ΣΤΗΝ ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ

“Επιβάλλεται να επιμείνουμε εδώ στην διάκριση ανάμεσα στο “τυπικό” και το “πραγματικό”. Η ύπαρξη ενός δημόσιου χώρου δεν είναι απλή υπόθεση νομικών διατάξεων που εγγυώνται σε όλους την ίδια ελευθερία λόγου κλπ . Αυτές οι ρήτρες είναι πάντα μία μόνον από τις συνθήκες της ύπαρξης ενός δημόσιου χώρου. Το ουσιώδες είναι αλλού: Τι θα κάνει ο πληθυσμός με αυτά τα δικαιώματα; Τα καθοριστικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα, απ’ αυτή την άποψη, είναι το θάρρος, η υπευθυνότητα και η αιδώς. Όταν λείπει αυτό το πράγμα, ο “δημόσιος χώρος” γίνεται απλώς χώρος για την προπαγάνδα, τον φενακισμό και την πορνογραφία – όπως συμβαίνει ολοένα και περισσότερο σήμερα.”

Κορνήλιος Καστοριάδης (Χώροι του Ανθρώπου)

Χάρη σε σαλτιμπάγκους όπως ο Ντεριντά βρισκόμαστε στην πλεονεκτική θέση να εντοπίσουμε τους λόγους αυτούς για τους οποίους θα μπορούσαμε επ’ αόριστον να συνεχίζουμε την κουβέντα μαζί σας χωρίς ποτέ να καταλήξουμε σε ένα κοινό έδαφος, και για τους οποίους θα επιθυμούσαμε εν τέλει να σταματήσει αυτός ο άκαρπος διάλογος.

Τι είναι λοιπόν αυτό που καθιστά τον λόγο σας, και ειδικότερα τα συμπεράσματα σας περί δημοκρατίας και προτάγματος της αυτονομίας, ασύμβατα με τις πρακτικές μας ως πολιτική ομάδα; Τι είναι αυτό που συνέχει τις θέσεις σας εναντίον μας και συγκροτεί την κριτική σας; Είμαστε πεπεισμένοι πλέον πως εσείς όπως και οποιοσδήποτε μπορεί να κάνει πολιτική θεωρία, να διατυπώνει φιλοσοφικές θέσεις, να ερμηνεύει πολιτικά κείμενα όπως αυτά της αυτού αυθεντίας Κ. Καστοριάδη και ταυτόχρονα να κάνει πέρα την πολιτική – μάλιστα να την υπονομεύει με τον πιο υπόρρητο τρόπο. Τότε είναι που είμαστε αναγκασμένοι να κοιτάξουμε έξω από το λόγο σας, σε αυτό που δεν λέγεται και η απουσία του οποίου στοιχειώνει και συγκροτεί τα γραπτά σας – αλλά και τις θέσεις σας στην προκείμενη, περί δημοκρατίας/ ολοκληρωτισμού, αυτονομίας και βαρβαρότητας.

Κάθε σοβαρή πολιτική ομάδα λοιπόν πρέπει να δουλεύει επάνω στη θεωρία παίρνοντας στα σοβαρά τον κοινωνικό ανταγωνισμό. Αυτό σημαίνει όπως το βλέπουμε εμείς, την ρητή και σύγχρονη εγγραφή του στις έννοιες που μας ενδιαφέρουν και σε καμία περίπτωση την εξώθηση του στο περιθώριο έτσι που κάθε πρόταγμα θα κατέληγε πολιτικά ανώφελο και θεωρητικά εξιδανικευμένο.

Έτσι η αντίληψη σας περί αυτονομίας είναι α-πολίτικη στον βαθμό που το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση και λόγο – χωρίς αμφιβολία μέρος της κίνησης προς την αυτονομία – δεν αποτελεί το ίδιο αποκρυστάλλωση κοινωνικών ανταγωνισμών αλλά είναι εκ των προτέρων ‘απολύτως αδιαπραγμάτευτο’, άρα και πέρα από κάθε ανταγωνισμό. Είναι άλλο πράγμα η καθολίκευση του δικαιώματος στην ελεύθερη έκφραση, δηλαδή η αέναη απομάκρυνση από τον ολοκληρωτισμό (όπου είναι απολύτως αδιαπραγμάτευτο και εκ των προτέρων δοσμένο το ποιος έχει δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση) και άλλο πράγμα η de facto και χωρίς όρια καθολικότητα του δικαιώματος αυτού. Αν η πρώτη περίπτωση αφήνει χώρο για πολιτική διαπραγμάτευση, όξυνση του κοινωνικού ανταγωνισμού και πιθανόν για το ξεδίπλωμα της αυτονομίας, η δεύτερη μοιάζει να απορρέει, όχι από την δημοκρατική παράδοση αλλά από την φιλελεύθερη. Έτσι οι θέσεις σας για το απαράβατο και για όλους δικαίωμα στην έκφραση μπορεί να θρέψει μόνο ψευδαισθήσεις για την πιθανότητα μιας μη ανταγωνιστικής πολυφωνίας, την οποία ήδη απολαμβάνουν όλοι ή εν πάση περιπτώσει, την οποία θα απολαμβάνουν όλοι σε μια ‘αυτόνομη κοινωνία’. Άραγε από πού πηγάζει αυτή η βεβαιότητα σας; Κύριοι, μας βάζετε στον πειρασμό να σκεφτούμε πως κατά βάθος θα σας έτερπε η πιθανότητα αποκλεισμού από την δημόσια σφαίρα οποιασδήποτε (μερικής) ταυτότητας, πχ γυναίκα, μετανάστης, Εβραίος. Τότε όντως, η αυτονομία θα ήταν εύκολη υπόθεση μίας που δεν θα απαιτούσε όρια και αποκλεισμούς. Αλλά τότε και ο φασίστας δεν θα ήταν φασίστας, ούτε ο Εβραίος τέτοιος, αφού θα μπορούσαν να επι/συν-βιώσουν και οι δύο και να περιορίζονται στο να ανταλλάσσουν φιλοφρονήσεις του τύπου: ΄Θεωρώ τις αντισημιτικές ιδέες σου απαράδεκτες!!!’ ή ‘θεωρώ πως το σπίτι σου θα φάνταζε όμορφα καμένο’. Σε καιρούς βαρβαρότητας όμως, ένας τέτοιος ‘ανταγωνισμός’ δεν είναι παρά ένα πικρό αστείο.

Για εμάς αυτές οι ιδέες που είναι ‘απαράδεκτες’ έχουν νόημα μόνο στον βαθμό που αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι πρακτικών βίας. Αν εσείς δεν βλέπετε τις τελευταίες πουθενά ή περιμένετε πότε ο αντισημιτισμός θα αποκτήσει ‘την πραγματική λαϊκή του βάση’ – υποθέτουμε εν είδει μιας γενικευμένης και ρητής συναίνεσης – για να αναλάβετε τις πολιτικές ευθύνες που αντιστοιχούν στην υπεράσπιση του προτάγματος της αυτονομίας, τότε θα σας συμβουλεύαμε να αφήνατε προσωρινά την εις βάθος ανάλυση του Καστοριάδη και να βγείτε από το υπερβασιακό σας κλουβί, για να το βάλουμε κάπως απλά. Η αυτονομία θα σας διαφεύγει πάντα, όσο βλέπετε τα μερικά ζητήματα ως επιφαινόμενα μιας πραγματικής καθολικής αιτίας, του κενού νοήματος ή της γενικότερης αύξησης της βίας στις δυτικές κοινωνίες. Αντίθετα, όπως το γενικότερο κενό νοήματος προκύπτει μέσα από το ξεδίπλωμα μερικών τάσεων και πρακτικών και έτσι καθολικοποιείται, με τον ίδιο τρόπο και το πρόταγμα της αυτονομίας ξεδιπλώνεται μέσα από την εναντίωση στις μερικές αυτές τάσεις και πρακτικές. Εμείς εκεί βλέπουμε τις ιδέες της αυτονομίας να γίνονται καθολικές, αλλά αυτό απαιτεί την δική μας (και δική σας) πολιτική μεσολάβηση, κάτι που αρνείστε να κάνετε με τρόπο που προκαλεί έκπληξη. Ή μάλλον όχι και τόσο, αφού κατά δική σας ομολογία το ζήτημα της αυτονομίας είναι απλό, αρκεί κανείς (όπως εσείς), να ανασύρει – στην απομόνωση του αναγνωστηρίου υποθέτουμε – το ‘αυθεντικό περιεχόμενο’ της αυτονομίας και, κατ’ αυτό τον τρόπο, να την σώσει απο τους ‘καταχραστές’ της.

Ας το ξαναπούμε όμως: Οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί είναι ο μόνος τρόπος για να συντηρήσουμε την έννοια της αυτονομίας ως πολιτική και όχι ως υπερβατική. Αυτό έχει να κάνει και με την κριτική σας προς εμάς περί μερικού (έναντι ολικού) προτάγματος. Το να κάνουμε έτσι απλά έναν διαχωρισμό μεταξύ αυτονομίας και ετερονομίας και να διαλέξουμε το πρώτο είναι κάτι πολύ απλό και εύκολο. Αλλά το πολιτικό-κοινωνικό ούτε να αναλυθεί μπορεί ούτε να υποβληθεί σε κριτική—πόσο μάλλον να αλλάξει—χωρίς το ξεδίπλωμα του παραπάνω διπόλου σε αναφορά με το υπάρχον και χωρίς να δούμε τις μορφές που λαμβάνει η ετερονομία μέσα από τους ποικίλους τρόπους με τους οποίους υποστασιοποιείται σε μια πληθώρα σχέσεων. Αν αυτό δεν γίνει, τότε η διατήρηση του προτάγματος της αυτονομίας αποτελεί μια υπερβατική ουτοπία, ένα κενό γράμμα, μια μυστικοποίηση του υπάρχοντος.

Το να λέμε «είμαστε με την αυτονομία» και να θεωρούμε πως αυτό εξορισμού περιλαμβάνει την απάντηση στα πάντα και για πάντα χωρίς να γίνει μια αναφορά στο εδώ και το τώρα που υπάρχει γύρω μας ισοδυναμεί είτε με την πεποίθηση πως η αυτονομία θα πέσει δια μιας ως θεία φώτιση από τον ουρανό και θα αλλάξει τα πάντα είτε με την ψευδαίσθηση πως υπάρχει ένα αρχιμήδειο σημείο από το οποίο—και στο όνομα του οποίου—μπορούμε «από την απέξω» να κρίνουμε και να αλλάζουμε τον κόσμο. Αν δεν είχε γίνει η κριτική στην υπερβατικότητα της νεοτερικής σκέψης (κεντρική ιδέα της οποίας είναι η καντιανή αυτονομία) από στοχαστές όπως η Άρεντ και αργότερα ο Καστοριάδης, τότε η αυτονομία θα μπορούσε πολύ απλά να συμπληρώσει την λίστα της ξένωσης της κοινωνίας ως προς τον εαυτό της και να τοποθετηθεί δίπλα στις άλλες εξωκοινωνικές αρχές (πρόγονοι, Φύση, Θεός, Λόγος, Νόμοι της Ιστορίας, Πρόοδος κλπ.).

Επειδή εμείς πιστεύουμε πως δεν υπάρχει τίποτα εξωκοινωνικό από το οποίο να μπορούμε να πιαστούμε, προτιμούμε να ασχολούμαστε με αυτό που λαμβάνει χώρα γύρω μας και να επιλέγουμε οι εκδηλώσεις του να πολιτικοποιούνται όσο το δυνατόν περισσότερο. Μπορεί, όντως, πολλές φορές η διαδικαστική δημοκρατία στην οποία κινούμαστε να αγγίζει τα ζητήματα αυτά αλλά για εμάς αυτό δεν είναι αρκετό. Για την δίκη Πλέυρη—για την θέση μας στην οποία μας ασκείτε κριτική—εμείς δεν θέλουμε η καταδίκη, αν αυτή προκύψει, να είναι απλώς μια καταδίκη την οποία αποφάσισε μια μικρή και περιορισμένη γραφειοκρατία (το δικαστήριο) αλλά μια καταδίκη πολιτική που θα έχει την μεγαλύτερη δυνατή στήριξη από την κοινωνία και τις διάφορες πολιτικές ομάδες. Το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ένα δικαστήριο αποδεικνύεται πιο ευαίσθητο σε θέματα αντισημιτισμού, θα έπρεπε για εμάς να προβληματίσει όλους όσους, παρά το πόσο ριζοσπάστες δηλώνουν, δεν έχουν βγάλει άχνα για το ζήτημα.

Αυτό είναι χαρακτηριστικό σε μεγάλο κομμάτι της πολιτικής σκέψης και των πολιτικών ομάδων ακόμη και σήμερα. Πολλοί έχουν την τάση να κολλάνε σε ένα «συνολικό» πρόταγμα και από εκεί που νομίζουν πως τα λένε όλα τελικά δεν λένε τίποτα. Μία από τις κριτικές μας σε αναρχικούς και μαρξιστές είναι το ότι θεωρούν δεδομένο πως παίρνουν θέση απέναντι στους κοινωνικούς ανταγωνισμούς απλά και μόνο επειδή το πρόταγμα τους είναι συνολικό. Για τον λόγο αυτό καταλήγουν, για παράδειγμα, πολλές αντιεξουσιαστικές ομάδες να αναπαράγουν άρρητα έναν πατριαρχικό λόγο, θεωρώντας προφανώς πως δεν είναι σεξιστές, μιας και το «συνολικό» τους πρόταγμα «προβλέπει» ούτως ή άλλως την καταδίκη κάθε σχέσης εξουσίας. Κάθε συνολικό πρόταγμα θα μπορούσε να απειληθεί από μια τέτοια μυστικοποίηση. Εμείς δεν κατανοούμε την αυτονομία με τον τρόπο αυτό. Το ότι αναφερόμαστε στην αυτονομία δεν μας κάνει να θεωρούμε δεδομένη εκ των προτέρων τη στάση μας σε κάθε έκφανση του πολιτικού με την δικαιολογία ότι η στάση μας «εννοείται» ή «εξυπακούεται». Το αντίθετο μάλιστα: το γεγονός ότι τάσσεται κανείς με την αυτονομία πρέπει να τον κάνει να πάρει θέση πολιτική στα διάφορα καυτά ζητήματα που τίθενται εμπρός μας.

Δεν μπορούμε, λοιπόν, να συνεχίσουμε αυτή την κουβέντα καθώς αρνείστε τον ‘αποκλεισμό’ που επιτελούμε. Για εμάς ωστόσο ο αποκλεισμός αυτός είναι απαραίτητος, προκύπτει μέσα από τις εναντιώσεις μας στον βαθμό που είμαστε πολιτική ομάδα και καλούμαστε να πάρουμε πολιτικές αποφάσεις. Δεν είναι αποκλεισμός με τον οποίο διακυβεύουμε το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση, αλλά αποκλεισμός που πραγματώνει το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση. Το να μην έχουν κάποιοι άνθρωποι το δικαίωμα να λένε (και να κάνουν) ό,τι θέλουν είναι για μας αναγκαία συνθήκη για να μπορούν να λένε όλοι οι άλλοι οτιδήποτε. Και ειδικά εκείνοι των οποίων η ύπαρξη θα έμπαινε έμπρακτα υπό αμφισβήτηση αν έλεγε έτσι απλά ο καθένας αυτό που ήθελε. Αυτό που θα οφείλατε να έχετε καταλάβει ως πολιτική ομάδα είναι πως δεν στήνουμε στα χαρτιά και από μόνοι μας λίστες με το ποιος έχει/δεν έχει το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση – κάτι που θα ήταν όντως ολοκληρωτικό – αλλά, απεναντίας, παίρνουμε θέση σε έναν κοινωνικό ανταγωνισμό που θα επανα-ορίζει τα πολιτικά (και όχι ηθικά) όρια της ‘πολυφωνίας’. Αυτό δεν συνιστά από μέρους μας μια κρίση ως προς το τι μας αρέσει και τι δεν μας αρέσει και σύμφωνα με την οποία είμαστε ανεκτικοί ή όχι, ας πούμε, απέναντι στο ένα lifestyle ή το άλλο. Στο βαθμό δηλαδή που οι φασίστες θα αρκούνταν σε ετερόνομες γραφικότητες τύπου, οι ΕΛ θα επιστρέψουν κάποια μέρα (2011) και η κούφια γη θα ξεράσει παντού έλληνες, δεν θα είχαμε πρόβλημα παρόλο που θα τις θεωρούσαμε απαράδεκτες. Το δικαίωμα στην βλακεία είναι επίσης αναφαίρετο. Αλλά τα όρια της πολυφωνίας αποκλείουν αυτούς που αρνούνται κάθε lifestyle και είναι αποτέλεσμα ανταγωνιστικής πολιτικής, άρα και πάντα αμφισβητήσιμα. Κάτι τέτοιο είναι ξεκάθαρα δημοκρατικό και όχι ολοκληρωτικό αν σκεφτεί κανείς ότι το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση του αντισημίτη υπονομεύει την απλή παρουσία του Εβραίου στην δημόσια σφαίρα ως ίσου απέναντι σε ίσους. Όταν δε, η ίδια η βιολογική υπόσταση του τελευταίου γίνεται το διακύβευμα τότε τα όρια της πολυφωνίας οφείλουν να επανεξεταστούν σε σχέση με αυτό. Αυτό που εσείς προϋποθέτετε άρρητα – η δήθεν ουδετερότητα του κοινωνικού στον βαθμό που ο καθένας έχει ίσα δικαιώματα – για εμάς γίνεται το ζητούμενο που πάντα θα έρχεται σε ρήξη με την όποια κίνηση προς την αυτονομία.

Μικρή αντί-πορνό-παρέκβαση

Σε ότι αφορά τους υπαινιγμούς σας για πουριτανισμό σε σχέση με την στάση μας για την πορνογραφία, έχουμε να πούμε πως σας περιμέναμε πιο ψιλιασμένους: η κριτική στην πορνογραφία δεν είναι έτσι γενικά και αόριστα μια εναντίωση στο γυμνό ή την κινηματογραφική αποτύπωση ερωτικών πράξεων. Τα όσα ισχυρίζεστε θα ίσχυαν μόνο αν οι πορνό ταινίες είχαν να κάνουν με ένα ουδέτερο βλέμμα πάνω σε άχρωμα κορμιά να επιδίδονται σε άοσμες πράξεις. Δεν πρόκειται όμως για τίποτα ουδέτερο και άχρωμο: το βλέμμα το ίδιο της κάμερας είναι ένα βλέμμα αντρικό-πατριαρχικό και τα ίδια τα σώματα και ο τρόπος με τον οποίο αλληλεπιδρούν είναι υπερ-επενδεδυμένα με φαντασιακές σημασίες. Αυτή είναι η πορνογραφία στην οποία εμείς εναντιωνόμαστε και την οποία θεωρούμε αναπαραγωγή και ενδυνάμωση της πατριαρχικής κουλτούρας και της κουλτούρας του βιασμού. Και θα της εναντιωνόμαστε ως τέτοια όσο παραμένει τέτοια. Και μιας που αναφερόμαστε στην κουλτούρα του βιασμού δύο σχόλια για την ‘απελευθερωμένη’ φεμινίστρια, υπέρμαχο του απελευθερωτικού πορνό, Jenna Jameson, στην οποία αναφέρεστε σε υποσημείωση: η μητέρα της πέθανε όταν η ίδια ήταν μικρή, ο πατέρας της έλλειπε πάντοτε από το σπίτι, η ίδια η Jenna είχε πέσει στα ναρκωτικά, στα 16 της υπέστη ομαδικό βιασμό και στα 17 της υπέστη και δεύτερο βιασμό. Μιλάμε λοιπόν για μια νεαρή γυναίκα που έχει μια εντελώς διαφορετική σχέση με τα βιώματα της και το σώμα της από αυτά που έχετε όταν καυλώνετε μαζί της στις τσόντες. Το να στιγματίσεις την επιλογή του επαγγέλματος της πορνοστάρ ως απελευθερωτικό πάνω σε ένα άτομο που έχει βιώσει αυτά που έχει βιώσει, και ούτε κατά διάνοια μπορούμε να τα νοιώσουμε, είναι για μας μια ύβρις, ένα ξεπέρασμα των ορίων, μα και πολιτικά, ένα παράτολμο και αστόχαστο άλμα. Γιατί αν η προσωπική ιστορία της Jenna ήταν πάνω από όλα, τότε σε πόσους θα δημιουργούνταν ηθικές ή πολιτικές αναστολές να δούνε τις ταινίες στις οποίες πρωταγωνιστεί; Δεν βάζουμε καθόλου εδώ τη γενικότερη κριτική στην πορνογραφία ούτε υπαινισσόμαστε, όπως σωστά κάναμε και στα σχόλια μας στη Dworkin, πως τον βιασμό οδηγεί ένα αόρατο νομοτελειακό νήμα στις πορνογραφικές μπίζνες. Όχι, τόσο απλά! Αλλά, θα έπρεπε ως υπερασπιστές ακριβώς της πορνογραφίας να δικαιολογήσετε αυτόν τον αντικειμενικά υπαρκτό σύνδεσμο, θα έπρεπε να μιλήσετε για ελεύθερη βούληση σε μια κοινωνία που η ελευθερία βούλησης αποτελεί ανδρικό προνόμιο, συνταγματικά αλλά πολύ σημαντικότερα κοινωνικά κατοχυρωμένο…

Για να κλείνουμε πάντως: Ως πολιτική ομάδα μας προβληματίζει βασικά το γεγονός ότι μέσα από την ανάλυση σας διαφαίνεται μια εξώθηση του κοινωνικού ανταγωνισμού ή εν πάση περίπτωση μια αδυναμία/ απροθυμία να λάβετε υπ’ όψιν τις συνέπειες που προκύπτουν από αυτόν. Το ζήτημα αυτό είναι κομβικό και μας εξαναγκάζει να διαβάζουμε το κείμενο και την κριτική σας πάνω στα συγκεκριμένα ζητήματα που βάλατε σαν ‘σύμπτωμα’ της α-πολίτικης στάσης σας. Υπό άλλες συνθήκες μπορεί κάποιοι/ες από εμάς να μην είχαν πρόβλημα να μοιραστούν τις θεωρητικές σας ανησυχίες. Αλλά όταν στην μεταξύ μας δημόσια ανταλλαγή απόψεων αυτό που παίζεται εν τέλει είναι το ίδιο το πολιτικό σε αντιδιαστολή προς το θεωρητικό, θεωρούμε απαράδεκτο να πλασάρεται η κουβέντα ως ήδη πολιτική, μεταξύ πολιτικών ομάδων, γιατί απλούστατα δεν πρόκειται περί αυτού. Για αυτό επικαλούμαστε το δικαίωμα μας στην άρση της συναίνεσης σε αυτόν τον διάλογο και θα επιθυμούσαμε να το σεβαστείτε.

Φιλάκια,

Terminal 119
για την κοινωνική και ατομική αυτονομία
http://www.terminal119.gr
Δεκέμβρης 2007

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s