Μια συνέντευξη με τον Φίλιππα Κυρίτση


Με μεγάλη μας χαρά δημοσιεύουμε σήμερα την συνέντευξη που πήραμε από τον σύντροφο και φίλο μας Φίλιππα Κυρίτση. Στην κουβέντα μας αυτή συζητάμε ζητήματα, όπως αυτά του αντιεθνικισμού, του αντιρατσισμού, του αντιφασισμού και άλλα που για εμάς έχουν μέγιστη σημασία για τον αγώνα μας σήμερα. Όπως φαίνεται δεν είμαστε οι μόνοι που θεωρούμε αυτά τα ζητήματα ως τα πιο καθοριστικά για την σημερινή ελληνική πραγματικότητα. Και η γνώμη (όπως και η κριτική στάση) ενός ανθρώπου, όπως ο Φίλιππας Κυρίτσης, ο οποίος είναι ενεργός στον ριζοσπαστικό χώρο από την μεταπολίτευση μέχρι σήμερα για εμάς ήταν και είναι πολύτιμα, όπως, ελπίζουμε, και για άλλους ανθρώπους που θέλουν να αγωνιστούν ενάντια σε αυτή τη βάρβαρη κοινωνία. Όποιος/α επιθυμεί μπορεί να επισκέπτεται και το προσωπικόsite του Φίλιππα Κυρίτση: http://www.sitemaker.gr/fakyris/ όπου μπορεί να διαβάσει πολύ ενδιαφέροντα κείμενα και την προσωπική του βιογραφία. Επίσης μπορεί να προμηθευτεί και το βιβλίο του «Το Τρελόχαρτο (ημερολόγια 1987)» από τις εκδόσεις «Χάος & Κουλτούρα», στο βιβλιοπωλείο «Ελεύθερος Τύπος», στα Εξάρχεια στην Αθήνα. 

 

 

Terminal 119: Κατά την γνώμη σου ποιες ήταν οι κύριες επιρροές από τα άλλα κινήματα για την δημιουργία του αναρχικού χώρου στην Ελλάδα μετά την μεταπολίτευση; Ποιες ήταν οι βασικές θεματικές που παρακινούσαν κάποιον τότε να γίνει αναρχικός;

 

Φίλιππας Κυρίτσης: Οι κύριες επιρροές από τα άλλα κινήματα για την δημιουργία του αναρχικού χώρου στην Ελλάδα μετά την μεταπολίτευση, θα μπορούσα να πω, κρίνοντας από την ζητήματα με τα οποία καταπιανόντουσαν τότε οι αναρχικοί, ήταν επιρροές από το εξωτερικό. Το αναρχικό κίνημα της Ελλάδας του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ουαιώνα ήταν εντελώς άγνωστο στους νέους εκείνης της εποχής και δεν έπαιξε κανέναν ρόλο στην διαμόρφωση του αναρχικού χώρου μετά την μεταπολίτευση.

     Αυτές οι επιρροές προερχόντουσαν από τα κινήματα της νεολαίας της δεκαετίας του ’60 και των αρχών της δεκαετίας του ’70, κινήματα που ξεκινήσανε από τις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής ξεπηδώντας μέσα από το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων. Τα κινήματα αυτά, είχαν στο επίκεντρό τους το φοιτητικό κίνημα και αν και η δράση τους είχε σαν επίκεντρο το αντιπολεμικό κίνημα κατά του πολέμου στο Βιετνάμ, επειδή ακριβώς αποτελούνταν στην πλειοψηφία τους από κοινωνικά προνομιούχους, όπως ήταν οι φοιτητές, βάζανε ζητήματα που ήταν άγνωστα στα μέχρι τότε εργατικά κινήματα, ζητήματα που σχετιζόντουσαν με μια γενικευμένη έμπρακτη κριτική της καθημερινής ζωής και δεν περιοριζόντουσαν από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της εξουσιαστικής μαρξιστικής ιδεολογίας. Οι θεωρητικοί τους μιλήσανε για την δημιουργία μιας Νέας Αριστεράς,  που σε αντίθεση με την παλιά δεν αποσκοπούσε στην κατάκτηση του ψωμιού, της παιδείας, και γενικά ενός υψηλού καταναλωτικού επιπέδου για τους εργάτες και τους αγρότες, μια που αυτά είχαν ήδη εξασφαλιστεί, αλλά στην γενικευμένη άρνηση του καταναλωτισμού, της μισθωτής εργασίας, της συντηρητικής πολιτιστικής παράδοσης, της σεξουαλικής καταπίεσης και γενικά των κυρίαρχου μέχρι τότε τρόπου ζωής που είχε σαν επίκεντρο την οικονομική και την κοινωνική άνοδο. Χαρακτηριστικά αναφέρω την λεγόμενη σεξουαλική επανάσταση, η οποία τότε σε συνδυασμό με το αντιπολεμικό κίνημα (μακρινός απόηχος του οποίου υπήρξε στην Ελλάδα το κίνημα για την  ειρήνη του δολοφονημένου από τους φασίστες το 1963 ανεξάρτητου βουλευτή της αριστεράς Γρηγόρη Λαμπράκη), την άρνηση της μισθωτής εργασίας, την ροκ μουσική και την μαριχουάνα και τα ψυχεδελικά, γνώρισε τον απόηχο της με το κίνημα των χίπις.

     Στην Ευρώπη και στην Ιαπωνία αυτά τα κινήματα αποκτήσανε μεγαλύτερη πρόσβαση στους μη προνομιούχους και πολιτικοποιηθήκανε, με την έννοια της διεκδίκησης πολιτικών και οικονομικών αιτημάτων, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τις Ενωμένες Πολιτείες. Κορύφωση τους υπήρξαν τα κοινωνικά κινήματα του 1967-1970 που στην Γαλλία οδηγήσανε στον λεγόμενο Γαλλικό Μάη, στην Γερμανία στα κοινόβια και στις συγκρούσεις κατά της επίσκεψης του Σάχη που οδήγησαν σε έναν νεκρό και σε εκατοντάδες τραυματίες, στην Ολλανδία στις θεαματικές ενέργειες του κινήματος των Πρόβος, στην Ιταλία στις εξεγέρσεις των εργατών και της νεολαίας του Τορίνου (1969), στην Τσεχοσλοβακία στην λεγόμενη Άνοιξη της Πράγας (1968), στην Ιαπωνία στις πολύμηνες άγριες συγκρούσεις στην Κασίμα, για την αποτροπή της εγκατάστασης του νέου αεροδρομίου του Τόκιο, και σε άλλες χώρες σε κοινωνικές εκρήξεις λιγότερο γνωστές (έχει κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος ένα εξαιρετικά κατατοπιστικό βιβλίο με τίτλο «1968»). Ακόμα και ο θεωρητικός της δικτατορίας των συνταγματαρχών Γιώργος Γεωργαλάς, στο βιβλίο του «Η κρίση της καταναλωτικής κοινωνίας» που κυκλοφόρησε μεσούσης της δικτατορίας, διαχωρίζει τα κινήματα αυτά από το παραδοσιακό μαρξιστικό εργατικό κίνημα και προβάλει σαν θεωρητική τους βάση και ορολογία τον αναρχισμό.

     Η Ελλάδα, από το 1967 μέχρι το 1974 βρισκότανε στο «γύψο» μετά από την «εγχείρηση»  που αποτέλεσε γι’ αυτήν το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1967, κατά την χαρακτηριστική ορολογία του δικτάτορα Παπαδόπουλου. Απόηχος των κινημάτων αυτών στην Ελλάδα της δικτατορίας ήταν μόνο η επικράτηση της ροκ μουσικής σαν μοναδικής μουσικής που διασκέδαζε την νεολαία, των μακριών μαλλιών (που όταν πρωτοεμφανιστήκανε το 1963-1964 αντιμετωπιστήκανε από την αστυνομία με υποχρεωτικό κούρεμα και διαπομπεύσεις των «τεντιμπόηδων» όπως τους λέγανε τότε), του αντισυμβατικού ντυσίματος (μίνι φούστα και παντελόνι καμπάνα). Μόνο μετά την μεταπολίτευση άρχισαν να κυκλοφορούν οι νέες ιδέες και η διάδοσή τους είχε σαν επίκεντρο το βιβλιοπωλείο των εκδόσεων «Διεθνής Βιβλιοθήκη» και το βιβλιοπωλείο «Octapus Press». Τότε για πρώτη φορά, ιδίως από την «Διεθνή Βιβλιοθήκη», τις εκδόσεις «Νάβης» και τις εκδόσεις «Πολικό Αστέρι», και λίγο αργότερα κι από τον «Ελεύθερο Τύπο», κυκλοφορήσανε βιβλία και περιοδικά με θέματα την γενικευμένη κριτική της καθημερινής ζωής ( θέμα όπου διαπρέψανε οι υποστηρικτές των εργατικών συμβουλίων που είχαν οργανωθεί στην Internationale Situationiste, η οποία μεσουράνησε στον λεγόμενο Γαλλικό Μάη του 1968), την σεξουαλική καταπίεση (βιβλία του Βίλχελμ Ράιχ και του Μaurice Brinton), το αντιπολεμικό κίνημα (το βιβλίο «Πόλεμος κατά του πολέμου» του Παντελή Πουλιόπουλου), την αντιψυχιατρική (βιβλία του Τόμας Σαζ, του Ρόναλντ Λαιγκ και του Νέηβιντ Κούπερ), τον ατομικιστικό αναρχισμό (Στίρνερ), τον Γαλλικό Μάη του 1968 (βιβλία του Ντανιέλ Κον Μπεντίτ, το «Λυσσασμένοι και Situationists στο κίνημα των καταλήψεων», και άλλα), το κίνημα των γίπις (κάτι σαν πολιτικοποιημένοι χίπις), τα ευρωπαϊκά αντάρτικα (όπως το Γερμανικό και το Αγγλικό που είχαν κάποια αντιεξουσιαστικά στοιχεία), την αναρχική κριτική της Ρωσικής Επανάστασης και, φυσικά, τον αναρχισμό.

      Όπως και στην Ευρώπη, το νέο αναρχικό κίνημα  στην Ελλάδα πλαισιώθηκε από νέους, οι οποία πρώτα απ’ όλα ξεκόβανε με την κοινοβουλευτική και εξωκοινοβουλευτική αριστερά, δηλ. είχαν κάποιο αριστερό παρελθόν. Πιστεύω δηλ. ότι σε αντίθεση με τις Ενωμένες Πολιτείες, η πλειοψηφία των αναρχικών της μεταπολίτευσης είχαν περάσει κάποια φεγγάρια στα κόμματα της αριστεράς, κοινοβουλευτικής ή εξωκοινοβουλευτικής, και γι’ αυτό η πρώτη τους προσωπική επανάσταση ήταν η απαγκίστρωση από την εξουσιαστική παράδοση στο ευρύτερο σοσιαλιστικό κίνημα. Αυτή η απαγκίστρωση τους έδινε την δυνατότητα να αφαιρέσουν από το πρόσωπό τους τις παρωπίδες που την εποχή εκείνη εμπόδιζαν όλους τους αριστερούς να αντιληφθούν ότι τα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα στην Ευρώπη και στην Αμερική δεν είχαν καμιά σχέση με την θεωρητική παράδοση του Λενινισμού και του Σταλινισμού αλλά ήταν προϊόντα μιας «μεταβιομηχανικής» εποχής, που ακολούθησε την εποχή των στερήσεων. Το επόμενο βήμα ήταν η κριτική του καταναλωτισμού (οι situationists κριτικάρανε το θέαμα σαν πεμπτουσία του εμπορεύματος), του μιλιταρισμού (μιλούσαν για αντιπολεμικό κίνημα και όχι ειρηνιστικό, όπως η αριστερά), της σεξουαλικής καταπίεσης, της επιστημονικής καταπίεσης, της μισθωτής εργασίας, του συνδικαλισμού, του σχολείου σαν θεσμού, μέχρι και της φαλλοκρατίας. Θυμάμαι, χαρακτηριστικά, την Σύλβια Παπαδοπούλου σημερινή «κληρονόμο» της «Διεθνούς Βιβλιοθήκης» να μοιράζει φεμινιστικές προκηρύξεις μπροστά από το Πολυτεχνείο, με την υπογραφή Αναρχική Ομάδα Γυναικών ή Ομάδα Αναρχικών Γυναικών, κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Και βέβαια, σαν νεοφώτιστοι, οι αναρχικοί εκείνης της εποχής αισθανόντουσαν σαν ζηλωτές, οι οποίοι έπρεπε να συγκρουστούν με όλο τον κοινωνικό τους περίγυρο (οικογένεια, σχολείο, εργασιακό περιβάλλον), να αναπτύξουν έναν απελευθερωμένο τρόπο ζωής (με κάποια χίπικα  στοιχεία), να μην πάνε βέβαια στρατιώτες και στις ταραχές που ξεσπούσαν μετά από ογκώδεις διαδηλώσεις να μπαίνουν πρώτοι και να φεύγουν τελευταίοι. Το τραγούδι του Νικόλα Άσιμου «Παράτα τα» που γράφτηκε το καλοκαίρι του 1977, δίνει μια αρκετά πιστή εικόνα των φιλοδοξιών των αναρχικών εκείνης της εποχής: «Παράτησε τα όλα να ζήσουμε άβολα, οι άλλοι όπως βαδίζουν κι εμείς ανάποδα», καταλήγει ο Άσιμος σε αυτό το τραγούδι, αφού προηγούμενα έχει απορρίψει όλους τους κατεστημένους θεσμούς. Την ίδια εποχή που γράφτηκε το τραγούδι σε όλη την Ευρώπη, πέρα από τα αντάρτικα πόλης σαν της Γερμανίας και της Ιταλίας, αναπτυσσόταν ένας εξωθεσμικός τρόπος ζωής, που στις βόρειες χώρες έγινε γνωστός για τις καταλήψεις σπιτιών και την κοινοβιακή διαβίωση ενώ στην Ιταλία για τις μαζικές απαλλοτριώσεις εμπορευμάτων (από τους IndianiMetropolitani=Μητροπολιτικοί Ινδιάνοι).

 

Τ119: Δεδομένου ότι είχες κάνει μια πολύ διεισδυτική κριτική στο «χώρο» ήδη από το βιβλίο σου «Το Τρελόχαρτο» (1987) για διάφορα ζητήματα (σε σχέση με τον αγώνα για τα δικαιώματα των φυλακισμένων, για την αλληλεγγύη σε πολιτικούς κρατούμενους, για τον σεξισμό και τις έντονες ιεραρχίες εντός του χώρου, για την κινούμενη από τα media και τα «μαζικά κινήματα» δράση των αναρχικών κ.α.) πως βλέπεις την εξέλιξη του μέχρι σήμερα; Ποια ζητήματα νομίζεις ότι ξεχάστηκαν και ποια υπερτονίστηκαν; Πάνω σε αυτό θα μας ενδιέφερε ιδιαίτερα η γνώμη σου για την «στροφή» του χώρου σε αντι-ιμπεριαλιστικές θέσεις, που απ’ όσο γνωρίζουμε στην αρχή δεν υιοθετούσε λόγω ενός έντονου διεθνισμού; Επίσης πως βλέπεις την σχέση του χώρου με το παρελθόν του, έμαθε τίποτα ή όχι;

 

Φ.Κ.: Στο βιβλίο μου αναφέρομαι σε μια εποχή που το αναρχικό κίνημα στην Ελλάδα, σαν συνέχεια των μετά την εποχή των στερήσεων κινημάτων της Ευρώπης και της Αμερικής, ήταν πια παρελθόν. Ένας σημαντικός λόγος της υποχώρησής του ήταν οι απαγορευμένες ουσίες που διαδοθήκανε στον χώρο με την ανοχή αν όχι την συμμετοχή του κράτους και κυρίως η ηρωίνη. Ήδη από το τέλος του 1981 το πρόβλημα ήταν τόσο έντονο που η «Διεθνής Βιβλιοθήκη» κυκλοφόρησε σε 10.000 αντίτυπα την αφίσα «Οι μπάτσοι πουλάνε την ηρωίνη». Το 1983 κυκλοφόρησε μια άλλη αφίσα «Το κράτος πουλάει την ηρωίνη» και έγινε και μια επεισοδιακή διαδήλωση με αυτό το θέμα. Ένας άλλος λόγος ήταν η εξάντληση του χώρου από μια σειρά διαδηλώσεων χωρίς κάποιο σοβαρό λόγο καθώς και από πολλά βίαια επεισόδια στα Εξάρχεια που ο σκοπός τους ήταν λίγο-πολύ η βία για την βία. Αυτή η πολιτική είχε σαν επίκεντρο την εφημερίδα «Ο Σπάστης» του Παναγιώτη Παπαδόπουλου, γνωστού σαν Κάιν, που από το 1982 ως το 1985 έβγαλε καμιά δεκαριά αντίτυπα. Μία προσπάθεια που είχε γίνει το 1983-1984 για κάποια οργάνωση του χώρου σε μια ομοσπονδία και η οποία έβγαλε δυο τεύχη της εφημερίδας «Αλληλεγγύη» δεν απέδωσε. Όπως και μια άλλη προσπάθεια με επίκεντρο την εφημερίδα «Αρένα» που έβγαλε 4 τεύχη. Αποκορύφωμα αυτής της κατεύθυνσης που είχε πάρει ο χώρος, ήταν η κατάληψη του Χημείου το 1985 σαν αντίδραση σε μια ακόμα από τις επιχειρήσεις «σκούπα» που είχε ξεκινήσει από το 1984 η αστυνομία, για να περιορίσει τα βίαια επεισόδια στην περιοχή των Εξαρχείων. Καθώς και η δολοφονία του 15χρονου αναρχικού διαδηλωτή Μιχάλη Καλτεζά από την αστυνομία λίγους μήνες αργότερα. Με τέτοιες πολιτικές και τέτοιες απαντήσεις από την πλευρά της αστυνομίας εξανεμίστηκε το πολυπληθές κίνημα που είχε δημιουργηθεί από το 1978 μέχρι το 1981, με επίκεντρο την συμπαράσταση σ’ εμένα, την Σοφία Κυρίτση, τον Γιάννη Σκανδάλη, τον Γιάννη Μπουκετσίδη, τον Κυριάκο Μοίρα, γνωστούς όλους από τις επαναλαμβανόμενες απεργίες πείνας και τους άλλους αγώνες μας μέσα στις φυλακές, καθώς και αρκετούς άλλους συντρόφους ή γενικότερα κρατούμενους για πολιτικά αδικήματα, όπως ο Γιάννης Σερίφης, η γνωστή σαν ομάδα Ζηρίνη (Λαϊκή Εξουσία;) και η γνωστή σαν ομάδα των Χανίων. Και δεν πρέπει να υποτιμούμε και την δράση των χαφιέδων, που σ’ έναν επικίνδυνο χώρο σαν τον χώρο των αναρχικών δεν λείπουν και δύσκολα αποκαλύπτονται. Ένας που αποκαλύφθηκε ήταν ο Ντάνος Κρυστάλλης (κατά δική του ομολογία καθώς και του υψηλόβαθμου αστυνομικού προϊσταμένου του), ένας άλλος, αστυνομικός, αυτός που αποκαλύφθηκε σε συγκέντρωση αναρχικών στο Χημείο το 1981 και άλλοι 4 αυτοί που αποκαλύφτηκαν μέσα στο πλήθος των αναρχικών διαδηλωτών για την επέτειο του Πολυτεχνείου το 1986 (αστυνομικοί με πολιτικά που τους αφαιρέθηκαν τα μπιστόλια  από τους διαδηλωτές).

     Παράλληλα, μετά την άνοδο του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στην εξουσία, οι αριστεριστές που υποστηρίζανε λίγο-πολύ την βία, χάνοντας ένα μεγάλο μέρος του κοινού τους, λόγω της υποχώρησης των μαοϊκών κινημάτων διεθνώς και την επαγγελματική αποκατάσταση των πρώην μαοϊκών φοιτητών της δικτατορίας που είχαν πια μεγαλώσει, αναμιχθήκανε (τουλάχιστον σε επίπεδο παρέας) με ό, τι είχε απομείνει από τον αναρχικό χώρο που πάντα ερωτοτροπούσε με την βία. Βέβαια, το κακό είχε αρχίσει από την δεκαετία του ’70, που κάποια  αντάρτικα στην Ευρώπη αλλά και στην Ελλάδα ενθουσιάζανε ένα μεγάλο μέρος του χώρου. Η «κοινή συμβίωση» έφερε και τις εργατίστικες, οικονομίστικες, αντιμπεριαλιστικές ιδέες στον χώρο, ο οποίος άλλωστε δεν ήταν, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 απρόσβλητος από τον εργατισμό, που τότε ήταν η κυρίαρχη ιδεολογία στον ευρύτερο χώρο της αριστεράς.

      Το 1987 τα αντιμπεριαλιστικά, εργατίστικα, οικονομίστικα στοιχεία του χώρου συγκροτήθηκαν σε μια συλλογικότητα, η οποία έφερε κοντά τον αναρχισμό με τον εργατισμό, τον συνδικαλισμό και το παραδοσιακό αντιμπεριαλιστικό ένοπλο κίνημα, όπως ήταν στην δεκαετία του 1970 οι «Ερυθρές Ταξιαρχίες» στην Ιταλία. Απώλειες της αυτού του είδους πολιτικής και δράσης υπήρξαν η εκτέλεση του Μιχάλη Πρέκα στην διάρκεια μάχης με την αστυνομία και ο θάνατος από υποτιθέμενη (κατά την αστυνομία)  αυτοκτονία του Χριστόφορου Μαρίνου, κάποια χρόνια αργότερα, και αφού προηγούμενα είχε κατηγορηθεί για ληστεία μετά φόνου της μισθοδοσίας των εργαζομένων στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο της Νίκαιας και ήταν έξω από την φυλακή, μετά από πάνω από εβδομήντα μέρες απεργίας πείνας, περιμένοντας να δικαστεί.

     Οι εργατιστές, αντιμπεριαλιστές, οπαδοί της ένοπλης επαναστατικής βίας, είχαν κάποιες συμπάθειες μέσα από τα κοινοβουλευτικά κόμματα και με την πολιτική τους παίζανε το παιχνίδι αυτών των συμπαθειών είτε το παιχνίδι αυτό ήταν αντιμπεριαλιστική-αντιαμερικανική δράση είτε ήταν δράση υπέρ των συνδικάτων. Η αντιμπεριαλιστική-αντιαμερικανική δράση, ακόμα και με την μορφή του αντάρτικου, είναι κάτι που γοήτευε ένα μέρος των στελεχών της αριστεράς, ήδη από την εποχή της δικτατορίας. Είναι φυσικό το ότι οι αναρχικοί που αναπτύξανε τέτοιες δράσεις να τύχουν της δημοσιογραφικής και της νομικής συμπαράστασης από τους συμπαθούντες τους που ανέφερα προηγούμενα.

     Από την άλλη μεριά   θεωρώ ότι το κράτος είχε πάντα συμφέρον να εμφανίζει ο αναρχικός χώρος μια εικόνα προς τα έξω, τέτοια που να μην μπορεί με τίποτα να μαζικοποιηθεί και να γίνει συμπαθής στο ευρύτερο κοινό. Και αυτοί, οι οποίοι, με τα μέσα που διαθέτανε, οδηγούσαν τον χώρο σε μια θεαματική βία και καταστροφές χωρίς σοβαρό λόγο, παραδίδοντας αυτή την εικόνα στα ανέκαθεν καραδοκούντα μέσα ενημέρωσης,  παίζανε ως ένα βαθμό ένα παιχνίδι αρεστό στο κράτος. Και νομίζω ότι το κράτος δεν ήθελε να σταματήσει αυτό το παιχνίδι.  Κρατήθηκα μακριά από τέτοιες καταστάσεις και γι’ αυτό δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω αυτά που γνωρίζουν άλλοι και πολύ περισσότερο η αστυνομία γι’ αυτά τα ζητήματα. Μεταξύ άλλων, λιγότερο βασανιστικών ερωτημάτων, ένα ερώτημα που σχετίζεται άμεσα με τον συλλογισμό μου, είναι το τι απέγινε με κάποιους πιτσιρικάδες που κάποια στιγμή, πριν από πολλά χρόνια, συλληφθήκανε κατηγορούμενοι για παραπάνω από 300 εμπρησμούς αυτοκινήτων, στην ευρύτερη περιοχή των Εξαρχείων κυρίως αλλά και σε άλλα σημεία του κέντρου της Αθήνας. Δεν θυμάμαι ούτε να δικαστήκανε, ούτε να φυλακιστήκανε. Αυτή η αδιαφάνεια βγάζει μάτια.

     Η χειρότερη δεκαετία για τον αναρχικό χώρο, όπως και για όλο το ευρύτερο ανταγωνιστικό προς το κράτος κίνημα ήταν η δεκαετία του ’90. Την εποχή που αναπτύχθηκε στην Ελλάδα ο ρατσισμός και ο εθνικισμός, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη περίοδο μετά την μεταπολίτευση, ο αναρχικός χώρος, εξαιτίας των πολιτικών του που ανέφερα παραπάνω, έδωσε προς τα έξω την χειρότερη εικόνα της ιστορίας του. Τα επεισόδια στα οποία πρωταγωνίστησε, είχαν σαν «παράπλευρες απώλειες» τον εμπρησμό του κτιρίου του καταστήματος Κάπα-Μαρούσης, στην Πανεπιστημίου, με πέντε νεκρούς που εγκλωβιστήκανε μέσα, και τον εμπρησμό του κτιρίου της πρυτανείας του Πολυτεχνείου. Όσον αφορά δε την δράση του υπέρ των συνδικάτων, ο χώρος στάθηκε στην πρώτη γραμμή των επεισοδίων, των ταραχών και των καταστροφών που προκάλεσε ένα από τα πιο «αμαρτωλά» συνδικάτα της Ελλάδας. Το συνδικάτο των οδηγών λεωφορείων, που η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, προκειμένου να απαλλαγεί από την κοινωνική κατακραυγή που συσσωρευόταν εναντίον της από τις συνεχείς πολυήμερες απεργίες του, οι οποίες επαναλαμβανόντουσαν για χρόνια και ταλαιπωρούσαν αφάνταστα το επιβατικό κοινό, έφτασε σε σημείο να πουλήσει τα λεωφορεία στα μέλη του σε χαμηλές τιμές και με ευκολίες πληρωμής. Αλλά και πάλι δεν ικανοποιήθηκαν και η νέα κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. που την διαδέχτηκε αναγκάστηκε να τα ξανακρατικοποιήσει και να σηκώσει όλο το βάρος μιας (τεχνητά κατά την γνώμη μου) ζημιογόνας επιχείρησης. Αποκορύφωμα της πολιτικών επιλογών του αναρχικού χώρου αυτής της περιόδου ήταν η κατάληψη του Πολυτεχνείου το 1995 που οδήγησε στην είσοδο της αστυνομίας στον χώρο αυτό (κάτι που είχε να γίνει από το 1973) και στην σύλληψη πεντακοσίων ατόμων που οδηγήθηκαν μαζικά στα δικαστήρια.  Και αυτή η κατάληψη σίγουρα δεν έγινε σαν διαμαρτυρία στον ρατσισμό και τον εθνικισμό που τότε, όπως και σήμερα, βρισκόταν στο φόρτε του.

     Αντίθετα, εκείνη την εποχή πολλοί αναρχικοί, χέρι-χέρι με τους κομμουνιστές, διαδηλώνανε κατά του Ν.Α.Τ.Ο., που, μετά τρία χρόνια σφαγών των μουσουλμάνων της Βοσνίας, με αποκορύφωμα την γενοκτονία της Σρεμπρένιτσα, επενέβη στρατιωτικά και έσωσε τους Βόσνιους από την ολοκλήρωση της σε βάρος τους γενοκτονίας, σταματώντας τον πόλεμο. Αυτός ο αντιμπεριαλισμός-αντιαμερικανισμός του χώρου, ο οποίος εκδηλώθηκε επίσης, όταν το 1999 το Ν.Α.Τ.Ο. επενέβη στρατιωτικά για να σώσει τους Αλβανούς Κοσοβάρους από την εθνοκάθαρση που πραγματοποιούσαν σε βάρος τους οι Σέρβοι, ήταν φυσική συνέχεια και αποκορύφωση του αντιμπεριαλισμού που εισήγαγαν στον χώρο οι αριστεριστές, οι οποίοι αναμίχθηκαν με τον χώρο μετά την άνοδο του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στη εξουσία, το 1981.

     Δυστυχώς, μέχρι πρόσφατα, ο αναρχικός χώρος δεν έδειχνε κάποια στοιχεία αλλαγής πλεύσης και απαγκίστρωσης από το αντιμπεριαλιστικό-αντιαμερικανικό άρμα που στην θέση του οδηγού έχει το Κ.Κ.Ε. Η συντριπτική πλειοψηφία του χώρου κατεβαίνει μαζί με το Κ.Κ.Ε. σε αντιμπεριαλιστικές-αντιαμερικανικές διαδηλώσεις, όπως και σε διαδηλώσεις που γίνονται για τα συμφέροντα των συνδικάτων. Μόνο τώρα τελευταία, σαν συνέπεια των επιθέσεων που δέχεται από τους φασίστες-εθνικιστές, που είναι κι αυτοί φανατικοί αντιμπεριαλιστές-αντιαμερικανοί  και γι’ αυτό συμπλέουν με το Κ.Κ.Ε., έχει αρχίσει να εκφράζει  αντιεθνικισμό, όπως έδειξαν τα επεισόδια της 2 του Φλέβαρη. Και αντιλαμβάνεστε ότι ο αντιεθνικισμός είναι το αντίθετο του αντιμπεριαλισμού, εφόσον αποδίδει τα κακά ενός έθνους-κράτους στο ίδιο το έθνος-κράτος και όχι σε εξωτερικούς παράγοντες. Επίσης, ένα ακόμη θετικό στοιχείο του αναρχικού χώρου που επιτρέπει κάποια συγκρατημένη αισιοδοξία είναι ότι αναπτύσσει έναν αντιρατσισμό, που στην δεκαετία του 1990  ήταν τελείως περιθωριακός στα πλαίσια του χώρου. Πάντως δεν νομίζω ότι έχει μάθει τίποτα από τα λάθη του, γιατί απλούστατα δεν τα θεωρεί λάθη.

 

Τ119: Αντιμετωπίζουμε συχνά το επιχείρημα από διάφορους αναρχικούς, αυτόνομους, αριστερούς ότι τα ζητήματα με τα οποία καταπιανόμαστε είναι «μερικά» και ότι δεν ασχολούμαστε με το «συνολικό» πρόταγμα. Δηλαδή τα ζητήματα του αντισημιτισμού κυρίως, του ρατσισμού, της κουλτούρας του βιασμού και σεξισμού. Εσύ πως βλέπεις αυτό το επιχείρημα;

 

Φ.Κ.: Η άποψη αυτή περί συνολικού προτάγματος, γιατί περί άποψης πρόκειται και όχι περί επιχειρήματος, είναι κατάλοιπο μιας εποχής κοινωνικών επαναστάσεων στην Ευρώπη, που θέτανε θέμα εξουσίας. Όταν όλη η κοινωνία έφτανε σε ένα αδιέξοδο και το ξεπέρασμα του αδιεξόδου αφορούσε την μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων μιας χώρας, αναγκαστικά έμπαινε θέμα ανατροπής της κυρίαρχης πολιτικής και κοινωνικής τάξης, ενώ κάθε επιμέρους κοινωνικό πρόταγμα δεν μπορούσε να υποστηριχτεί, όσο επικρατούσε αυτή η κοινωνική και πολιτική τάξη. Όταν π.χ. το 1917 η Ρωσική αυτοκρατορία κατέρρεε, λόγω του επί τρία χρόνια συνεχιζόμενου παγκόσμιου πολέμου, και η τεράστια πλειοψηφία των κατοίκων της είχε περιέλθει σε δεινή θέση, αυτή η πλειοψηφία κατανοούσε ότι δεν θα τελειώνανε τα δεινά της, όσο συνεχιζόταν ο πόλεμος. Και όταν η δημοκρατία που προέκυψε από την επανάσταση του Φλεβάρη, δεν προχώρησε στον τερματισμό του πολέμου, η πλειοψηφία είτε στήριξε είτε ανέχτηκε του Μπολσεβίκους, οι οποίοι ήταν το μοναδικό οργανωμένο κόμμα που υποσχόταν τον τερματισμό του πολέμου. Αντισημιτισμός, ρατσισμός, σεξισμός ήταν ας πούμε λεπτομέρειες, όταν ο κόσμος δεν είχε να φάει και εκατομμύρια στρατιώτες σκοτωνόντουσαν στο μέτωπο για τον ρωσικό εθνικισμό. Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι τα σοβιέτ, και το 1905, στην πρώτη επανάσταση, και το 1917, είχαν οργανώσει πολιτοφυλακές που συγκρουόντουσαν με τους πογκρομιστές, των οποίων απαραίτητος στόχος, μεταξύ άλλων, ήταν οι γειτονιές των Εβραίων. Ενώ, από την άλλη μεριά, οι επαναστάτες που θέτανε ζήτημα ανατροπής του τσάρου ήταν και οι πιο μαχητικοί υπερασπιστές των δικαιωμάτων των γυναικών.

     Το ίδιο  παρατηρείται και στην Ισπανική επανάσταση του 1936. Όχι μόνο η πλειοψηφία των κατοίκων της Ισπανίας έβλεπε ότι πριν από οποιαδήποτε επιμέρους διεκδίκηση προείχε το ζήτημα της παρεμπόδισης των φασιστών να επικρατήσουν και να επιβάλλουν τον φασισμό αλλά και στους κόλπους των αναρχικών επαναστατών οι γυναίκες ήταν σε θέση να αναπτύξουν φεμινιστικό λόγο.

    Σήμερα, στην Ελλάδα, δεν γίνεται πόλεμος ούτε φασιστικές στρατιές συγκρούονται με τους υπερασπιστές της δημοκρατίας για να επιβάλλουν τον φασισμό τους, ενώ, όσον αφορά τον αντισημιτισμό, υπάρχει η ιστορία του Ολοκαυτώματος, το οποίο γίνονται προσπάθειες να υποβαθμιστεί και να σχετικοποιηθεί.

     Δεν χρειάζεται πολύ μυαλό, για να αντιληφθεί κανείς, ότι δεν επίκειται επανάσταση στην Ελλάδα και ότι όσοι ανάγουν την καταπολέμηση του αντισημιτισμού, του ρατσισμού, της κουλτούρας του βιασμού και του σεξισμού, στην μετεπαναστατική εποχή προτρέπουν για το κοινώς λεγόμενο «ζήσε Μάη μου, να φας τριφύλλι». Ενώ, από την άλλη μεριά, είναι γνωστό ότι τα πολιτικά και κοινωνικά κινήματα, τα οποία δεν αντιμετώπισαν εξαρχής αυτά τα φαινόμενα στους κόλπους τους, ακόμα κι όταν οδήγησαν σε επιτυχημένες επαναστάσεις, όπως του Ιράν, αυτές οι επαναστάσεις υπήρξαν καταστροφικές για τους λαούς. Αν δούμε την σημερινή πραγματικότητα, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σ’ όλες τις βιομηχανικές χώρες, όπου η πλειοψηφία των κατοίκων απολαμβάνει ένα υψηλό σε σχέση με τις αναπτυσσόμενες χώρες επίπεδο ζωής, ο ρατσισμός είναι το κυρίαρχο κοινωνικό πρόβλημα, ενώ ο αντισημιτισμός είναι το πρότυπο του ρατσισμού και, ιστορικά, έχει οδηγήσει στα περισσότερα θύματα. Από την άλλη μεριά ο σεξισμός είναι κι αυτός μια γενικευμένη μορφή ρατσισμού που είναι πιο ευρύτερος από τον ρατσισμό με την στενή έννοια.

     Αυτή είναι η σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα στην Ελλάδα και γι’ αυτό ο αγώνας για την αλλαγή της προς το καλύτερο απαιτεί εξειδικευμένα ιδεολογικά όπλα, όπως ο αντιρατσισμός, ο φεμινισμός, ο αντιεθνικισμός (απαραίτητο συστατικό του αντιρατσισμού), ο αντιμιλιταρισμός, ο αντικληρικαλισμός, και όχι ιδεολογικά όπλα, όπως οι κλασικές θεωρίες για την επανάσταση. Ακόμα και αυτός που σέβεται τους αγωνιστές του παρελθόντος και βλέπει τις κοινωνικές τους θεωρίες σαν ακόμα επίκαιρες, και γι’ αυτό αισθάνεται περήφανος όταν συνεχίζει τον αγώνα τους, όπως εγώ που με τιμάει ο χαρακτηρισμός «αναρχικός», είναι υποχρεωμένος να εμπλουτίσει αυτές τις θεωρίες με απαντήσεις σε σύγχρονα προβλήματα ή σε προβλήματα που οι κλασικές επαναστατικές θεωρίες δεν ήταν σε θέση να εμβαθύνουν. Για παράδειγμα ο αναρχισμός του παρελθόντος υπήρξε εχθρός του αντισημιτισμού, του σεξισμού, του εθνικισμού, του μιλιταρισμού και του κληρικαλισμού, όμως ιεραρχούσε τις προτεραιότητες του αγώνα του ανάλογα με τα δεδομένα της εποχής, τόσο από άποψη αναγκών (π.χ. κατάκτηση του ψωμιού και πόλεμος στον πόλεμο των αφεντικών) όσο και από άποψη του κοινού στο οποίο απευθυνόταν (π.χ. μια τεράστια εργατική τάξη, η οποία φαινόταν να μην μπορεί να ξεπεράσει την στέρηση, μέσα στον καπιταλισμό). Σήμερα τα δεδομένα έχουν αλλάξει και αναγκαστικά πρέπει να αλλάξει και η ιεράρχηση των προτεραιοτήτων. Δεν ζούμε πια στην εποχή των στερήσεων (αναφέρομαι, εννοείται, στην Ελλάδα και όχι στον λεγόμενο τρίτο κόσμο) και γι’ αυτό οι προτεραιότητες είναι άλλες από την εποχή εκείνη. Μάλιστα, σήμερα, παρατηρείται ένα διεθνές φαινόμενο, που την εποχή των επαναστάσεων στην Ευρώπη, ήταν ελάχιστης έκτασης: H τεράστια κινητικότητα των λαών του λεγόμενου τρίτου κόσμου και των φτωχών μερίδων του λαού του λεγόμενου δεύτερου κόσμου, οι οποίοι έρχονται στις ανεπτυγμένες οικονομικά χώρες για να αποφύγουν την πείνα, τις αρρώστιες και τους πολέμους, ή απλά τις στερήσεις, όπως γίνεται με τους μετανάστες από άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

 

Τ119: Σε αντιστοιχία με το προηγούμενο ερώτημα, κατά την γνώμη μας ο χώρος συγκαλύπτει στην ουσία τόσο βασικά ζητήματα όπως ο ελληνικός ρατσισμός και εθνικισμός, μιλώντας για μια δήθεν «κοινότητα καταπίεσης» με τους μετανάστες ή ότι για όλα φταίνε το κράτος και τα αφεντικά και ότι η κοινωνία δεν είναι παρά παραπλανημένη και παραστρατημένη από «τον δρόμο το σωστό». Το ίδιο συμβαίνει και με το αντιεθνικισμό, ο οποίος είναι τόσο αφηρημένος που εξισώνει κάθε εθνικισμό μέσα στην ελληνική και σαφώς εθνικιστική πραγματικότητα. Εσύ που νομίζεις ότι οφείλονται αυτές οι άμυνες του χώρου σε σχέση με αυτά τα ζητήματα; Τραγικό παράδειγμα για τα παραπάνω αποτελεί η πορεία των αναρχικών στο Αμύνταιο για την δολοφονία ενός Αλβανού μετανάστη από ντόπιο συνοριοφύλακα, οι οποίοι δεν ήθελαν «να θίξουν την κοινωνία» «γιατί μόνο το κράτος φταίει» αλλά η κοινωνία τελικά βγήκε σε κοινή πορεία μερικές μέρες αργότερα με τους μπάτσους της…

 

Φ.Κ.: Νομίζω ότι πέρα από τα παλιωμένα θεωρητικά εργαλεία οι άμυνες του χώρου έχουν να κάνουν και με ένα πολύ απλό πράγμα. Κι αυτό είναι ο φόβος, το ισχυρότερο συναίσθημα. Υπάρχει ο φόβος της περιθωριοποίησης από την πλειοψηφία μιας κοινωνίας τόσο ρατσιστικής, εθνικιστικής και σεξιστικής όσο η ελληνική και ακόμη ο εντονότερος φόβος της σύγκρουσης με αυτήν την κοινωνία. Είναι πολύ πιο εύκολο να κάνεις έναν κοινωνικοπολιτικό αγώνα νοιώθοντας ότι η πλειοψηφία είναι με το μέρος σου, απλά δεν έχει την δική σου μαχητικότητα ως προς την διεκδίκηση των συμφερόντων της, κάτι το οποίο αισθανόντουσαν οι κοινωνικοί επαναστάτες της εποχής των στερήσεων, από το να παραδεχτείς ότι η πλειοψηφία είναι ενάντιά σου γιατί με τους δικούς σου αγώνες θίγονται τα προνόμιά της. Αυτοί που αντιπαραθέτουν την κοινωνία στο κράτος, έχουν στο μυαλό τους ένα κράτος τόσο αποκομμένο από την κοινωνία, όσο το κράτος την εποχή των επαναστάσεων της Ευρώπης, δηλ. ένα κράτος που αποτελείται μόνο από την εκκλησία, τους μεγάλους γαιοκτήμονες, την ανώτερη αστική τάξη, τους κατασταλτικούς μηχανισμούς και την γραφειοκρατία. Δεν έχουν το πνευματικό θάρρος να συλλάβουν το σύγχρονο «κοινωνικό» κράτος, το οποίο έχει διαποτίσει κάθε πλευρά της ζωής και με το δεδομένο κοινωνικο-οικονομικό σύστημα είναι απαραίτητο για την επιβίωση μιας μεγάλης μερίδας της πλειοψηφίας, όπως είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι και όλοι οι εξαρτημένοι από το δημόσιο. Τα μέσα παραγωγής έχουν εξελιχθεί σε τέτοιο βαθμό και η υπερεκμετάλλευση του λεγόμενου τρίτου κόσμου είναι τόσο εκτεταμένη, ώστε ένα μέρος της υπεραξίας που παράγεται, μπορεί να εξασφαλίσει μια λίγο-πολύ άνετη ζωή για τις στρατιές των εργαζομένων στον τριτογενή τομέα. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγω και τους δημόσιους υπαλλήλους και τους εξαρτημένους από το δημόσιο γενικότερα. Αυτοί πληρώνονται από το κράτος είτε άμεσα είτε έμμεσα Είναι φυσικό, λοιπόν, όποιος έρχεται σε σύγκρουση με το κράτος, να έρχεται σε σύγκρουση με ένα τόσο μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας που πριν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ήταν αδιανόητο.

     Στον φόβο αποδίδω και την εξίσωση των εθνικισμών αλλά επιτρέψτε μου να μην χαρακτηρίζω αυτή την εξίσωση αντιεθνικισμό. Δεν μπορώ, π.χ. να χαρακτηρίσω αντιεθνικισμό την καταγγελία του τουρκικού εθνικισμού, γιατί τότε ο υπ’ αριθμόν ένα αντιεθνικισμός είναι ο ελληνικός εθνικισμός και αυτό δεν στέκει λογικά, γιατί δεν είναι δυνατόν ένας εθνικισμός να είναι αντιεθνικισμός. Ούτε μπορώ να χαρακτηρίσω αντιεθνικισμό την υποστήριξη των αραβικών εθνικισμών στην σύγκρουσή τους με τον ισραηλιτικό εθνικισμό. Όταν μιλάμε για αντιεθνικισμό υποχρεωτικά πρέπει να αναφερόμαστε στον εθνικισμό της πατρίδας μας, διαφορετικά αυτό για το οποίο μιλάμε είναι η εξωτερική πολιτική.  Και όταν λέω εθνικισμός της πατρίδας μας, εννοώ τον εθνικισμό που υπεραμύνεται του ιδεατού έθνους, το οποίο αποτελεί την πλειονότητα στο κράτος του οποίου είμαστε υπήκοοι. Δεν είναι αντιεθνικισμός το να καταγγέλλουμε τον εθνικισμό των εθνικών μειονοτήτων του κράτους μας, γιατί αυτό κάνει ο εθνικισμός της πλειονότητας στην οποία ανήκουμε. Δεν μπορεί αυτός ο εθνικισμός να είναι και αντιεθνικισμός. Δεν στέκει λογικά αυτό, όπως και το προηγούμενο.

     Για την περίπτωση του Αμύνταιου σκεφθείτε ότι δεν θα ερχόταν κανένας ή θα ερχόντουσαν τρομερά λίγοι, αν πιστεύανε ότι θα αντιμετωπίσουν μια τοπική κοινωνία σαν της Αμαρύνθου. Ακόμα και να ξέρανε ότι η τοπική κοινωνία είναι σαν την κοινωνία της Αμαρύνθου, αυτό δεν θα το εκδηλώνανε στον πολιτικό τους λόγο και την συνθηματολογία για να μην υποστούν τα ίδια που υπέστησαν οι διαδηλωτές της δεύτερης πορείας στην Αμάρυνθο. Και είναι κατανοητό όσοι αισθάνονται αδυναμία και φόβο να μην τον παραδέχονται, γιατί ακόμα και η παραδοχή του φόβου και της αδυναμίας προκαλεί φόβο, όπως και η παραδοχή μιας σοβαρής αρρώστιας.

 

Τ119: Αντίθετο παράδειγμα με τα παραπάνω αποτελεί η πορεία στην Αμάρυνθο, για την οποία πρέπει να έχουμε απομείνει οι μόνοι σαν ομάδα που συνεχίζουμε να την υπερασπιζόμαστε δημόσια. Ποια η γνώμη σου γι’ αυτή την «αναλαμπή στο σκοτάδι» όπως την χαρακτήρισε το Café Morgenland;

 

Φ.Κ.: Η γνώμη μου για την δεύτερη πορεία στην Αμάρυνθο είναι η ίδια με την γνώμη του Cafe Morgenland. Όπως λέει και το Cafe Morgenland, η Ελλάδα μετά την πορεία αυτή δεν θα είναι πια η ίδια. Βέβαια, ο καθένας αυτό το αντιλαμβάνεται με τον τρόπο του. Ο τρόπος που εγώ το αντιλαμβάνομαι είναι ότι πέσανε οι μάσκες. Οι μάσκες της ελληνικής κοινωνίας, η οποία μέχρι τότε εμφανιζόταν στο σύνολό της αμέτοχη στο έγκλημα και για οποιοδήποτε έγκλημα συνέβαινε στην Ελλάδα ενοχοποιούσε μόνο τους δράστες, λες και οι δράστες ήταν κάτι ξένο από αυτήν και είχανε πέσει από τον ουρανό. Ο τρόπος που αντέδρασε η τοπική κοινωνία στην πορεία, ένας τρόπος με τον οποίο θα αντιδρούσε σχεδόν κάθε τοπική κοινωνία έξω από τις μεγάλες πόλεις, πείθει ακόμα και τον πιο επιφυλακτικό στις κρίσεις του ότι το έγκλημα, το οποίο διαπράχτηκε σε βάρος του κοριτσιού, είχε ηθικό αυτουργό την ίδια την τοπική κοινωνία, η οποία δεν το είδε ούτε καν σαν έγκλημα. Κάτι το οποίο έχει ξαναγίνει πολλές φορές με εγκλήματα κατά μειονεκτούντων από άποψη κοινωνικής και οικονομικής θέσης συνανθρώπων μας. Και η αντίδραση της τοπικής κοινωνίας μπορεί να ιδωθεί σαν ένα είδος υποστήριξης της ατιμωρησίας των φυσικών αυτουργών και ενοχοποίησης του θύματος. Και πολλές άλλες φορές είχε γίνει το ίδιο, δηλ. υποστήριξη της ατιμωρησίας και ενοχοποίηση του θύματος, όμως στην περίπτωση της Αμαρύνθου ήταν οι πρώτη φορά που οι ηθικοί αυτουργοί προχώρησαν στην διάπραξη και άλλων αδικημάτων, αυτή την φορά κατά των διαδηλωτών, προκειμένου να δείξουν στο πανελλήνιο ότι στον τόπο τους ισχύει, σε τελευταία ανάλυση, μόνο ένα δίκαιο, το δίκαιο του ισχυρότερου. Οι μάσκες της Ελληνικής κοινωνίας πέσανε, γιατί την προκλητική απέναντι στο δίκαιο, στην ηθική ακόμα και στους ισχύοντες νόμους, συμπεριφορά της τοπικής κοινωνίας, το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας την είδε αδιάφορα, σαν κάτι το εντελώς φυσικό. Πράγμα που σημαίνει ότι το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας δίνει το πράσινο φως να επαναληφθούν ατιμώρητα τέτοια εγκλήματα. Ποιος σοβαρός άνθρωπος μπορεί να ισχυριστεί, μετά το αίσχος της Αμαρύνθου, ότι ζούμε σε μια κοινωνία, όπου το έγκλημα αποτελεί εξαίρεση και όχι διαρκή δυνατότητα της μεγάλης πλειοψηφίας των Ελλήνων  για την ικανοποίηση και των πιο απάνθρωπων ενστίκτων της, με την απλή προϋπόθεση ότι αυτή η πλειοψηφία είναι επαρκώς οργανωμένη σε τοπικό επίπεδο;

     Αλλά και από μια άλλη άποψη η Ελλάδα, δεν θα είναι ποτέ πια η ίδια. Από την άποψη του ευρύτερου κοινωνικού κινήματος για μια καλύτερη κοινωνία. Γιατί από την στιγμή που όλο αυτό το πραγματικά τραγικό γεγονός, του ομαδικού βιασμού και του ξυλοδαρμού των διαδηλωτών από τους συμπαραστάτες των βιαστών, πέρασε χωρίς απάντηση από το κίνημα, αυτό το κίνημα κατέστη εντελώς αναξιόπιστο και επιδερμικό. Γιατί τι εμπιστοσύνη να δείξει κανείς σε ένα κίνημα που διυλίζει το κουνούπι, όπως είναι η μικρή βελτίωση των εργασιακών σχέσεων και η εξωτερική πολιτική των Ενωμένων Πολιτειών απέναντι σε άλλες χώρες ή του Ισραήλ απέναντι στους Άραβες σε σχέση με τους ομαδικούς βιασμούς και τους ξυλοδαρμούς όσων τους αντιτίθενται, και καταπίνει την γκαμήλα, όπως είναι οι ομαδικοί βιασμοί και οι ξυλοδαρμοί αυτών που έχουν την αρετή και την τόλμη να διαμαρτυρηθούν; To γεγονός ότι παραμένετε οι μόνοι σαν ομάδα που συνεχίζετε να υπερασπιζόσαστε δημόσια την πορεία στην Αμάρυνθο, σας καθιστά την μοναδική αξιόπιστη ομάδα, μεταξύ αυτών που αγωνίζονται ενάντια στον ρατσισμό, και στην κυρίαρχη στην ελληνική κοινωνία κουλτούρα του βιασμού και του σεξισμού. Εγώ, ειλικρινά, αισθάνομαι ότι μου κάνετε μεγάλη τιμή που ζητήσατε τις απόψεις πάνω σε ζητήματα τόσο ζωτικής σημασίας για την κοινωνία και το ευρύτερο κοινωνικό κίνημα.

 

Τ119: Διαπιστώνουμε μια αδυναμία των αναρχικών, αυτόνομων κλπ. να γειώσουν στην πραγματικότητα αυτά τα οποία λένε. Αυτό το πράγμα τους οδηγεί σε γενικολογίες για επαναστάσεις, «συνολικά προτάγματα», «συνολικές αναλύσεις», «προλεταριάτα» και «πρεκαριάτα» και άλλα πολλά που τους εμποδίζουν να αντιμετωπίσουν την ωμή πραγματικότητα και να δουν ποια είναι τα βασικά προβλήματα σήμερα. Ωραίο παράδειγμα γι’ αυτό αποτελεί η με τα μπούνια συμμετοχή των αναρχικών σε «μαζικά κινήματα», όπως οι φοιτητικές κινητοποιήσεις, οι πορείες για τις πυρκαγιές , τα ασφαλιστικά κ.α., «κινήματα» που κατά τη γνώμη μας τα διαπερνάει ένας έντονος συντηρητισμός (για να μην πούμε τίποτα χειρότερο), σε διαφορετικό βαθμό το καθένα. Υπάρχει πάντα δηλαδή ένας υφέρπων αισιοδοξισμός για την κοινωνία και αυτά που πράττει. Δεν βλέπουν ότι η ελληνική κοινωνία είναι τόσο βαθιά αντιδραστική και το αποδεικνύει κάθε μέρα πάνω στους μετανάστες, τις γυναίκες, τα παιδιά, τους τσιγγάνους, τους ομοφυλόφιλους και άλλους καταπιεσμένος ανθρώπους; Έτσι η θεωρία λειτουργεί σαν τα «χρωματιστά γυαλιά» και όχι ως προσπάθεια διαύγασης της πράξης. Αυτή η απόσταση των επαναστατών από την πραγματικότητα που τους οδηγεί πολλές φορές σε άσχετα «αιτήματα» και στόχους που νομίζεις ότι οφείλεται; Κάποιοι άλλοι νομίζουν ότι αρκεί να ρίξουμε στο «τραπέζι των ιδεών» (εννοώντας την κοινωνία) την αποψάρα μας για να πείσουμε τον κόσμο. Αυτό εσένα πως σου φαίνεται; Πως βλέπεις της συμμετοχή των αναρχικών σε αυτά τα «μαζικά κινήματα»; Που νομίζεις ότι πρέπει να στοχεύει σήμερα η δράση μας; Και ποια ζητήματα θεωρείς επίμαχα;

 

Φ.Κ.: Συμφωνώ απόλυτα με αυτά που λέτε και νομίζω ότι, λίγο-πολύ έχω απαντήσει στο που οφείλεται αυτός ο συντηρητισμός, λαϊκισμός και εργατισμός του αναρχικού χώρου. Βέβαια, νομίζω ότι κάποια αισιοδοξία, για άλλους λόγους από αυτούς για τους οποίους αιτιάστε τον χώρου, είναι δικιολογημένη. Πρώτα απ’ όλα από το γεγονός ότι υπάρχει η δική σας ομάδα, που νομίζω είναι ό, τι καλύτερο αυτήν την στιγμή στον αντιεξουσιαστικό-αναρχικό χώρο, ακόμα κι αν εσείς δεν την τοποθετείτε σε αυτόν τον χώρο, και από την άλλη μεριά αυτός ο χώρος, στο επίπεδο της θεωρίας αλλά κυρίως στο επίπεδο της πρακτικής, έχει να επιδείξει  αντιρατσιστικό και τώρα τελευταία και κάποιον αντιεθνικιστικό αγώνα, που δεν έχει να επιδείξει κανένας άλλος πολιτικός χώρος. Τα γεγονότα της 2ας Φλεβάρη, αυτού του χρόνου, τα οποία ήταν τόσο σημαντικά, ώστε να απασχολήσουν τα πρωτοσέλιδα όλων των εφημερίδων, όπως και τα δελτία ειδήσεων όλων των τηλεοπτικών καναλιών, είναι στο μεγαλύτερο μέρους τους δημιούργημα του αντιεξουσιαστικού-αναρχικού χώρου. Σε αυτόν τον χώρο οφείλεται ουσιαστικά η ματαίωση της συγκέντρωσης των ναζιστών για τα Ίμια, και αυτός ο χώρος υπέστη όλη την εκδικητική μανία της αστυνομίας. Κατανοώ την πικρία σας απέναντι σε αυτόν τον χώρο αλλά πρέπει να είμαστε δίκαιοι απέναντι σε όλους αυτούς τους συντρόφους που και στο παρελθόν και σήμερα έχουν δώσει πολλά από την ζωή τους και μερικές φορές την ίδια τους την ζωή, για μια κοινωνία χωρίς καταπίεση και εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Δεν αναφέρομαι σε αυτούς που καθορίσανε τις πολιτικές του χώρου, οι οποίοι σηκώνουν πολλή κριτική, την οποία άλλωστε πρέπει να θεωρούν ευπρόσδεκτη στα πλαίσια ενός δημοσίου διαλόγου. Αναφέρομαι στην μεγάλη μάζα των αντιεξουσιαστών-αναρχικών που μέχρι σήμερα έχει υποστεί τόσες διώξεις. Και δεν υπέστηκε αυτές τις διώξεις γιατί διεκδικούσε μερίδιο από την εξουσία αλλά μια κοινωνία πιο ανθρώπινη. Πάρτε παράδειγμα και τον αγώνα ενάντια στα αίσχη που συμβαίνουν στις φυλακές. Οι αναρχικοί δεν ήταν αυτοί που σηκώσανε το βάρος της συμπαράστασης στους αγώνες των κρατουμένων, πολιτικών και μη, όλα αυτά τα χρόνια; Εγώ συγκινήθηκα ιδιαίτερα, όταν κατά την διάρκεια των επεισοδίων της 2ας Φλεβάρη συναντήθηκα με συντρόφους που έχω γνωρίσει από κοινούς μας αγώνες από όλες τις προηγούμενες μετά την μεταπολίτευση δεκαετίες. Συντρόφους που δεν καθόρισαν τις πολιτικές του χώρου, όμως αγωνιστήκανε και αγωνίζονται πραγματικά για υψηλά ιδανικά, παρά το μεγάλο κόστος που έχουν υποστεί. Σε αυτούς τους ανώνυμους ή χαμηλών τόνων συντρόφους που με εκτιμάνε και τους εκτιμάω απευθύνομαι με την ιστοσελίδα μου και τις δημοσιεύσεις μου και τους θεωρώ τους πιο αξιόπιστους, όταν μιλάμε για δράση. Σε αυτούς νομίζω ότι πρέπει να απευθύνεστε κι εσείς και να μην παρασύρεστε από την εικόνα που δίνει ο αναρχικός-αντιεξουσιαστικός χώρος προς τα έξω. Σας το υπογράφω ότι το αξίζουν. Άλλωστε δεν νομίζω ότι στην περίφημη δεύτερη πορεία στην Αμάρυνθο δεν συμμετείχαν αναρχικοί ούτε ότι αυτοί για τους οποίους σας μιλάω δεν θα ερχόντουσαν. Γι’ όλους αυτούς που σας μιλάω, τα προτάγματά σας είναι δεκτά χωρίς συζήτηση και να είσαστε σίγουροι ότι με τις μικρές του δυνάμεις ο καθένας αγωνίζεται γι’ αυτά. Μήπως ο «Κύκλος της Φωτιάς» που έβγαλε αυτήν την θαυμάσια μπροσούρα για την καταναγκαστική πορνεία, δεν εντάσσεται σε αυτόν τον χώρο; Μήπως οι «εργάτες του αρνητικού» που έχουν συντάξει το πιο αξιόλογο κείμενο πάνω στην καταναγκαστική πορνεία, δεν έχουν καμιά σχέση με τον αντιεξουσιαστικό χώρο;

     Συμφωνώ μαζί σας για το αδιέξοδο της απεύθυνσης στα «μαζικά κινήματα». Πέρα από το λάθος που εμπεριέχει η πολιτική του επαναστατικού συνδικαλισμού σε μια εποχή που κάθε άλλο παρά επαναστατική είναι (δεν βρισκόμαστε στην Ισπανία του 1936 ούτε καν στην Γαλλία του 1968), αν δούμε τα πράγματα με τα μάτια των μη προνομιούχων, όπως οι μετανάστες, οι τσιγγάνοι, οι καταναγκαστικά εκδιδόμενες, οι εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες, οι φυλακισμένοι, οι καταναγκαστικά έγκλειστοι  στα ψυχιατρεία, θα δούμε όλον αυτόν τον κόσμο που κατεβαίνει στις μαζικές διαδηλώσεις που οργανώνουν τα κόμματα της αριστεράς, σαν ένα κόσμο ξένο, σαν ένα κόσμο που δεν έχει καμιά σχέση με αυτούς που πραγματικά υποφέρουν και έχουν κάθε λόγο να εξεγείρονται, όπως έχουν εξεγερθεί κατά καιρούς οι τσιγγάνοι, οι φυλακισμένοι, ακόμα και οι μετανάστες, όπως έχουν δείξει μετά από δολοφονίες μεταναστών και πρόσφατα το έδειξαν οι μετανάστες της παραγκούπολης της Πάτρας. Όσοι από τους παραπάνω που ανέφερα δεν έχουν εξεγερθεί, δεν έχουν εξεγερθεί γιατί κινδυνεύει άμεσα η ίδια τους η ζωή αν εξεγερθούν. Όλοι αυτοί που ανέφερα προηγούμενα ακόμα και αν ικανοποιηθούν τα αιτήματα των συνδικάτων και των συντεχνιών, θα  παραμείνουν στην ίδια άθλια κατάσταση, που σε κάποιες περιπτώσεις θα χειροτερεύσει κιόλας. Γιατί, όπως μας έχει διδάξει η πρόσφατη ιστορία της Ελλάδας, όσο πιο πολύ πλούτο και δύναμη αποκτούν οι μεγάλες μάζες των καθωσπρέπει Ελλήνων, τόσο αυτές χώνονται πιο βαθιά στον ρατσισμό, στον εθνικισμό, στον σεξισμό, στην θρησκευτική μισαλλοδοξία και, γενικότερα, στην απανθρωπιά. Από αυτήν την σκοπιά, η συμμετοχή σε τέτοιου είδους διαδηλώσεις μπορεί να ιδωθεί σαν ενίσχυση του συντηρητισμού και γι’ αυτό εγώ ποτέ δεν κατεβαίνω σε αυτές.

     Τέλος, στην ερώτηση που πρέπει να στοχεύει σήμερα η δράση μας, σαν αναρχικός δεν συνηθίζω να κάνω «ολοκληρωμένες προτάσεις» και να συντάσσω επαναστατικά προγράμματα. Άλλωστε, εσείς που με ρωτάτε, έχετε αποδείξει ότι ξέρετε πολύ καλά που πρέπει να στοχεύει σήμερα η δράση μας. Και να σας πω και την αλήθεια, νομίζω ότι το Cafe Morgenland με τα υπέροχα κείμενα του έχει αποδείξει ότι μπορεί να σας προσφέρει πολύ περισσότερα σε αυτόν τον τομέα απ’ ότι εγώ. Ένα πράγμα μόνο θα ευχόμουνα να έχετε πάντα κατά νου: Ότι αυτός ο άλλος κόσμος που σας ανέφερα προηγούμενα, ο κόσμος που δεν έχει να κερδίσει τίποτα από τα μαζικά κινήματα, υπάρχει και κυκλοφορεί δίπλα σας. Σε αυτόν τον κόσμο πρέπει να εστιάζετε το ενδιαφέρον σας και γι’ αυτόν τον κόσμο πρέπει να αγωνίζεστε. Η δική μας ελευθερία κρύβεται μέσα στην δική τους, για να επικαλεστώ τον Μπακούνιν, και ο «δικός μου θεός» (δεν πιστεύω σε θεούς, εννοείται, και αυτό το λέω για να γίνω πιο παραστατικός) λέει «Not one of my seeds, shall sit in the sidewalk andbeg bread», όπως λέει ο θεός του Bob Marley. Kαι ειλικρινά μου σκίζεται η καρδιά, όταν βλέπω αυτά τα χάλια να γίνονται δίπλα μου και να είμαι τόσο ανήμπορος να τα σταματήσω.

 

Τ119: Και σχετικά με κάποια πιο πρόσφατα ζητήματα: Για την περίφημη δίκη εναντίον του Πλεύρη, στην οποία παραβρεθήκαμε ριψοκινδυνεύοντας την φυσική μας υπόσταση, πέρα από τα όσα εμετικά ακούσαμε, διάφοροι αναρχικοί και αυτόνομοι μας έφεραν το επιχείρημα περί της ελευθερίας του λόγου. Αυτό το επιχείρημα διατυπώθηκε με διάφορους τρόπους: Ότι ζητώντας την καταδίκη του Πλεύρη προωθούμε την λογοκρισία γενικά, ακόμη και σε εμάς τους ίδιους, ότι έτσι το κράτος μπορεί να αρχίσει να καταδικάζει και επαναστατικά βιβλία ας πούμε. Μάλιστα η εφημερίδα «Βαβυλωνία» σε άρθρο της, απαντώντας στην καταγγελία της «Αντιναζιστικής Πρωτοβουλίας» ότι η αριστερά απουσίαζε από αυτή τη δίκη, μας λέει ότι άμα συμμετείχαν θα συμμετείχαν ως «…μάρτυρες υπεράσπισης» (!!!) του Πλεύρη. Πέρα από τις αντισημιτικές συνδηλώσεις αυτής της άποψης σε σχέση με το ΚΙΣ κλπ. πως βλέπεις αυτό το επιχείρημα περί ελευθερίας του λόγου;

 

Φ.Κ.: Ειλικρινά δεν μπορούσα να φανταστώ ότι η εφημερίδα «Βαβυλωνία» στο επίμαχο ζήτημα θα έπεφτε τόσο χαμηλά. Αν και θα ήταν λίγο άδικο να χαρακτηρίζουμε ολόκληρη την εφημερίδα από το τι έγραψε ένας αρθρογράφος της. Υποθέτω ότι σε αυτήν την εφημερίδα δεν υπάρχει κάποιο αυστηρό πλαίσιο και όσα γράφονται δεν εκφράζουν όλους αλλά αυτούς που τα γράφουν. Δεν νομίζω ότι η «Βαβυλωνία» είναι «Ριζοσπάστης». Πάντως είναι γεγονός ότι, όπως τουλάχιστον φάνηκε, αυτή η άποψη υπέρ της ατιμωρησίας του Πλεύρη υπήρξε η πιο διαδεδομένη στον χώρο. Πέρα από το ότι αυτή η άποψη εντάσσεται στην γενικότερη άποψη υπέρ της ατιμωρησίας των εγκληματιών από τα δικαστήρια, η οποία είναι λουκούμι και για τους φασίστες, και την οποία καταγγέλλει και το Cafe Morgenland, αυτή η άποψη διαγράφει την ιστορία της διάδοσης και της επικράτησης των φασιστικών ιδεών στο παρελθόν και επίσης δεν αναγνωρίζει ηθικούς αυτουργούς στην διάπραξη ρατσιστικών, εθνικιστικών, σεξιστικών, θρησκευτικών και άλλων εγκλημάτων. Υπερεκτιμάει την νοημοσύνη και την ηθική του κοινού και δεν βλέπει ότι πριν από κάθε ρατσιστικό, εθνικιστικό, σεξιστικό και θρησκευτικό έγκλημα προηγείται η αντίστοιχη προπαγάνδα. Λες και θα μπορούσαν να υπάρξουν όλα αυτά τα εγκλήματα χωρίς να προηγηθεί η ανάλογη προπαγάνδα. Το να επιτρέπεται αυτή η προπαγάνδα είναι για μένα σαν να επιτρέπεται στους ιδιοκτήτες αγριόσκυλων να παροτρύνουν τα αγριόσκυλα να ξεσχίζουν, όσους οι ιδιοκτήτες τους δεν γουστάρουν. Γιατί για μένα οι φυσικοί αυτουργοί αυτών των εγκλημάτων είναι σαν τα αγριόσκυλα. Χωρίς την παρότρυνση από τα ιδεολογικά τους αφεντικά δεν θα τα κάνανε. Κατά συνέπεια, γι’ αυτά τα εγκλήματα ευθύνεται, πέρα από τους φυσικούς αυτουργούς, και η αντίστοιχη προπαγάνδα και γι’ αυτό πρέπει να εμποδίζεται με κάθε μέσο. Και τα νόμιμα μέσα είναι τα πιο ακίνδυνα. Η ελευθερία του λόγου δεν είναι κάτι αφηρημένο αλλά έχει άμεση σχέση με το που αποσκοπεί. Αν αποσκοπεί στο κακό των αδυνάμων κοινωνικά συνανθρώπων μας, τότε δεν πρόκειται περί ελευθερίας αλλά περί ασυδοσίας. Φανταστείτε κάποιον να βιάζει και να σκοτώνει μια κοπέλα. Μπορεί αυτός να επικαλεστεί την ελευθερία του να κάνει ό, τι γουστάρει, προκειμένου να μην υποστεί καμιά δίωξη; Και δυστυχώς, όπως καταγγέλλει και το Cafe Morgenland, οι αντιεξουσιαστές-αναρχικοί που υποστηρίζουν την μη προσφυγή στα δικαστήρια, θα ήταν οι τελευταίοι που θα ανατρέχανε στην αστυνομία για να εμποδίσει ένα τέτοιο έγκλημα ή για να συλλάβει τον δράστη, χωρίς παράλληλα να είναι σε θέση αυτοί να εμποδίσουν ή να συλλάβουν τον δράστη…Τι να πω…Ο tempora, o mores!

 

Τ119: Τα ίδια ακούσαμε και από την ομάδα «αυτονομία ή βαρβαρότητα» η οποία βάλθηκε να υπερασπιστεί το «δικαίωμα του να είσαι φασίστας» λέγοντας μας ότι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να λέμε την γνώμη μας στον κόσμο. Τέλος από άλλους είδαμε μία νομιμοφροσύνη, ότι δηλαδή μόνο όταν υπάρχει όντως στο βιβλίο παρακίνηση προς ρατσιστική βία μπορεί να καταδικαστεί κάποιος. Και ότι, για παράδειγμα, το να πας να σπάσεις με άμεση δράση την ομιλία ή την συγκέντρωση φασιστών είναι ολοκληρωτικό και παραπέμπει σε σταλινικές μεθόδους. Και που μπαίνουν τα όρια του πότε ένας φασίστας παραπέμπει ή όχι σε βία; Πως σου φαίνονται όλες αυτές οι απόψεις;

 

Φ.Κ.: Νομίζω ότι αυτό που έκανε την ομάδα «Αυτονομία ή Βαρβαρότητα» να επιστρατεύσει  τον αξιέπαινο θεωρητικό της εξοπλισμό για να δικιολογήσει τα αδικιολόγητα, όπως και αυτό που κάνει όλους τους άλλους να υπερασπίζονται το «δικαίωμα να είσαι φασίστας», είναι από την μια μεριά ο φόβος της φυσικής, και όχι θεωρητικής, σύγκρουσης με τον φασισμό και από την άλλη μια υποσυνείδητη βεβαιότητα ότι αυτοί είναι οι τελευταίοι που θα υποστούν τις δολοφονικές συνέπειες της φασιστικής προπαγάνδας. Αν αισθανόντουσαν, όλοι οι παραπάνω, να γίνονται στόχοι των φασιστών, θα αντιλαμβανόντουσαν γιατί οι μετανάστες, οι τσιγγάνοι, οι μειονοτικοί και όλοι, γενικά, οι διακηρυγμένοι στόχοι των φασιστών, φοβούνται αυτήν την προπαγάνδα και έχουν κάθε δικαίωμα να την εμποδίσουν με όποιο τρόπο μπορούν. Αλλά ας μη γελιόμαστε. Όπως λέει και το αξεπέραστο θεωρητικά Cafe Morgenland οι μετανάστες (και αυτό ισχύει και για όλους όσους γίνονται στόχοι των φασιστών) δεν πρέπει να περιμένουν από άλλους να τους υπερασπίσουν, αν δεν αυτοργανωθούν.

     Τέλος, όσον αφορά τα όρια του πότε ένας φασίστας παραπέμπει ή όχι σε βία, η απάντηση είναι πιο απλή απ’ ό, τι φαίνεται. Θα μπορούσα να πω κι ας γίνω αντιπαθής σε κάποιους, ότι αυτό προβλέπεται και από τους υπάρχοντες νόμους και η πρωτόδικη καταδίκη του Πλεύρη είναι κάποια απόδειξη αυτού του γεγονότος. Δεν είμαι της άποψης ότι πρέπει να χτυπηθεί κάποιος που είναι φασίστας ή ρατσιστής ή εθνικιστής ή σεξιστής ή θρησκευτικά μισαλλόδοξος, μόνο γιατί είναι κάτι τέτοιο (άλλωστε αυτοί είναι και η πλειοψηφία των Ελλήνων) αλλά δεν πρέπει να του επιτρέπεται να υποκινεί αδικήματα. Απέχει αρκετά το να διαδίδει κάποιος μισαλλόδοξες ιδέες του στυλ «οι ξένοι» ή «οι Εβραίοι» ή «οι γυναίκες φταίνε για όλα», από το να καλεί τον κόσμο να πετάξει τους ξένους στην θάλασσα ή να διώξει τους τσιγγάνους από την πόλη ή να δέρνει τις γυναίκες και να τις βιάζει γιατί το απολαμβάνουν, και άλλα τέτοια αισχρά.

 

Τ119: Σε σχέση με τα προηγούμενα: τα τελευταία γεγονότα στην Αθήνα (2/2/08) με την οργανωμένη δολοφονική επίθεση των φασιστών και των μπάτσων στους/στις αντιφασίστες/στριες ήταν το αποκορύφωμα των φασιστικών και ρατσιστικών επιθέσεων σε μετανάστες κυρίως, αναρχικούς/αντιεξουσιαστές, στέκια και καταλήψεις. Παρ’ όλα αυτά η άμεση δράση των αντιφασιστών κατάφερε να ακυρώσει στην πράξη την συγκέντρωσή που καλούσαν τα φασιστοειδή για τα Ίμια. Εκ των υστέρων ακούσαμε από αριστερούς κυρίως, πέρα από την λάσπη για αυτούς που επέλεξαν να μην είναι ειρηνικοί απέναντι στη βία του κράτους και των παρακρατικών, ότι για όλα φταίει η «κυβέρνηση», ότι ο «ελληνικός λαός» έχει μεγάλο μίσος για τους φασίστες και άλλα τέτοια ωραία… Από την άλλη κάποιοι αντιεξουσιαστές θέλησαν να εντάξουν την φασιστική βία, που στοχεύει κυρίως τους μετανάστες σήμερα, στην «ένταση της κρατικής καταστολής». Πάντα, λοιπόν, αυτό το σχήμα της καλής κοινωνίας που αγωνίζεται και του κράτους που καταστέλλει. Εσύ που νομίζεις ότι πατάει η δράση των φασιστών; Και πως είδες τα τελευταία γεγονότα στην Αθήνα; Μέσα από την προσωπική σου πορεία, αυτό που λένε όλοι σχεδόν οι αναρχικοί σήμερα περί έντασης του «ελέγχου και της καταστολής» που χωράει μέσα και τις φασιστικές επιθέσεις, πως σου φαίνεται ιστορικά; Ποια άλλα παραδείγματα έρχονται στο μυαλό σου;

 

Φ.Κ.: Δεν δέχομαι το σχήμα της καλής κοινωνίας που αγωνίζεται και του κράτους που καταστέλλει. Για την ελληνική κοινωνία πιστεύω ό,τι αποκαλύπτουν οι στατιστικές που γίνονται κάθε τόσο, δηλ. ότι στην μεγάλη πλειοψηφία της είναι ρατσιστική, εθνικιστική, σεξιστική, μισαλλόδοξη προς τους ανθρώπους με διαφορετικό θρήσκευμα, βαθειά διεφθαρμένη κλπ. Και οι σχετικές έρευνες δεν γίνονται από ανατρεπτικές συλλογικότητες, κάτι που θα μπορούσε να τις καθιστά ύποπτες για μεροληψία. Γίνονται από επιστήμονες ειδικευμένους στο αντικείμενο, το οποίο πραγματεύονται. Η Ελλάδα έχει καταδικαστεί πολλές φορές από τα σχετικά διεθνή όργανα που ασχολούνται με τα ανθρώπινα δικαιώματα και καταδικάζεται συνέχεια κι όμως η ελληνική κοινωνία ούτε απασχολείται με αυτές τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ούτε γνωρίζει σε τελευταία ανάλυση τι σημαίνει ανθρώπινο δικαίωμα. Μάλιστα, τις περισσότερες φορές επικροτεί αυτές τις παραβιάσεις, όπως γίνεται με την περίπτωση των τσιγγάνων. Η αντιμετώπιση του κοινωνικού καρκινώματος της καταναγκαστικής πορνείας από την ελληνική κοινωνία είναι χαρακτηριστική για το τι κοινωνία είναι. Όχι μόνο οι Έλληνες δεν ενοχλούνται από αυτήν την φρίκη αλλά ένας στους τέσσερις ικανοποιείται σεξουαλικά με το να βιάζει τα καταναγκαστικά εκδιδόμενα κορίτσια. Ακόμα και το «κόμμα του λαού» το Κ.Κ.Ε., όταν η σύζυγος ενός (νομίζω του προηγούμενου) Αμερικανού πρέσβη στην Ελλάδα αποκάλυψε τα στοιχεία των σχετικών αμερικανικών υπηρεσιών που αποδεικνύουν ότι το κοινωνικό αυτό καρκίνωμα είναι φοβερά διαδεδομένο στην Ελλάδα και το κράτος δεν κάνει σχεδόν τίποτα για να το εμποδίσει, αντέδρασε οργισμένο κατηγορώντας την σύζυγο του πρέσβη για ιμπεριαλιστική ανθελληνική προπαγάνδα. Φωνές σαν της Διεθνούς Αμνηστίας και, προπαντός, του Ελληνικού Παρατηρητηρίου του Ελσίνκι για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, που καταγγέλλουν τα αίσχος της ατιμώρητης παραβίασής τους στην Ελλάδα, ακούγονται  σαν «φωνές βοώντος εν τη ερήμω», όταν δεν χαρακτηρίζονται ιμπεριαλιστική προπαγάνδα. Με λίγα-λόγια και μόνο τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις που υπερασπίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα να λάβει κανείς σοβαρά υπ’ όψη του, θα διαπιστώσει ότι η Αμάρυνθος συνεχίζεται και βρίσκεται παντού στην Ελλάδα, όπως εύστοχα διατυπώνει μια υπέροχη αφίσα που κυκλοφόρησε πρόσφατα.

     Για τα πρόσφατα γεγονότα της 2ας Φλεβάρη σας μίλησα προηγούμενα. Όπως κι εσείς αντιλαμβάνεστε πρόκειται για μια από τις «ευτυχέστερες» στιγμές του αντιεξουσιαστικού-αναρχικού  κινήματος στην Ελλάδα, θα έλεγα κορυφαία επιτυχία του σύγχρονου αντιφασιστικού-αντιεθνικιστικού κινήματος. Γι’ αυτό άλλωστε και οι διαδηλωτές υποστήκανε όλο το μένος των κατασταλτικών δυνάμεων, όταν επεχείρησαν να διαδηλώσουν ειρηνικά από τα Προπύλαια του πανεπιστήμιου της Αθήνας μέχρι τα Εξάρχεια. Και δεν αποδίδω την καταστολή της διαδήλωσης σε κάποια ένταση της καταστολής αλλά σε ξεκάθαρη εκδικητικότητα των φασιστών, οι οποίοι  έχουν σε τέτοιο βαθμό διαβρώσει την αστυνομία, ώστε να την ελέγχουν, σε ό, τι τους αφορά, και να υποχρεώνουν την κυβέρνηση να τους κάνει τα χατίρια, προκειμένου να μην στερηθεί τις υπηρεσίες της. Εμένα η χιλιοπιπιλισμένη καραμέλα της «έντασης της καταστολής» δεν μου λέει τίποτα, γιατί το τροπάρι αυτό το ακούω από τότε που οργανώθηκα στον αναρχικό χώρο στα μέσα της δεκαετίας του ’70 , και όπως λέει μια παροιμία «το πολύ το Κύριε ελέησον το βαριέται κι ο θεός». Είναι η άλλη όψη του πολυχρησιμοποιημένου και ξεφτισμένου νομίσματος που η μια του όψη λέει ότι για όλα φταίει η αστυνομία και αυτή πρέπει να είναι μόνιμα ο αντίπαλος στόχος του αναρχικού-αντιεξουσιαστικού χώρου. Όχι ότι όλο αυτό το διάστημα δεν υπήρξε ένταση της καταστολής. Από το 1977 ως το 1981 η καταστολή οδήγησε αρκετούς αναρχικούς  στην φυλακή με βαριές ποινές για ασήμαντα αδικήματα, όπως εμένα και την Σοφία που είχαμε τις βαρύτερες, ενώ στις διαδηλώσεις είχε χρησιμοποιήσει σφαίρες, όπως αυτή που βρήκε στο στήθος τον σύντροφο Παπαπολυμέρου. Και το ξύλο που έριχνε η αστυνομία ήταν τόσο πολύ που άφησε και δυο νεκρούς πίσω του: Τον Κύπριο φοιτητή Κουμή και την νεαρή εργάτρια Κανελλοπούλου (1980). Το 1982 υπήρξε ένταση της καταστολής που οδήγησε τους πρώτους καταληψίες εγκαταλειμμένων κτιρίων για πολλούς μήνες στην φυλακή.  Το 1984-1985, στον συνεχή «κλεφτοπόλεμο» των αναρχικών στα Εξάρχεια η κυβέρνηση, με υπουργό Δημόσιας Τάξης τον στρατιωτικό στρατηγό Δροσογιάννη, είχε απαντήσει με μια σειρά επιχειρήσεις «σκούπα», οι οποίες οδήγησαν στην κατάληψη του Χημείου από τους αναρχικούς. Το 1986, μετά από τις αντιπυρηνικές διαδηλώσεις λόγω Τσερνομπίλ, οι οποίες είχαν διαλυθεί βίαια, η κυβέρνηση για μήνες είχε απαγορεύσει τελείως τις διαδηλώσεις. Το 1995, μετά από μια σειρά καταλήψεων του Πολυτεχνείου, οι οποίες είχανε κοστίσει τον εμπρησμό της αίθουσας της πρυτανείας του, η αστυνομία μπήκε μέσα στο Πολυτεχνείο, συνέλαβε και οδήγησε στο δικαστήριο περίπου 500 άτομα. Και πριν και  κατά την διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, η καταστολή ήταν τόσο μεγάλη, ώστε οι αγώνες διεξάχθηκαν χωρίς καθόλου «παρατράγουδα». Για να εντείνει την καταστολή η κυβέρνηση πρέπει να έχει σοβαρούς λόγους. Η ένταση της καταστολής διαρκεί μια συγκεκριμένη περίοδο, συνήθως μικρή, και δεν διαρκεί δεκαετίες. Όταν λέμε ένταση της καταστολής, συγκρίνουμε μια περίοδο αυξημένης καταστολής με κάποια άλλη που η καταστολή είναι στα συνηθισμένα πλαίσια μιας αστικής δημοκρατίας. Αυτή την εποχή εγώ δεν βλέπω ένταση της καταστολής. Στην κοινωνία τουλάχιστον, γιατί στις φυλακές, στα κρατητήρια,  στα στρατόπεδα και στα κέντρα κράτησης μεταναστών και στα σύνορα, η κατάσταση είναι χάλια.

     Τις φασιστικές επιθέσεις δεν τις βλέπω σαν ένταση της καταστολής, γιατί είναι συνέπεια μια στροφής μεγάλης μερίδας του κοινού προς τον φασισμό, όπως έδειξαν και οι τελευταίες εκλογές. Εκτός αν κατηγορήσουμε την κοινωνία για ένταση της καταστολής. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κυβερνητική πολιτική που να χρησιμοποιεί τους φασίστες σαν το μακρύ χέρι του κράτους, όπως είναι τα αποσπάσματα θανάτου στην Λατινική Αμερική, την εποχή των στρατιωτικών δικτατοριών.

     Τέλος, όσον αφορά την ένταση του ελέγχου, θεωρώ ότι πράγματι υπάρχει ένταση, η οποία οφείλεται στην αξιοποίηση από το κράτος των μέσων που του παρέχει η εξέλιξη της τεχνολογίας και αυτό είναι διεθνές φαινόμενο.

 

Τ119: Για την σημερινή «στρατοπαπαδοκρατούμενη» ελληνική κοινωνία, όπως την ονομάζεις στα γραπτά σου, ποιος νομίζεις ότι ήταν ο ρόλος που έπαιξε η γενιά της μεταπολίτευσης, η γενιά των ανθρώπων της δικής σου ηλικίας; Αυτή η επίφαση της «δημοκρατικότητας» ότι δηλαδή δήθεν «τα παιδιά μας θα επιλέξουν μόνα τους τι τους αρέσει και τι όχι» και τελικά όλα σχεδόν επιλέγουν τα ίδια πράγματα (καριέρα, οικογένεια, θρησκεία και πατρίδα) που νομίζεις ότι πατάει; Και αυτό αναφέρεται κυρίως στους λεγόμενους «της αριστεράς και της προόδου» της μεταπολίτευσης. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που τον τελευταίο καιρό, με ποιο φανερές περιπτώσεις τα ρατσιστικά περιστατικά στην Πάτρα και στο Αιγάλεω, που συγκροτούν επιτροπές πολιτών με ρατσιστικά συνθήματα τύπου: «Και οι Έλληνες έχουν δικαιώματα», «Τα όνειρα των μεταναστών, οι εφιάλτες των Πατρινών» κ.α.; Βλέπεις, γενικά κάποια αισιόδοξη κίνηση και δράση ενάντια στην σημερινή κατάσταση; Επίσης, επειδή το έχουμε ακούσει από πολλές πλευρές, η ιδέα περί «ορίων στην μετανάστευση», ακόμη και όταν λέγεται από μία ριζοσπαστική πλευρά, πως σου φαίνεται; Που νομίζεις ότι καταλήγει αυτή η ιδέα; Τέλος, το ποιο νοσηρό στοιχείο της ελληνικής κοινωνίας σήμερα κατά την γνώμη σου είναι η διευρυμένη «ανομία» (ότι δηλαδή κάνει ο καθένας ότι του γουστάρει και δεν λογοδοτεί πουθενά) που την χαρακτηρίζει, ή κάτι άλλο; Κι αν όχι ποιο είναι αυτό το άλλο;

 

Φ.Κ.: Η γενιά των ανθρώπων της δικής μου ηλικίας, όπως και οι προηγούμενες και οι επόμενες, από πολιτική άποψη, αν δούμε την πολιτική σαν συμμετοχή στα κοινά και όχι σαν κυνήγι της εξουσίας, υπήρξαν πάντα αγράμματες και αστοιχείωτες.  Και αυτό οφείλεται στο ότι, από την σύσταση του ελληνικού κράτους, στην πολιτική, τον τελευταίο λόγο και αποφασιστικό, τον είχανε η εκκλησία και ο στρατός. Στην Δυτική Ευρώπη, η θρησκευτική μεταρρύθμιση, ο διαφωτισμός και μια σειρά κοινωνικών επαναστάσεων, άσχετα αν ήταν επιτυχημένες ή όχι, καταφέρανε σιγά-σιγά να διαχωρίσουν την εκκλησία από το κράτος. Από αυτήν την άποψη η Ελλάδα βρίσκεται ακόμη στον Μεσαίωνα, γιατί δεν τα γνώρισε όλα αυτά, με αποτέλεσμα η εκκλησία να ταυτίζεται με το κράτος. Η εκκλησία αντέδρασε και αντιδράει πάντα στην συμμετοχή του κοινού στην πολιτική και στην λήψη αποφάσεων και με τα απεριόριστα μέσα που διαθέτει μαθαίνει στο κοινό να σέβεται το status quo. Είναι γνωστό ότι ο καθωσπρέπει (σύμφωνα με τα κριτήρια της εκκλησίας) Έλληνας δεν πρέπει να ασχολείται με την πολιτική αλλά με την δουλειά του και την οικογένειά του. Με λίγα-λόγια απαξιώνει την πολιτική. Από την άλλη μεριά ο στρατός, άμεσα στο παρελθόν και έμμεσα σήμερα επέβαλε και επιβάλλει τις επιταγές της εκκλησίας. Σκεφτείτε ότι από το νηπιαγωγείο κιόλας, τα παιδιά μαθαίνουν να σέβονται την εκκλησία και το έθνος, ενώ όταν τελειώνουν τις όποιες σπουδές τους περνάνε από την πλύση εγκεφάλου του στρατού. Αναρωτιόμαστε μετά  γιατί στην Ελλάδα ο εθνικισμός διαποτίζει κάθε πλευρά της πολιτικής και της κοινωνικής ζωής; Όταν τα παιδιά μεγαλώνουν με προσευχές, εκκλησιασμό, εθνικιστικές σχολικές γιορτές, παρελάσεις, διαρκή εθνικιστική προπαγάνδα κλπ. και σ’ όλη τους την ζωή, οι μόνες γιορτές που πραγματικά καταλαβαίνουν είναι οι θρησκευτικές και οι εθνικές γιορτές;

Kαι στην Ελλάδα, η εκκλησία και ο στρατός (θεσμοί αλληλένδετοι, όπως θα παρατηρείτε στις εθνικές και θρησκευτικές γιορτές) αποκτήσανε τέτοιο αποφασιστικό λόγο στην δημόσια ζωή γιατί από την ίδρυση του Ελληνικού κράτους, αποτελέσανε από κοινού τον μοναδικό συνδετικό κρίκο των κατοίκων αυτού του τόπου που δεν είχαν μεταξύ τους άλλο κοινό πολιτιστικό χαρακτηριστικό από την ορθοδοξία και δεν γνωρίζανε καμιά άλλη νομιμοποιητική διαδικασία της εξουσίας από την στρατιωτική βία που αυτή διέθετε.

     Σίγουρα η δική μου γενιά είναι επιβαρυμένη περίπτωση γιατί στα εφηβικά της χρόνια πέρασε μέσα από την πλύση εγκεφάλου που της επέβαλε η δικτατορία των συνταγματαρχών 1967-1974 και το μάθημα που πήρε δεν θα το ξεχάσει ποτέ.

     Η αριστερά στην οποία αναφέρεστε δεν είναι μια αριστερά, η οποία έχει προκύψει από κοινωνικούς αγώνες, κοινωνικές επαναστάσεις και ένα πανίσχυρο εργατικό κίνημα. Το εργατικό κίνημα στον Ελλαδικό χώρο, πέρα από τις πρώτες του νηπιακές εκδηλώσεις, όπως ήταν τα αναρχικά κινήματα της Πάτρας και του Πύργου στον προπροηγούμενο αιώνα και στις αρχές του προηγούμενου, ξεκίνησε από τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης, και «ανδρώθηκε» κατά την δεκαετία του ’30, οπότε και έπεσε θύμα του φασισμού υπό τον Μεταξά. Από τότε μέχρι το 1974, οι όποιες προσπάθειες συμμετοχής των εργατών στην πολιτική συνθλίφτηκαν ανάμεσα στις συμπληγάδες πέτρες της εθνικοφροσύνης και του σταλινισμού. Και οι δύο ιδεολογίες αποτρέπουν την συμμετοχή του κοινού στη λήψη των αποφάσεων. Η μεταπολιτευτική αριστερά ήταν μια βαθιά εθνικιστική και σταλινική αριστερά, που σαν επίκεντρο της πολιτικής της είχε την υπεράσπιση του έθνους (δηλ. ουσιαστικά των οργανωμένων συμφερόντων της τάξης που έχει το δικαίωμα εκμετάλλευσης του ελλαδικού χώρου)  απέναντι στους υποτιθέμενους εξωτερικούς εχθρούς και όχι την δημιουργία μορφών εκπαίδευσης στην πολιτική και συμμετοχής του κοινού στην λήψη αποφάσεων. Η συμμετοχή του κοινού στην πολιτική περιοριζόταν και περιορίζεται στην συμμετοχή στις εκλογές. Ενδεικτικά αναφέρω ότι μετά την μεταπολίτευση που ήμουνα φοιτητής, η συμμετοχή των φοιτητών στην λήψη αποφάσεων που αφορούσε τους φοιτητικούς συλλόγους, περιοριζόταν στην ψήφιση υποψηφίων μεταξύ των φοιτητικών παρατάξεων που εκπροσωπούσαν το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και τα κόμματα της αριστεράς (η Ν.Δ. δεν τολμούσε να εκπροσωπηθεί), οι οποίοι αφού ψηφιζόντουσαν μαγειρεύανε μεταξύ τους την πολιτική και τα αιτήματα του συλλόγου, ερήμην των φοιτητών. Οι φοιτητές ερχόντουσαν στις φοιτητικές συνελεύσεις για να επικυρώσουν τις αποφάσεις που προκύπτανε από το μαγείρεμα (οι ελάχιστοι που αντιδρούσαμε, τους αποκαλούσαμε δέντρα). Με τέτοιες μεθόδους καταπνίγηκε και η λεγόμενη αποχουντοποίηση των πανεπιστημίων.  Αυτό το αρρωστημένο και αδιέξοδο περιβάλλον  μαζί με την προηγούμενη κοινωνική μου ευαισθητοποίηση με ώθησε να στραφώ στους αναρχικούς, όπου υπήρχε η ελευθερία να αποφασίζουμε για τις πολιτικές μας επιλογές, όσοι συμφωνούσαμε μεταξύ μας, χωρίς παρέμβαση από τα πάνω.  Τι περιμένατε, λοιπόν, να προκύψει από μια τέτοια αριστερά; Οι άνθρωποι που εγκλωβιστήκανε στους κόλπους της δεν ήταν και δεν είχαν τα περιθώρια να γίνουν ελεύθεροι άνθρωποι. Όταν αργότερα άρχισαν να έχουν δούλους τους μετανάστες  και να πλουτίζουν από την δουλειά των τελευταίων, αισθανθήκανε για πρώτη φορά στη ζωή τους αφεντικά και όπως έλεγε ο Μπακούνιν, αν βάλεις στην θέση του τσάρου έναν εργάτη, αυτός θα είναι χειρότερος από τον τσάρο. Το ότι η εξουσία διαφθείρει, ήταν το πρώτο πράγμα που άκουσα από τον Χρήστο Κωνσταντινίδη, την «καρδιά» της «Διεθνούς Βιβλιοθήκης» που ανέφερα πιο πάνω, όταν τον πρωτογνώρισα το 1976. Το γεγονός ότι ο ρατσισμός αναπτύχθηκε με ιλιγγιώδη ταχύτητα και σε τεράστια έκταση στις χώρες του πρώην σοσιαλιστικού στρατοπέδου, όταν οι λαοί τους αποκτήσανε επιτέλους κάποια πολιτικά δικαιώματα και αισθανθήκανε αφεντικά, είναι ενδεικτικό του τι μπορεί να περιμένει κανείς από ανθρώπους που υπήρξαν μια ζωή πολιτικά δούλοι και ξαφνικά βρεθήκανε με κάποια εξουσία. Τέτοιοι είναι αυτοί που στην Ελλάδα συγκροτούν επιτροπές πολιτών με ρατσιστικά συνθήματα τύπου: «Και οι Έλληνες έχουν δικαιώματα», «Τα όνειρα των μεταναστών, οι εφιάλτες των Πατρινών» κ.α.

     Αισιόδοξη κίνηση και δράση ενάντια στην σημερινή κατάσταση βλέπω τον δικό σας θαυμάσιο αγώνα, όπως και των αγώνα όλων όσων, λίγο-πολύ υιοθετούν αρκετές από τις απόψεις σας, όπως είμαι σίγουρος ότι συμβαίνει με κάποια από τα παιδιά της κατάληψης Υφανέτ, με κάποια από τα παιδιά της Antifa και γενικότερα με κάποια παιδιά του αντιεξουσιαστικού-αναρχικού χώρου και της αυτονομίας. Και μην νομίζετε ότι είναι μόνο αυτοί. Μέσα σε χώρους όπου αναπτύσσεται ο σύγχρονος αντιεθνικισμός και ο αντιρατσισμός θα βρείτε άτομα που υιοθετούν τον ίδιο ριζοσπαστισμό, χωρίς απαραίτητα να είναι αντιεξουσιαστές, αναρχικοί ή αυτόνομοι. Αν σε όλους αυτούς που ανέφερα προηγούμενα προσθέσουμε τους άμεσα ενδιαφερόμενους, όπως οι μειονοτικοί και οι μετανάστες και ιδίως οι μετανάστες δεύτερης γενιάς (αυτοί που γεννηθήκανε και μεγαλώσανε στην Ελλάδα), ακόμα και κάποιες γυναίκες που έχουνε μπουχτίσει με τον σεξισμό και την κουλτούρα του βιασμού, έχουμε μια αξιόλογη πολιτική δύναμη, που  τώρα και στο μέλλον θα παίξει έναν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη των πραγμάτων.

     Αυτοί που πιστεύουν ότι μπορούν να μπουν όρια στην μετανάστευση, αυταπατώνται οικτρά, εκτός αν πιστεύουν ότι με περισσότερες νάρκες, στρατιωτικά αποσπάσματα, συνοροφύλακες και λιμενικούς, θα γίνει κατορθωτό να σκοτώνονται ή να επαναπροωθούνται περισσότεροι απελπισμένοι που προσπαθούν να ξεφύγουν από τον πόλεμο, τις αρρώστιες και την πείνα. Αλλά ακόμα κι αυτό να γίνει, οι μίζες που απομυζούν από όσους θέλουν να περάσουν με σχετικά ασφαλή τρόπο τα ελληνικά σύνορα, όσοι κάνουν τα στραβά μάτια, είναι τόσο μεγάλες, που οι μετανάστες που τα διασχίζουν θα αυξάνονται συνέχεια, όπως αυξάνονται οι ποσότητες απαγορευμένων ουσιών που περνάνε από τα σύνορα. Εγώ δεν αναγνωρίζω σε κανέναν το δικαίωμα να μαντρώνει μια ολόκληρη χώρα για να εκμεταλλεύεται αυτήν και τους κατοίκους της λες και είναι δικό του μεσαιωνικό φέουδο, όσο και αν αυτοί οι κάτοικοι αποδέχονται και υποστηρίζουν το καθεστώς της μοντέρνας δουλοπαροικίας τους διαποτισμένοι από τον εθνικισμό. Αντιθέτως, θεωρώ τους μετανάστες ευλογία για έναν τόπο, γιατί αυτοί πραγματικά δουλεύουν, δεν ζούνε παρασιτικά με την υπεραξία που παράγουν οι άλλοι, όπως συμβαίνει με ένα μεγάλο μέρος των Ελλήνων που απασχολούνται στον τριτογενή τομέα. Άλλωστε αν σήμερα οι Έλληνες είναι τόσο πλούσιοι, αυτό το οφείλουν στους μετανάστες που δημιουργούν αυτόν τον πλούτο για τα αφεντικά τους. Και δουλειές πάντα υπάρχουνε. Αν δεν υπήρχανε, οι μετανάστες που δεν έχουν άλλο τρόπο για να εξασφαλίσουν την επιβίωση τους θα πεθαίνανε από την πείνα.

     Δεν πιστεύω ότι το πιο νοσηρό στοιχείο της ελληνικής κοινωνίας σήμερα είναι η διευρυμένη «ανομία», γιατί πρώτα απ’ όλα οι νόμοι είναι σαν τον ιστό της αράχνης, που μπορούν να τον σχίζουν και να περνάνε μόνο τα μεγάλα έντομα, ενώ τα μικρά πιάνονται. Γι’ αυτό φροντίζει ένας υπερτροφικός κατασταλτικός μηχανισμός και σήμερα οι φυλακές είναι ξέχειλες από κρατούμενους και χτίζονται καινούργιες με ταχύτατους ρυθμούς. Τα πιο νοσηρά στοιχεία είναι η εκκλησία που αποτελεί τον χειρότερο εχθρό της παιδείας και της ηθικής, διαθέτοντας αμύθητα πλούτη (είναι και ο μεγαλύτερος ιδιοκτήτης ακίνητης περιουσίας στην Ελλάδα), και ο στρατός που συντηρώντας με την βοήθεια της εκκλησίας, της εκπαίδευσης και των Μ.Μ.Ε. έναν αχαλίνωτο εθνικισμό και φόβο επιθετικού πολέμου ενάντια στην χώρα, απορροφάει ένα τεράστιο μέρος του παραγόμενου πλούτου για άχρηστους εξοπλισμούς (που γίνονται για τις μίζες που αποδίδουν) και για την συντήρηση των στρατιωτικών και των πολιτικών υπαλλήλων του και των οικογενειών τους.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s