Ο θάνατος, σου πάει πολύ…

 

Λοιπόν, το Χειμώνα πέθανε ο Μασκαριώτατός μας. Είναι αλήθεια. Τότε, δεν γράψαμε τίποτα. Βιώσαμε λιγάκι εκείνες τις σιχαμερές μέρες εθνικού πένθους και θλίψη μας έπιασε κι εμάς (για άλλους λόγους). Είδαμε, από την άλλη, και κάτι ωραίες πεισιθάνατες αφίσες να βγαίνουν εξ Αθηνών[1]. Και κάτι ωραία αυτοκόλλητα[2]. Αμφότερα σκίστηκαν μετά μανίας από κάδους και καρτοτηλέφωνα στο κέντρο της Αθήνας. Κι είπαμε τώρα, έστω λίγο αργούτσικα, να πούμε δυο λόγια γιατί μας τσάτισε και ο politically correct αντίλογος που ακούστηκε από δεξιά κι αριστερά: «γιατί να χαιρόμαστε με τον θάνατο του παπά;».

Άποψή μας είναι ότι όχι μόνο δικαιούμαστε να χαιρόμαστε για τον ψόφο του ανθρώπου αυτού αλλά και να το πανηγυρίζουμε μετά (επι)τελεστικής μανίας. Αυτό που σε συγκινεί σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι βέβαια (μόνο) ο βιολογικός θάνατος ενός τέτοιου ανθρώπου αλλά πολύ περισσότερο ο κοινωνικός του θάνατος!

Εξηγούμαστε: Ο θάνατος δεν είναι κάτι ενιαίο για όλους τους ανθρώπους, δεν είναι άφυλος, δεν είναι αταξικός, δεν είναι μη φυλετικός – παρά τα όσα λέγονται… Ο θάνατος του ανθρώπου δεν μπορεί να είναι απλώς θάνατος ενός βιολογικού οργανισμού. Οι τελετουργίες πχ γύρω από το θάνατο επιβεβαιώνουν ή και επικυρώνουν την κοινωνική θέσμιση. Η διαδικασία του πένθους, για παράδειγμα, εμπερικλείει συνήθως έναν καταμερισμό εργασίας. Ο θάνατος είναι μια ευκαιρία υπογράμμισης της κοινωνικής ένταξης του νεκρού (τάξη, φύλο, φυλή, ιεραρχία κτλ). Ο χουντόδουλος ήτο κάτι μέσα σε αυτή την κοινωνία, κάτι πέρα από βιολογικός οργανισμός. Με την θορυβώδη αρχιεπισκοπική του παρουσία, τις δηλώσεις του εν ζωή, τις δράσεις του μέσω της ελληνορθόδοξης εκκλησίας θέλησε να δώσει έμφαση σε αυτές ακριβώς τις λειτουργίες του ελληνικού κράτους και αυτές ακριβώς τις ιδεοληψίες της ελληνικής κοινωνίας που μισούμε περισσότερο από όλες: τον ρατσισμό, τον εθνικισμό, τον θρησκευτικό φανατισμό και τη μισαλλοδοξία κοκ. Ο χουντόδουλος δεν υπήρξε απλώς ως ένας «άνθρωπος» και για αυτό δεν πέθανε απλώς ως «τέτοιος». Υπήρξε ως μια εθνική συμβολική μορφή πολλές φορές και τις περισσότερες ως ένας διακινητής μίσους για τον άλλον (τον ξένο συνήθως μετανάστη αλλά και τον ομοφυλόφιλο ουκ ολίγες φορές). Ο κοινωνικός του, λοιπόν, θάνατος σήμανε τον θάνατο ενός ανθρώπου που αναπαριστά ορισμένες κοινωνικές αξίες στην ελληνική κοινωνία – η ευκαιρία του θανάτου του ήταν μια ευκαιρία να θυμηθούμε όλοι αυτές τις αηδιαστικές αξίες και οι δημοσιογράφοι, από την πλευρά τους, ανέλαβαν να τις προπαγανδίσουν εκ νέου.

Η ελλάδα, όντας πατριαρχική και σοβινιστική ως το κόκκαλο (αλλά και μελαγχολική!), συνήθιζε πάντοτε να εκφράζεται μέσα από τις κηδείες των εθναρχών της (είτε επρόκειτο για αριστερές είτε για δεξιές κηδείες: Λαμπράκης, Γ. Παπανδρέου, Καραμανλής, Χριστόδουλος…). Θέτει η κοινωνία το ερώτημα «Τι σόι κόσμος είναι αυτός;» και απαντάει μετέπειτα η ίδια με έναν άλλον κόσμο, αυτόν των σπουδαίων νεκρών προγόνων. Οι άντρες (οι αρσενικοί πρόγονοι μόνο) σε ένα τέτοιο πλαίσιο, μιας σχεδόν πατρογραμμικής και προγονολατρικής κοινωνίας, είναι αυτοί που θα ενταχθούν στους σπουδαίους νεκρούς, αφού ήδη έχουν αναλάβει παράλληλα και σημαντικές θέσεις στην ιεραρχία, τις συγκρούσεις κτλ. Οι άνθρωποι έχουν μια διαχρονική οπτική της κοινωνίας – οι ζώντες σπουδαίοι άνθρωποι είναι οι μέλλοντες σπουδαίοι νεκροί. Μερικές φορές το πένθος συνοδεύεται από την επικύρωση αθανασίας της κοινωνίας. Αυτές οι τελετουργίες ρίχνουν το πέπλο από τα μούτρα του ελληνικού πολιτισμού και τον ξεμπροστιάζουν ως ακραία προγονολατρικό (για αυτό και ασκούν βέτο και στο μακεδονικό για το τι καταγωγής ήταν ένας στρατηλάτης-σφαγέας χιλιάδες χρόνια μετά τον θάνατό του!).

Από τη δοξασία του Χριστόδουλου στην κηδεία του μέχρι και τον εορτασμό των γενεθλίων του μεγαλέξανδρου στη Θεσσαλονίκη, κάθε χρόνο από τη Νομαρχία Θεσσαλονίκης και την Χρυσή Αυγή, δεν υπάρχει και τόσο μεγάλη απόσταση όσο θα νόμιζε κανείς. Ο θάνατος των επιφανών ανδρών δείχνει το δρόμο για το μέλλον των νέων ελληναράδων εξάλλου. Σε σχέση με την μελαγχολία που είπαμε: η απώλεια και η στέρηση είναι συνεχώς παρούσες και οι έλληνες τίθενται συνεχώς – και διαμέσου της αδιάκοπης συνέχειας των εθίμων τους – συναισθηματικά-κοινωνικά ενώπιον του ζητήματος του θανάτου όπως αυτό διαπλέκεται με το ζήτημα της πατρίδας (πχ ο άγνωστος στρατιώτης). Δουλειά μας είναι να διαρρηγνύουμε τη συνέχεια αυτών των εθίμων με αφίσες και αυτοκόλλητα σαν τα προαναφερθέντα, με δράσεις ενάντια στα γενέθλια των μεγαλέξαντρων κοκ.

Ψόφος, λοιπόν! Και ζωή σε λόγου μας!

 
Terminal119
για την κοινωνική και ατομική αυτονομία
Ιούλης 2008

 


[1] Η μία έλεγε, προ θανάτου του παπά, Have a nice day brother, χριστόδουλος has cancer! Και μία ακόμη που βγήκε, μετά θάνατον, έλεγε «Σ’ ευχαριστούμε cancer, που σάπισες τον πάτερ». Με υπογραφή Αυτόνομοι. Ωραίες και οι δύο! Εξέφρασαν ένα συναίσθημα που ουκ ολίγες και ολίγοι είχαμε μέσα μας. Οι αναφορές στον καρκίνο νόμιμες, μιας και γύρευαν το σκάνδαλο του σύγχρονου (μικρο)αστού.

[2] Τα αυτοκόλλητα, πιο πολιτικά. Ανυπόγραφα. Τέσσερα βγήκαν. Το ένα από αυτά έγραφε «Τέσσερις μέρες πένθους για τα σύνορα του έθνους σας που στις θάλασσές του πνίγονται μετανάστριες και μετανάστες» και από κάτω «Τέσσερις μέρες πένθους για τα λαϊκά σας προσκυνήματα» – αναφορά στο τετραήμερο λαϊκό πένθος που κήρυξαν το ελληνικό κράτος με την εκκλησία.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s