Αντιμετωπίζοντας την Ομοφοβία. Αλλά πώς;

 

[Το κείμενο αυτό το διαβάσαμε σε μορφή εισήγησης για το διήμερο που διοργάνωσαν η Σύμπραξης κατά της Ομοφοβίας και η αντιεξουσιαστική εφημερίδα Βαβυλωνία στις 21/10/08 στη Θεσσαλονίκη. Εδώ παραθέτουμε την πλήρη εκδοχή του.]

– Αυτονομία και Ισότητα

Στις 4 Δεκέμβρη στα δικαστήρια της Ρόδου θα αποφασιστεί για το αν είναι έγκυροι οι γάμοι μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών που διεξάχθηκαν από τον Δήμαρχο της Τήλου. Προφανώς, δεν πρόκειται για μια οποιαδήποτε δίκη, καθώς πρόκειται για μια δικαστική διαμάχη που θα κρίνει ουσιαστικά την καθολίκευση και επέκταση του δικαιώματος στον γάμο που έχουν μέχρι στιγμής τα ετερόφυλα μόνο ζευγάρια και στα ζευγάρια του ίδιου φύλου. Αυτή η απόφαση των δικαστών θα έχει ένα συγκεκριμένο ιστορικό και κοινωνικό βάρος και σε περίπτωση που η απόφαση θα είναι θετική, θα έχουμε σαφώς ένα νομολογιακό προηγούμενο το οποίο θα επιδιώξουν και άλλα ομόφυλα ζευγάρια να ακολουθήσουν. Ωστόσο, από μια άλλη πλευρά, στο δικαστήριο αυτό, αυτό που τελικά θα κριθεί είναι το ποιες είναι οι τυπικές, νομικές-διαδικαστικές προϋποθέσεις του γάμου στην ελληνική κοινωνία και όχι βέβαια μια συνολική καταδίκη της ομοφοβίας, αυτό άλλωστε δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι και ζήτημα απλώς ενός δικαστηρίου. Για μας, το πιο αξιοπρόσεκτο σημείο αυτής της διαμάχης είναι αυτό που θίξαμε προηγουμένως: η επέκταση και η μεγαλύτερη καθολίκευση ενός δικαιώματος που ως τώρα απολάμβανε – όσο απολαυστικό μπορεί να είναι – ένα συγκεκριμένο κοινωνικό κομμάτι και σε άλλα τμήματα της κοινωνίας. Δευτερευόντως, αυτό νομίζουμε ότι θα έπρεπε να είναι καταρχήν και ένα πάγιο αίτημα όσων αγωνίζονται από την πλευρά της κοινωνικής και ατομικής αυτονομίας. Και αυτό θα προσπαθήσουμε να δείξουμε παρακάτω.

Από τη διαμάχη για τους γάμους μεταξύ gay ή λεσβιών, αναδύεται λοιπόν ένα ζήτημα ελευθερίας και ισότητας: για το αν μπορούν όλοι οι άνθρωποι να έχουν ίσα δικαιώματα στις διάφορες κοινωνικές τους σχέσεις. Και πιστεύουμε ότι ένα ελευθεριακό-δημοκρατικό πρόταγμα δεν μπορεί παρά να αγκαλιάζει τα οποιαδήποτε αιτήματα ελευθερίας και ισότητας στις πολύ συγκεκριμένες βέβαια διαστάσεις που εμφανίζονται. Ωστόσο, αυτή η αυτονόητη στάση που υπονοούμε εδώ για μας δεν μπορεί, από την άλλη, παρά να έχει στη βάση της την υιοθέτηση μιας υπεύθυνης πολιτικής στάσης.

Τι εννοούμε; Σε αντίθεση με τα επιχειρήματα που θεμελιώνουν την επικύρωση των γάμων μεταξύ ομοφυλόφιλων σε ορθολογικά θεμελιωμένα, ιστορικά ή άλλα τέτοια επιχειρήματα (πχ στο φυσικό δίκαιο), εμείς θα αντιτείναμε ότι καταρχήν αυτονομία και ισότητα δεν έχουν απολύτως ορθολογικές σχέσεις, συνεπώς και η ισότητα σε συνολικότερα ή μερικότερα αιτήματα δεν μπορεί να επιδέχεται ορθολογικής θεμελίωσης. Καθώς δεν πιστεύουμε πως, όπως ο Ρουσό υποσχόταν, «οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι», έτσι δεν πιστεύουμε πως υπάρχει κάποια υπερβατική ισότητα μεταξύ τους. Όπως, βέβαια, η ανισότητα δεν μπορεί να θεμελιωθεί βάσει της Φύσης, του Θεού ή της Λογικής και της Επιστήμης, το ίδιο και η ισότητα. Αν μπορούσαν να θεμελιωθούν με τέτοια εξω-κοινωνικά κριτήρια, θα ήταν σημάδι ετερονομίας και όχι αυτονομίας. Αν χρειαζόταν δηλαδή να επικαλεστούμε παράγοντες έξω από εμάς και την κοινωνία, για να θεμελιώσουμε τις ιδέες μας, αν χρειαζόταν να επικαλεστούμε για τους νόμους που θέλουμε να ισχύσουν για εμάς, παράγοντες εξωκοινωνικούς, αυτό θα σήμαινε ότι τους δικούς μας νόμους δεν τους αναγνωρίζουμε ως δικούς μας και, έτσι, επικαλούμαστε κάτι έτερο-, κάτι εκτός της δικής μας ικανότητας θέσμισης. Για αυτό ισχυριζόμαστε, κρίνουμε ότι «δεν μπορούμε να βγάλουμε πολιτικά συμπεράσματα από τέτοιου είδους θεωρήσεις. Δεχόμαστε ρητά (και κριτικά) αυτή την παράδοση [της ισότητας, της ατομικής και συλλογικής ελευθερίας μόνο] μέσω μιας πολιτικής επιλογής» (Καστοριάδης).

Τι υπάρχει, ταυτόχρονα, πριν από αυτό το πέρασμά μας σε αυτή την πολιτική επιλογή; Όπως το λέει ο ίδιος ο Καστοριάδης «στην πλειονότητα των περιπτώσεων και των ιστορικών εποχών, το άτομο κατασκευάζεται από την κοινωνία με τέτοιο τρόπο ώστε να φέρει μέσα του την απαίτηση για ανισότητα σε σχέση με τους άλλους, και όχι για ισότητα». Σε αυτό βοηθούν τόσο ο μεγάλος καθορισμός που επιτυγχάνουν οι πολλαπλοί κοινωνικοί θεσμοί πάνω στο άτομο όσο και η ίδια η ψυχική οικονομία του ατόμου ή τουλάχιστον κάποιες αρχές αυτής της ψυχικής οικονομίας (πχ αρχή της παντοδυναμίας της ψυχής). Έτσι, η ισότητα δεν είναι ούτε φυσική, ούτε θεϊκή: αποτελεί κομμάτι-κεκτημένο της πολιτικής δημιουργίας που εκφράστηκε κοινωνικο-ιστορικά μέσα σε ορισμένα συγκείμενα. Με λίγα λόγια: ο αγώνας για ισότητα μπορούσε να εκφραστεί μόνο ως αντίδραση σε έναν κόσμο ανισότητας. Και, επιπλέον αλλά εξίσου κρίσιμο, για μας η φαντασιακή σημασία, η ιδέα της ισότητας, μαζί με αυτές της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, είναι οι ιδέες των κοινωνικο-πολιτικών κινημάτων που ως στόχο είχαν θέσει ιστορικά μια συνολικά αυτόνομη θέσμιση, όπου βέβαια η βάση και το κέντρο του δικαιώματος στην ισότητα δεν μπορούσε παρά να είναι η ισότητα στη διαχείριση της εξουσίας, ένα καθεστώς – θα μπορούσαμε να πούμε – άμεσης δημοκρατίας. Εδώ ερείδεται και μια πιο μεγάλη συζήτηση γύρω από αυτήν την ισότητα.

Σήμερα, σε αυτές τις μορφές «δημοκρατίας» που ζούμε, αυτή η μεγάλη συζήτηση όχι μόνο δεν εμφανίζεται αλλά φαίνεται ότι προσωρινά δεν μπορεί να εμφανιστεί κιόλας. Αντιθέτως, αυτό που ζούμε, σήμερα, είναι ο τεμαχισμός της ισότητας σε επιμέρους ισότητες συνθηκών, ισότητες δικαιωμάτων, ισότητες ευκαιριών κοκ. Και, βέβαια, άλλοτε ελευθερίες λόγου που σημαίνουν την ελευθερία λόγου των νεοναζί-φασιστών, την όσο δυνατόν ευρύτερη διάδοση της πορνογραφίας καθώς και την εγκαθίδρυση δημοσιογραφικών οργανισμών-επαγγελματιών του ψεύδους. Τι διαπιστώνουμε εν ολίγοις; Διαπιστώνουμε, αφενός, μια ηγεμόνευση του σημαίνοντος της ισότητας από διαφημιστές, από γραφειοκράτες νομικούς κοκ. Αφετέρου, την προβολή μιας αφηρημένης διάστασης της ισότητας, που συνήθως τίθεται αδιαπραγμάτευτη και δεν επιδέχεται κριτικής, σαν ένα είδος τοτέμ και ταμπού.

Ένα τυπικό παράδειγμα για το που μπορεί να φτάσει η αφηρημένη σύλληψη κάποιων τέτοιων δικαιωμάτων, αφορούσε και σε μια διαμάχη που προκαλέσαμε πέρυσι γύρω από τον αντισημιτικό λίβελο του Κωνσταντίνου Πλεύρη και τη δικαστική του, αλλά όχι μόνο, καταδίκη. Σε εκείνη την περίπτωση, συνέβη κάτι οξύμωρο: στην αντιεξουσιαστκή εφημερίδα Βαβυλωνία εμφανίστηκε άρθρο συγκεκριμένου αρθρογράφου ο οποίος ανέλαβε να υπερασπιστεί την ελευθερία λόγου ακόμη και του νεοναζί Κωνσταντίνου Πλεύρη. Αυτή η αντιμετώπιση του θέματος της ελευθερίας του λόγου, για μας, αποτελεί μια κλασική πλέον, μη κριτική αντιμετώπιση και διαπραγμάτευση της αφηρημένης διάστασης του δικαιώματος στην ισότητα: δηλαδή η υπεράσπιση του δικαιώματος στην ισότητα ως ζητήματος ταμπού. Δεν μας εξέπληξε, βέβαια, καθόλου πως στο συγκείμενο της ίδιας δίκης, οι ίδιοι οι νεοναζί, οι φασίστες, οι εχθροί κάθε ελευθερίας, είχαν αναλάβει κι αυτοί από την πλευρά τους την υπεράσπιση του δικαιώματος στην ελευθερία του λόγου. Έλεγαν μάλιστα, με νόημα, κάποιοι από αυτούς έξω από την αίθουσα του δικαστηρίου: «Ακόμη και τον Μπακούνιν να δικάζανε σήμερα, εμείς εδώ θα ήμασταν».

Γυρνώντας στο θέμα μας: δεν πιστεύουμε ότι υπάρχει άλλη θέση στο ζήτημα του γάμου μεταξύ ομοφυλόφιλων από το να τεθούμε ακραιφνώς υπέρ μιας τέτοιας δικαστικής απόφασης. Και όχι βέβαια μόνον αυτό. Αυτό που θα θέλαμε πραγματικά είναι η ομοφοβία να στιγματιστεί κοινωνικά, ενόψει των διακρίσεων που δέχονται οι ομοφυλόφιλοι, με μοναδικό κριτήριο την «αποκλίνουσα» στάση τους στο σεξουαλικό προσανατολισμό της κακώς εννοούμενης «normal» πλειοψηφίας: όχι αφηρημένα, κάπου έξω από αυτή την κοινωνία, αλλά καθημερινά, εδώ, δίπλα μας. Δεν θα μιλήσουμε μόνο για τα πεσίματα στα ομόφυλα ζευγάρια στο Ζάπειο ή αλλού. Είναι ήδη σαφές ότι όσο οι ομοφυλόφιλοι αποκλείονται από το θεσμό του γάμου, ή τις κρατικά αναγνωρισμένες μορφές οικογένειας, αποκλείονται και από μια σειρά δικαιωμάτων-προνομίων που απολαμβάνουν όλοι οι ετεροφυλόφιλοι ασυζητητί. Για παράδειγμα, είναι γνωστό ότι οι ομοφυλόφιλοι δεν μπορούν να απολαμβάνουν τα δικαιώματα που απορρέουν από την οικογένεια ως οικονομική μονάδα, από την περιουσιακή και φορολογική διάσταση του ζητήματος, ότι δεν τους επιτρέπεται από το νόμο «να λαμβάνουν επείγουσες ιατρικές αποφάσεις για τον ερωτικό τους σύντροφο, να κληρονομήσουν τα υπάρχοντα του συντρόφου τους, να παραλάβουν από το νοσοκομείο το πτώμα του συντρόφου τους» κοκ, και το κράτος αναδεικνύει έτσι πως υπάρχουν πολίτες δύο κατηγοριών που διακρίνονται με βάση τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό. Με αυτή την έννοια, δεν υπάρχει άλλη θέση από την πολύ συγκεκριμένη στήριξη του γάμου μεταξύ ομοφυλόφιλων και τη δυναμική μας συμμετοχή σε μια συζήτηση που θα μπορούσαμε, εν τέλει, να πούμε ότι δεν αφορά μόνο στην καθολίκευση ενός δικαιώματος σε μια ακόμη κοινωνική κατηγορία αλλά, πιο ουσιαστικά, την κριτική διαπραγμάτευση των προνομίων της ετεροφυλόφιλης πλειοψηφίας.

Και όσο εμείς θέτουμε τον εαυτό μας και την εαυτή μας εντός αυτής της ετεροφυλόφιλης πλειοψηφίας που καταπιέζει, δεν μπορεί παρά να είναι πολιτική σπέκουλα και ανυπόφορη άνεση και στρουθοκαμηλισμός να κοιτάμε πώς να σαμποτάρουμε τέτοια δίκαια αιτήματα που διευρύνουν εξάλλου αυτό το δικαίωμα που εμείς θεωρούμε δεδομένο – και από κει και πέρα είναι προσωπική-πολιτική απόφαση μας για το αν θα αξιοποιήσουμε – σε κάποιους «άλλους» που είναι αποκλεισμένοι από αυτό, χωρίς καν να ερωτηθούν.

Κλείνοντας αυτό το κεφάλαιο, θα έπρεπε να υπενθυμίσουμε ότι αυτή η αξιωματική στάση υπέρ της ισότητας και της καθολίκευσης των δικαιωμάτων αυτών, από πλευράς κοινωνικής και ατομικής αυτονομίας, δεν είναι η πρώτη φορά που τίθεται επί τάπητος στα πλαίσια των κινημάτων και της αλληλεπίδρασής τους με την κοινωνία. Δεν θα ήταν καταχρηστικό να κάνουμε κάποιους παραλληλισμούς με τη στάση που πήρε ο Καρλ Μαρξ υπέρ του δικαιώματος της κοινοβουλευτικής ψήφου για τους χαρτιστές στην Αγγλία του 19ου αιώνα, με τη στάση που πήρε το ριζοσπαστικό εργατικό κίνημα υπέρ της καθιέρωσης μιας ανθρώπινης νομοθεσίας για τα ωράρια με τα οποία θα δούλευε, με τη στάση που πήραν οι ριζοσπάστριες φεμινίστριες υπέρ του δικαιώματος ψήφου των γυναικών ή υπέρ του διαζυγίου για τις γυναίκες του 20ου αιώνα κοκ. Όλα τα προαναφερθέντα, δεν αποτέλεσαν στην ιστορία παρά μικρά, μερικά αιτήματα σε σύγκριση με τη διεκδίκηση ενός συνολικότερου προτάγματος, ωστόσο το καθένα από αυτά υπήρξε σταθμός ουσίας μέσα στον αγώνα για πολιτική υποστασιοποίηση και αναγνώριση του κάθε υποκειμένου, καθώς ήταν γνωστό ιστορικά σε όλους αυτούς τους επαναστάτες πως καμία ισότητα δεν προϋπάρχει μεταξύ καταστατικά άνισων ανθρώπων.

– Το μερικό και το ολικό

Εδώ, θα θέλαμε να θίξουμε κάποιες από τις άμυνες που αντιπαρατίθενται σε αυτό το αίτημα περί αναγνώρισης των μορφών οικογένειας μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών. Κάποιες από αυτές τις άμυνες εκφράζονται από ευρύτερα κοινωνικά κομμάτια και κάποιες από τον λεγόμενο ριζοσπαστικό χώρο, μαρξιστικό ή μη, που κατά τα άλλα τίθεται υπέρ της ισότητας και της ελευθερίας. Πολλές φορές, αλλάζει μόνο η μορφή των παραπάνω επιχειρημάτων, ενώ στην ουσία τους παραμένουν συγγενικά και προφανώς προκατειλημμένα εναντίον των ομοφυλόφιλων.

Μία από τις γνωστότερες από αυτές τις άμυνες είναι το εξής: «καλά, λύσαμε όλα τα υπόλοιπα σημαντικά προβλήματα της κοινωνίας, για να φτάσουμε και στους γάμους μεταξύ gay;». Σε πιο κόσμια ή ριζοσπαστική γλώσσα αυτό εκφράζεται με τα εξής: το ζήτημα των γάμων μεταξύ ομοφυλόφιλων είναι πολύ μερικό, είναι ανάξιο προβληματισμού, είναι λιγότερο σημαντικό σε σχέση με το ζήτημα της εργασίας, της πολιτικής οικονομίας, του κράτους, του καπιταλισμού. Υπάρχει, βέβαια, και μια άλλη τοποθέτηση επί του ζητήματος: το θέμα θεωρείται «a priori/ήδη/ούτως ή άλλως/εννοείται» (κλπ.) έκφανση της αναρχίας, του κομμουνισμού, της αυτονομίας. Υπάρχει δηλαδή και η πιο προχωρημένη επιχειρηματολογία που αρνείται το μερικό «εντάσσοντάς» το στο πρόταγμά της. Και το κακό δεν είναι να το εντάξει. Μακάρι αυτό να γινόταν. Το κακό είναι ότι τέτοιου είδους «ένταξη» το καταδικάζει στην αιώνια αφάνεια και σιωπή. Ούτως ή άλλως, λοιπόν, με αυτό τον τρόπο, το ζήτημα της ομοφοβίας υφίσταται μια περιθωριοποίηση και εντός των κινημάτων που υποτίθεται θα έπρεπε να παλεύουν για αυτό.

Έχουμε να κάνουμε τρεις παρατηρήσεις σχετικά με αυτή την άμυνα: α) η πρώτη έχει να κάνει με το ότι μιλώντας περί μερικού-ολικού, προϋποθέτει κανείς πως αυτό το ολικό είναι ένας στόχος που δεν μπορεί να παραβιαστεί ή να αναχαιτιστεί από μικρά και ασήμαντα ζητήματα, τουλάχιστον προς το παρόν, β) η δεύτερη παρατήρηση έχει να κάνει με το ότι, προτείνοντας έναν τέτοιο προβληματισμό για το τι απασχολεί περισσότερο και τι λιγότερο την κοινωνία, προϋποτίθεται στο μυαλό μας μια ήδη πολύ συγκεκριμένη και δεδομένη αντίληψη για το τι είναι η κοινωνία και το τι θέλει και γ) η τρίτη παρατήρηση είναι πως η αντίστιξη μερικών και ολικών ζητημάτων προϋποθέτει πως αυτά τα μερικά ζητήματα είναι μερικά τουλάχιστον για τον ομιλούντα. Ας εξηγήσουμε αναλυτικά:

Α) Εδώ, θα πρέπει να πούμε καταρχήν, για άλλη μια φορά, ότι κανένα ολικό πρόταγμα δεν υπάρχει στον κόσμο – και ούτε υπήρξε ποτέ – που να είναι τόσο ψηλά και μακριά από τους ανθρώπους, ώστε να μην αφορά στα δικά τους, ολόδικά τους προβλήματα, αυτά που τους επιβάλλονται δηλαδή από τις πολλαπλές εξουσιαστικές κοινωνικές σχέσεις. Ποιό θα μπορούσε δηλαδή να είναι, με λίγα λόγια, εκείνο το πρόταγμα το οποίο θα θεωρούσε μερικά ζητήματα το ζήτημα του ρατσισμού, του σεξισμού, της ομοφοβίας, του αντισημιτισμού, του καπιταλισμού για να ασχοληθεί μόνο με την ίδια του την ουσία, πχ την ουσία της αυτονομίας ή του κομμουνισμού ή της αντι-εξουσίας; Αν συνέβαινε αυτό, τότε όλα τα ζητήματα θα ανάγονταν σε μια καθολική αιτία και «όλα όσα άλλα» εμφανίζονταν θα γίνονταν αντιληπτά ως επιφαινόμενα αυτής της καθολικής αιτίας – κάτι βέβαια που είναι βολικό ως αντίληψη μιας και ξεμπερδεύεις μια και καλή με όλα και, παράλληλα, διατηρείς μια ανώδυνη σχέση με την πραγματικότητα. Νομίζουμε ότι για αυτό έχουν προκύψει ιστορικά κι όλα αυτά τα αστεία για τους φέροντες το ρόλο του σιδερένιου ρήτορα του κομμουνισμού με τη μεγάλη γενειάδα και την ξύλινη γλώσσα, που βγάζει τους λόγους του μέσα από τον γυάλινο πύργο του. Αντιθέτως, για μας, δεν τίθεται ζήτημα ύπαρξης κάποιου υπερβατικού προτάγματος, είτε αυτονομίας, είτε οτιδήποτε, το οποίο στέκει εκεί, αγέρωχο και άθικτο από τις καθημερινές συγκρούσεις, από την ένταση των κοινωνικών ανταγωνισμών, από τις μεγάλες καταστροφές της ιστορίας.

«Το να λέμε «είμαστε με την αυτονομία» και να θεωρούμε πως αυτό εξορισμού περιλαμβάνει την απάντηση στα πάντα και για πάντα χωρίς να γίνει μια αναφορά στο εδώ και το τώρα που υπάρχει γύρω μας ισοδυναμεί είτε με την πεποίθηση πως η αυτονομία θα πέσει δια μιας ως θεία φώτιση από τον ουρανό και θα αλλάξει τα πάντα είτε με την ψευδαίσθηση πως υπάρχει ένα αρχιμήδειο σημείο από το οποίο—και στο όνομα του οποίου—μπορούμε «από την απέξω» να κρίνουμε και να αλλάζουμε τον κόσμο. Αν δεν είχε γίνει η κριτική στην υπερβατικότητα της νεοτερικής σκέψης (κεντρική ιδέα της οποίας είναι η καντιανή αυτονομία) από στοχαστές όπως η Άρεντ και αργότερα ο Καστοριάδης, τότε η αυτονομία θα μπορούσε πολύ απλά να συμπληρώσει την λίστα της ξένωσης της κοινωνίας ως προς τον εαυτό της και να τοποθετηθεί δίπλα στις άλλες εξωκοινωνικές αρχές (πρόγονοι, Φύση, Θεός, Λόγος, Νόμοι της Ιστορίας, Πρόοδος κλπ.)»1.

Β) Αντίστοιχα, σχετικά με την δεύτερη παρατήρησή μας, δεν πρέπει νομίζουμε να αντιμετωπίζουμε την κοινωνία σαν ένα όλο, σαν ένα σύνολο πληθυσμού, με κοινά συμφέροντα και δίχως κοινωνικούς ανταγωνισμούς εντός της – και μάλιστα με ένα θετικό πρόσημο. Κι αυτό γιατί ομιλούμε τότε με όρους «φαντασίωσης» και ιδεολογίας.

«Η φετιχοποίηση αυτή της κοινωνίας που προϋπόθετει η άνευ όρων επίκλησή της, κοντολογίς η άρνηση των ανταγωνισμών, είναι που παγιδεύει τον πολιτικό λόγο και δράση σε προκαθορισμένες συμπληγάδες. Ο πολιτικός λόγος εξαντλείται σε ένα δεδομένο, προνομιακό πεδίο, σε ένα «οικουμενικό» του οποίου τα όρια και τους όρους έχουμε λίγο ή πολύ ήδη αποδεχτεί: τα φεμινιστικά αιτήματα αποτελούν το «μερικό» ενώ το αντικρατικό το «ολικό». Από πού προκύπτει αυτό; Δεν προϋποθέτει ήδη άρρητα μια τέτοια λογική τα υπάρχοντα (και μάλλον κυρίαρχα) όρια της «κοινωνίας»; Κάθε σημαίνον που έρχεται να ηγεμονεύσει την κοινωνία χωρίς να καταδεικνύει τον τρόπο δόμησής της και τα όρια της είναι μια σιωπηλή συναίνεση σε αυτά, όσο ριζοσπαστική κι αν είναι. […] Κάθε «ολικό» πρόταγμα που απορρίπτει τη μερικότητα, λοιπόν είτε αποτελεί έναν δυνάμει ολοκληρωτισμό (για παράδειγμα ο υπαρκτός σοσιαλισμός που επιτέθηκε σε κινήματα φεμινιστικά ή οικολογικά ως «αστικά») είτε αποτελεί μια μεταφυσική (όταν ακούγεται πως η «αναρχία» ή η «αυτονομία» εμπεριέχουν ήδη και εκ των πραγμάτων την απάντηση στα πάντα). Και στις δύο περιπτώσεις το στοιχείο της ιδεολογικής φαντασίωσης κραυγάζει: με μια μονολιθική αντίληψη η κοινωνία θα μεταμορφωθεί και η ανάγκη για ανταγωνισμό θα εκλείψει: θα πέσει το κράτος, δεν θα χρειάζεται κανένας νόμος, δεν θα υπάρχει αλλοτρίωση, τα πάντα θα είναι ρητά και αντικείμενο θέσμισης στη δημόσια σφαίρα, η κοινωνία και οι άνθρωποι δεν θα ετεροκαθορίζονται, αλλά θα είναι αυτοί οι ίδιοι, οι εαυτοί τους, θα υπάρχουν ως τέτοιοι (…και άλλες ταυτολογίες).

Τα ζητήματα αυτά δεν εξαντλούνται εδώ. Για να πάρει, όμως, η κουβέντα αυτή ένα δρόμο προς κάποιο τελικό συμπέρασμα, πρέπει να δούμε πως στο δίλλημα «μερικότητα» ή «ολικότητα» το πρόβλημα για εμάς δεν βρίσκεται σε ένα από τα δύο σκέλη του διλλήματος, αλλά στο ίδιο το «ή» και είναι ο ίδιος ο διχασμός που πρέπει να προβληματοποιηθεί»2.

Γ) Η τρίτη και τελευταία παρατήρηση που θέσαμε προηγουμένως έχει να κάνει με το ότι αυτός που θέτει την αντίστιξη μερικού-ολικού έχει ήδη συνήθως αποφασίσει και ρητά τι στάση παίρνει σε όλες αυτές τις αντιστίξεις προσωπικού και πολιτικού, ζητημάτων της ιδιωτικής και της δημόσιας σφαίρας κοκ, εξοβελίζοντας από τη σφαίρα της πολιτικής και υλικής καταπίεσης κάθε τι που δεν τον συμφέρει να αντιμετωπίσει μπροστά του, δηλώνοντας έτσι και μια διάθεση να αποφύγει να απορρίψει τα προνόμιά του μέσα σε μια ορισμένη κοινωνική σχέση όπου καταλαμβάνει τη θέση του εξουσιαστή. Έτσι γίνεται συνήθως και με την αντιμετώπιση της ομοφοβίας.

Θεωρείται προσωπικό πρόβλημα, όπως βέβαια και η ομοφυλοφιλία αντιμετωπίζεται ως προσωπικό κουσούρι…3. Από την πλευρά μας, θα θέλαμε τόσο να δείξουμε απέναντι σε αυτή τη λογική, μια άλλη λογική που ξεπήδησε από την μεγάλη παράδοση των ριζοσπαστικών φεμινιστικών κινημάτων και συγκεκριμένα το σύνθημα «το προσωπικό είναι πολιτικό», όσο και να προβοκάρουμε αυτά τα ανούσια δίπολα δείχνοντας βέβαια πόση σημασία έχουν αυτά τα μερικά ζητήματα όχι μόνο για εμάς τους ίδιους αλλά και για την ίδια την «ολικότητα».

Αφενός, λοιπόν, μια τεράστια συμβολή των φεμινισμών ιστορικά ήταν το να αναδείξουν πως το μερικό και μάλιστα “το προσωπικό είναι πολιτικό”. Στην πραγματικότητα το σύνθημα «αυτό αποκάλυπτε τον δομικό χαρακτήρα της κυριαρχίας στις σχέσεις της καθημερινότητας – σχέσεις κεκαλυμμένες με τον μανδύα του προσωπικού και του “ιδιωτικού”»4. Έτσι, και στο θέμα μας, όταν για έναν ομοφυλόφιλο το ζήτημα της ομοφοβίας και των διακρίσεων που αντιμετωπίζει από τους γονείς και το περιβάλλον του, από το κράτος και την ελληνική κοινωνία, γεμίζει το 99% της καθημερινότητάς τους, είναι να απορεί κανείς ποιο θα μπορούσε να τεθεί ως «ολικό ζήτημα». Ή, επιπλέον, όταν οι ομοφυλόφιλοι, επειδή αποκλίνουν από την πλειοψηφία των ελλήνων στον σεξουαλικό τους προσανατολισμό, υφίστανται διακρίσεις και αποκλεισμούς στην καθημερινότητά τους, πώς θα μπορούσε αυτό να σημαίνει απλώς ένα ζήτημα μερικότητας και απλώς καθημερινό και προσωπικό;

Αφετέρου, σε ένα άλλο επίπεδο, γιατί κάθε φορά που θα πρέπει να θίγουμε την ομοφοβία της κοινωνίας αυτής, θα έπρεπε να ακούμε τις ενστάσεις κάποιου που επιμένει να ανησυχεί μονολιθικά για το ζήτημα της πολιτικής οικονομίας; Και γιατί, δευτερευόντως, οι ομάδες που ασχολούνται με την queer ριζοσπαστική πολιτική θα έπρεπε να απολογούνται καταρχήν για το πόσο αντικαπιταλιστικές είναι; Και, τέλος, όπως ρωτάει και η Judith Butler σε ένα γνωστό της κείμενο «Γιατί άραγε ένα κίνημα, το οποίο θέτει ως στόχο την κριτική και το μετασχηματισμό των τρόπων με τους οποίους ρυθμίζεται κοινωνικά η σεξουαλικότητα, να μη θεωρείται κεντρικό για τη λειτουργία της πολιτικής οικονομίας;»5.

Η Butler συνεχίζει και λέει πως θα ήταν λάθος να εννοήσουμε την καταπίεση που υφίστανται οι ομοφυλόφιλοι ως απλώς πολιτισμική και όχι υλική, μιας και το σύγχρονο καθεστώς της πολιτικής οικονομίας έχει και μια ορισμένη σεξουαλική τάξη. Θα μπορούσε, άραγε, να επιβιώσει ο καπιταλισμός δίχως την αναπαραγωγική-οικονομική μονάδα της οικογένειας όπως έχει υπάρξει μέχρι σήμερα από την πυρηνική, πατριαρχική οικογένεια; «Δεν είναι λοιπόν ότι οι μη ετεροφυλόφιλες μορφές σεξουαλικότητας αφήνονται απλά απ’ έξω, αλλά ότι η καταστολή τους είναι απαραίτητη για τη λειτουργία αυτής της προγενέστερης κανονιστικότητας. Το ζήτημα δεν είναι απλά ότι κάποιοι άνθρωποι δεν τυγχάνουν πολιτισμικής αναγνώρισης από άλλους, αλλά ότι ένας συγκεκριμένος τρόπος σεξουαλικής παραγωγής και ανταλλαγής λειτουργεί για να διατηρήσει τη σταθερότητα του κοινωνικού φύλου, την ετεροφυλοφιλία της επιθυμίας και τη φυσικοποίηση της οικογένειας». Δεν ξέρουμε αν υπάρχει άλλη χώρα, σαν την Ελλάδα, όπου αυτά όλα θα μπορούσαν να ισχύσουν περισσότερο με τόσο συμπαγή τρόπο: δηλαδή την ανάδειξη αυτού του προτύπου ηγεμονικού και ομοφοβικού έλληνα οικογενειάρχη που ξέρει να κοιτάει μόνο τη δουλειά του και το έθνος του, αποκλείοντας κάθε άλλο πρότυπο, και στιγματίζοντας κάθε άλλη απόκλιση.

Κλείνοντας κι αυτό το κεφάλαιο, θα θέλαμε να θέσουμε λοιπόν το εξής ερώτημα: αυτόν τον έλληνα οικογενειάρχη είναι που θέλουμε να συγκινήσουμε με τις συζητήσεις που προκαλουμε γύρω από την ομοφοβία, με αυτόν τον έλληνα οικογενειάρχη θα έπρεπε να ταυτιζόμαστε όταν επιχειρηματολογούμε; Γιατί, μάλλον για αυτόν, εν τέλει, είναι το ζήτημα της ομοφοβίας που μοιάζει ασήμαντο και μερικό.

– ελλάς ελλήνων ομοφοβικών

Ας αφιερώσουμε όμως λίγα λόγια για αυτό το υποκείμενο. Πρέπει να πούμε πρώτα πως ο ελληνικός εθνικισμός, για μας, είναι ένα μάγμα σημασιών που τον συνθέτουν ως αυτή την ιδιαίτερη ιστορική μορφή. Αυτό το μάγμα σημασιών δημιουργεί την υλικότητά του, δηλαδή ποιες είναι οι συγκεκριμένες ιεραρχίες των κοινωνικών σχέσεων που τον δομούν, ποια τα προνόμια των φορέων του και ποια η κατάρα όσων αποκλίνουν από τα πρότυπα που αυτός θέτει.

Θα ρωτήσει εύλογα κάποια: Και τι σχέση έχει η ομοφοβία με τον εθνικισμό; Επειδή ακριβώς ο εθνικισμός δημιουργείται κοινωνικο-ιστορικά συγκροτούμενος από επιμέρους στοιχεία του αλλά και ως κάτι εντελώς καινούργιο, δεν θα είχε νόημα να μιλάμε γι’ αυτόν σαν ένα υπερ-ιστορικό υποκείμενο, όπως κάνουν φυσικά οι ίδιοι οι εθνικιστές που μας λένε ότι το ελληνικό έθνος υπήρχε κρυφά ή φανερά από πάντα, από την αρχαία ελλάδα στο βυζάντιο και από εκεί στην ίδρυση του ελληνικού κράτους, και ότι έφερε πάνω του, σαν μοίρα, τις απαράλλαχτες αρχές της ύπαρξής του. Άλλωστε αυτή είναι και η κατ’ εξοχήν συνθήκη κλεισίματος της κοινωνίας που επιβάλλει το έθνος, όταν δηλαδή αυτή εναποθέτει τους θεσμούς της σε κάτι εξω-κοινωνικό και δι-ιστορικό. Με τα λόγια του Καστοριάδη: «Το έθνος […] παίζει σήμερα αυτό το ρόλο, εκπληρώνει αυτή τη λειτουργία ταύτισης [εν. της κοινωνίας], μέσα από αυτή την τριπλά φαντασιακή αναφορά σε μια ‘κοινή ιστορία’ –τριπλά, διότι αυτή η ιστορία δεν είναι απλώς παρελθόν, διότι δεν είναι και τόσο κοινή, και τέλος διότι τα στοιχεία της εκείνα που γίνονται γνωστά και χρησιμεύουν ως στήριγμα αυτής της κοινωνικοποιητικής ταύτισης μέσα στη συνείδηση των ανθρώπων, έχουν μυθική υπόσταση κατά το μεγαλύτερό τους μέρος. Αυτό το φαντασιακό του έθνους αποδεικνύεται παρ’ όλα ταύτα πιο στερεό από όλες τις πραγματικότητες, όπως έδειξαν δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, και η επιβίωση των εθνικισμών.»6 Έτσι αφού δεχτούμε ότι το έθνος συγκροτείται κοινωνικο-ιστορικά σε μια συγκεκριμένη φάση ερχόμαστε αντιμέτωποι με το καθήκον να αποδομήσουμε τα στοιχεία που τον συνθέτουν, τους θεσμούς που κοινωνικοποιούν τα υποκείμενα του και τα κάνουν να τον θεωρούν δεδομένο, τι είναι παλιό, τι καινούργιο σε αυτόν κοκ.

Σε σχέση με τον ελληνικό εθνικισμό λοιπόν, είναι σε όλους φανερό ότι αυτός προτάσσει έναν αρκετά συγκεκριμένο τύπο αρρενωπότητας, όπως και μια αρκετά συγκεκριμένη κατανομή έμφυλων προνομίων και υποχρεώσεων. Αρκεί να θυμηθούμε μερικά παραδείγματα: Το αγόρι πρέπει από μικρό να μάθει να είναι αρχηγός, να ανταγωνίζεται τα άλλα αγόρια στη βία, να επιβάλλεται στα κορίτσια της ηλικίας του και στους ξένους φυσικά, να υπακούει στις καταξιωμένες αρρενωπότητες που τον περιβάλλουν, αυτές του δασκάλου, του πατέρα, του παπά, του στρατηγού αργότερα ώσπου και ο ίδιος να γίνει αρχηγός της οικογένειας και πάει λέγοντας. Επίσης, μαθαίνει να απαιτεί ότι το έθνος του μπορεί μόνο μια σεξουαλικότητα να έχει: έτσι, αναδρομικά κατασκευάζει ή φαντασιώνεται όλη το δήθεν ενιαίο ιστορικό του έθνους του ως ετεροσεξουαλικό. Για αυτό είναι τόσο κρίσιμο εξάλλου να μάθουμε το φύλο του Μεγάλου Αλεξάνδρου ή των αρχαίων ελλήνων. Ακόμη, το μικρό αγόρι μαθαίνει να θεωρεί λογικό ότι η σεξουαλικότητα είναι μια αναπαραγωγική διαδικασία και ότι η γυναίκα είναι το αντικείμενο αυτής.

Αυτά απλώς περιγράφουν τον τύπο της ελληνικής κανονιστικής αρρενωπότητας αλλά εκφράζουν και τα προνόμιά της σε σχέση με κάθε «αποκλίνον» υποκείμενο. Έτσι βλέπουμε ότι η εθνικιστική σημασία της σεξουαλικότητας ως αναπαραγωγής που την στηρίζουν εδώ στην ελλάδα κράτος-εκκλησία-κοινωνία σημαίνει επίσης και ομοφοβία, περιθωριοποίηση, διακρίσεις και στιγματισμό κάθε διαφορετικής σεξουαλικότητας. Βέβαια, το ζήτημα είναι ότι αυτές οι «αποκλίνουσες» σεξουαλικότητες δεν γίνονται νοητές ως διαφορετικές, αλλά ως «διεστραμμένες», «άρρωστες», «ανώμαλες», «αφύσικες» δηλαδή καταστατικά άνισες αλλά και άχρηστες σε σχέση με το υγιές αρσενικό και θηλυκό σώμα και την φυσικοποιημένη σεξουαλικότητά τους η οποία δουλεύει πάντα για το καλό της εθνικής κοινότητας. Εν τέλει, αυτές οι σεξουαλικότητες λογίζονται και ως «αντεθνικές», «προδότικες» κοκ.

Ο μέσος έλληνας λοιπόν, έχει μια στερεοτυπικά εξουσιαστική στάση απέναντι στους ομοφυλόφιλους. Η στάση αυτή είναι από απαξιωτική έως επιθετική. Πιο γνωστή αντιμετώπιση είναι αυτή του στυλ: «δεν έχω πρόβλημα με τους γκέι, αρκεί να μην προκαλούν». Αυτό το «αρκεί να μην προκαλούν», μπορεί να γίνει «αρκεί να μην ενοχλούν εμένα και την οικογένειά μου» ή ακόμη χειρότερα «αρκεί να μην φαίνονται». Όλες και όλοι θα έχουμε ακούσει τέτοια σχόλια ή και ακόμη πιο ομοφοβικά, όπως ότι «οι γκέι διαφθείρουν την νεολαία», ή ότι «είναι σεξουαλικά αδηφάγοι» και άλλους τέτοιους χαρακτηρισμούς μιας και η ελληνική γλώσσα περιλαμβάνει πλούσιο ομοφοβικό λεξιλόγιο. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα τα λόγια γίνονται πράξεις από φασίστες, αστυνομικούς ή απλώς αγανακτισμένους έλληνες πολίτες και η ομοφοβία παίρνει την πιο υλική μορφή της, της λεκτικής ή και ωμής σωματικής βίας εναντίον του γκέι κόσμου: τα παραδείγματα είναι πολλά.

Όλοι αυτοί οι λόγοι που προαναφέραμε έχουν έναν κοινό παρονομαστή, απ’ τη μία την διατήρηση των κοινωνικών, άρα και εθνικών προνομίων του ετεροφυλόφιλου ζευγαριού και απ’ την άλλη την διαιώνιση (αποφυγή αποσταθεροποίησης) μια ετερόνομης (ή φυσικοποιημένης) σεξουαλικότητας ως της μόνης «λογικής», «υγιούς» κλπ. Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Οι λόγοι περί «πρόκλησης» για παράδειγμα: Τι ακριβώς «προκαλούν» δύο γκέι όταν φιλιούνται στον δρόμο ή σε ένα πάρκο; Τι «προκαλεί» ένας γκέι όταν πει σε έναν άντρα ότι του αρέσει και αυτός γυρίσει και τον βρίσει ή τον κοπανίσει; Τι «προκαλεί» σε σχέση με τα ετεροφυλόφιλα ζευγάρια που στην περίπτωση τους όλα τα παραπάνω είναι απολύτως «φυσικά»;

Παρένθεση: Εδώ μας έρχεται στο μυαλό μία άλλη υπόθεση που κάποιοι «προκάλεσαν» την δημόσια αιδώ. Το αντιαλβανικό πογκρόμ της 4ης Σεπτέμβρη του 2004. Τότε όλοι δεξιοί και αριστεροί είχαν βγει να μας πείσουν ότι οι Αλβανοί «προκάλεσαν» επειδή πανηγύριζαν για την νίκη της εθνικής τους ομάδας. Ωραία λοιπόν, για να ξεμπερδεύουμε, εμείς ξέρουμε ότι με αυτόν τον τρόπο το υποκείμενο του ρατσισμού, ό μέσος έλληνας (αριστερός και δεξιός) θέλει να στρέψει τις ευθύνες φυσικά στο αντικείμενο του ρατσισμού, τον Αλβανό μετανάστη. Αυτός προκάλεσε επειδή τόλμησε να ανεμίσει την αλβανική σημαία σε «χώματα ελληνικά». Γιατί, γνωρίζουμε πως πάντα η δουλειά του καλού πατριώτη ήταν, είναι και θα είναι να ρίχνει τις ευθύνες στους Άλλους και να παρουσιάζει τον εαυτό του ως το αιώνιο θύμα. Οπότε όταν αυτός σκοτώνει, λυντσάρει, βρίζει ρατσιστικά κλπ. το κάνει με αγνές προθέσεις μιας και ο άλλος ήταν αυτός που τον προκάλεσε.

Για να επιστρέψουμε λοιπόν στο θέμα μας, όταν ο μέσος ετεροφυλόφιλος έλληνας, ο οποίος πρέπει να προστατέψει και την οικογένειά του, μιλάει για «πρόκληση» άμα δει ή φανταστεί δύο ομοφυλόφιλους να περπατάνε χέρι-χέρι, να φιλιούνται, να κάνουν ό,τι γουστάρουν τέλος πάντων, το κάνει για να προστατέψει αλλά και ταυτόχρονα να συγκαλύψει την εξουσία που του παρέχουν οι θεσμοί της κοινωνίας αυτής. Το κάνει επίσης γιατί ο φόβος γύρω από την ισορροπία των φύλων έχει γίνει για αυτόν καταστατικός, υπαρξιακός. Εσωτερικεύει μια φανταστική απειλή για να διεξάγει μια πραγματική επίθεση.

Κάποιοι άλλοι εθνικοί ομοφοβικοί λόγοι όπως προαναφέραμε είναι αυτοί που παρουσιάζουν τους ομοφυλόφιλους ως «σεξουαλικά αδηφάγους» ή «διεστραμμένους σεξουαλικά» και άλλα τέτοια. Και συνήθως στο δημόσιο λόγο, των media, του Τύπου, αλλά και της κοινωνίας η ομοφυλοφιλία είναι ταυτισμένη με την διαφθορά που απεικονίζεται σε μεγάλα πρόσωπα της τηλεόρασης, της μουσικής σκηνής, των τεχνών γενικότερα, όπως των ηθοποιών, των καλλιτεχνών, των σχεδιαστών μόδας κοκ. Εδώ η φαντασίωση της εθνικής κοινότητας ως του απλού και τίμιου λαού, του λαού που μοχθεί για το καλό της οικογένειας και της πατρίδας, του αιώνιου θύματος των διεφθαρμένων πολιτικών κοκ, συνεπάγεται την ταύτιση της ομοφυλοφιλίας ως μια διαστροφή όλων αυτών που ζουν «στις πλάτες του στρέιτ λαού», αυτών που δήθεν παρασιτούν, που δεν έχουν τι να κάνουν και αναπτύσσουν «σεξουαλικές διαστροφές». Εδώ, έχει ενδιαφέρον να δούμε, το πώς η ομοφοβία μπορεί να επενδυθεί και με έναν δήθεν ανατρεπτικό μανδύα, από δεξιούς και αριστερούς, πάντα σε πατριωτικά πλαίσια βέβαια. Τα «ροζ σκάνδαλα» όπως τα λένε (ήδη το πώς τα ονομάζουν μας δίνει μία γεύση του ομοφοβικού τους περιεχομένου) με πολιτικούς, εφοπλιστές, τραγουδιστές κλπ. είναι ζητήματα που επανέρχονται συνεχώς στην επικαιρότητα της ελλάδας – και από λαϊκή απαίτηση φυσικά – όχι για να γίνει πιο «πικάντικη» η ενημέρωση αλλά μάλλον για να συσπειρώσουν το έθνος προς πιο συντηρητικές και πατριωτικές κατευθύνσεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν βλέπουμε μόνο τα φασιστοειδή να βγαίνουν να κράζουν τους διεφθαρμένους για το: «Πόσοι ανορθόδοξοι ηδονιστές, κίναιδοι, παιδεραστές, οφθαλμολάγνοι κ.λπ., έχουν περιληφθεί στις λίστες των κομμάτων» 7. Αυτή η ρητορεία μπορεί να προέλθει και εξ αριστερών. Για παράδειγμα, ένας βουλευτής του συ.ρι.ζα ο Ψαριανός είχε πει: «Μέσα στα μέσα, τις τηλεοράσεις κ.λπ., άμα δεν είσαι και λίγο γκέι, τον πούλο, σε κόβουνε»8 ή επίσης πόσες φορές έχουμε ακούσει όλοι μας τους κουκουέδες να μας λένε ότι η ομοφυλοφιλία δεν πρέπει να επισημοποιηθεί για χάρη της κοινωνικής αναπαραγωγής (όπου «κοινωνική αναπαραγωγή» βλέπε φυσικά και «εθνική αναπαραγωγή»). Έτσι βλέπουμε δεξιούς και αριστερούς επαναστάτες να θέλουν να συσπειρώσουν τον λαό τους εθνικά με όπλο την ομοφοβία τους και ακλόνητο επιχείρημα μια οικουμενική εθνική σεξουαλικότητα.

Ένα τελευταίο σημείο που θα θέλαμε να θίξουμε, το οποίο κάνει φανερή την άμεση σχέση της ομοφοβίας του έλληνα και της ελληνίδας με τον εθνικισμό τους είναι αυτό της άμεσης αντιμετώπισης του ξένου, του Άλλου με όρους αρρενωπότητας και εκθήλυνσης. Ας πάρουμε το παράδειγμα των Αλβανών. Γενικά η έμφυλη αναπαράσταση τους στα ελληνικά μυαλά είναι αυτή του παιδιού, «που δεν ξέρει» και χρήζει του ελέγχου και της καθοδήγησης του έλληνα, που δεν είναι έντιμος όπως ο έλληνας αλλά «πονηρός» και ανώριμος, ή αυτή της εκθηλυμένης αρρενωπότητας, του «πούστη», αυτού δηλαδή που δεν είναι τόσο άντρας για να μπορεί να είναι ανεξάρτητος και όλα τα άλλα που είναι ο έλληνας9. Αυτό φαίνεται και από το ότι θεωρείται ντροπή ακόμη και σήμερα μια ελληνίδα να έχει σχέση με έναν Αλβανό, γιατί αυτός πέρα απ’ το ότι είναι ξένος δεν είναι και τόσο άντρας: όλοι αυτοί οι λόγοι μετράνε την αρρενωπότητα με εθνικούς όρους. Αυτό εντοπίζεται και σε άλλα παραδείγματα. «Οι Βρετανοί είναι γνωστοί για την «ιδιορρυθμία τους», «γοργόνες της Κοπεγχάγης» χαρακτηρίζονται οι Δανοί πολιτικοί που δεν θεωρούν ότι η Μακεδονία είναι αποκλειστικά ελληνική και όσοι άλλοι Ευρωπαίοι δεν κατανοούν τις ελληνικές θέσεις προπηλακίζονται συστηματικά ως φέροντες ζαρτιέρες…. Οι προαιώνιοι εχθροί μας, οι Τούρκοι, όταν δεν είναι απλώς …βάρβαρα τέρατα γίνονται χανουμάκια, γιουσουφάκια κτλ […]».10 Γίνεται φανερό λοιπόν ότι η ελληνική αρρενωπότητα αντλεί το κύρος της από την εκθήλυνση του Άλλού.

Τα παραδείγματα είναι πολλά και όλα τα αντλούμε από εδώ, το ελληνικό συγκείμενο. Σε ένα δίλλημα λοιπόν που θα θέταμε αν πρέπει να δηλώσουμε την αντίθεσή μας στην ομοφοβία, γενικά κι αφηρημένα, ή την ελληνική ομοφοβία, συγκεκριμένα, θα επιλέγαμε το δεύτερο. Επιλέγουμε να ασχοληθούμε με την ελληνική ομοφοβία γιατί ο τρόπος συνάρθρωσης της ντόπιας ομοφοβίας με το ντόπιο εθνικισμό φαίνεται πως δημιουργούν ένα ιδιαίτερο μείγμα, με ολοδικά του χαρακτηριστικά, με ιδιαίτερες αιχμές και, άρα, με περισσότερο συγκεκριμένους τρόπους αντιμετώπισης.

Η ελληνική ετεροφυλόφιλη οικογένεια πχ, ένα μόνο παράδειγμα αυτής της ιδιαίτερης συνάρθρωσης, συνεχίζει να παίζει τον πιο βασικό ίσως ρόλο στην αναπαραγωγή όλων αυτών των ομοφοβικών στερεοτύπων. Όπως και να το κάνουμε η ετεροφυλόφιλη οικογένεια με τους συζυγικούς βιασμούς της, την ενδο-οικογενειακή της βία, την ιεραρχική βιολογική δυαδική κατηγοριοποίηση και την ανισότητα στέκεται εχθρική απέναντι στα όνειρά μας. Κι αυτός είναι ένας ακόμη λόγος που πιστεύουμε ότι η νομιμοποίηση των γάμων μεταξύ ομοφυλόφιλων μπορεί να επιφέρει ένα κάποιο πλήγμα στον ελληνικό εθνικό κορμό παίζοντας ακόμη και εκπαιδευτικό ρόλο (με την βαθύτερη σημασία της έννοιας της παιδείας) για τους ανθρώπους. Γι’ αυτό, εξάλλου, επιλέγαμε και παλιότερα να ταχθούμε ενάντια στον ελληνικό εθνικισμό και όχι γενικά και αόριστα ενάντια στον εθνικισμό. Γιατί πιστεύουμε ότι μέσω της εναντίωσης μας σε αυτόν φανερώνουμε την ιδιαιτερότητα του ως ιδεολογικού φαινομένου, την ξεχωριστή άρθρωσή του και τα ξεχωριστά θύματά του μέσα στην ιστορία του.

Και τώρα μπορούμε να προχωρήσουμε. Μετά την κατάθεση της δικής μας αξιωματικής θέσης υπέρ του γάμου, την προβληματοποίηση του διπόλου «μερικό-ολικό» και την ανάδειξη της συνάρθρωσης εθνικού και ομοφοβίας, μπορούμε να συζητήσουμε πιο συγκεκριμένα γύρω από την αντιμετώπιση της ελληνικής ομοφοβίας, τουλάχιστον στα πλαίσια ενός διαλόγου.

– Το πρόβλημα του ομοφοβικού

“Δεν ελέγχεται, ωστόσο, σε μεγάλο βαθμό η βιομηχανία της μόδας από τους ομοφυλόφιλους;”, “Η τηλεόραση, όμως, δεν προβάλλει ισότιμα το πρότυπο του ομοφυλόφιλου;”, “Λοιπόν, δεν έχω πρόβλημα με τις ομοφυλόφιλες αλλά είναι θέμα αισθητικής…”, “Δεν είμαι ομοφοβικός, έχω πολλούς φίλους ομοφυλόφιλους αλλά…” : αυτές είναι κάποιες από τις συχνές δηλώσεις που αντιμετωπίζει κάποιος όταν τολμά να θίξει το ζήτημα της ομοφοβίας. Και τι σχέση έχουν άραγε όλες αυτές οι δηλώσεις με την ομοφοβία; Σκοπός μας εδώ είναι να φανερώσουμε τον αμυντικό χαρακτήρα αυτών των ενστάσεων, καθώς και τον τρόπο λειτουργίας τους ως επιβεβαιωτικών λόγων για την ομοφοβία.

Και είναι το εξής που ισχυριζόμαστε εδώ: Όταν σκέφτεται κανείς, σκέφτεται ελληνικά ακόμη κι όταν δεν το παίρνει χαμπάρι. Όταν κάνει σεξ κανείς, κάνει σεξ αντρικά ακόμη κι όταν δεν το καταλαβαίνει. Μαθημένοι, μεγαλωμένοι, αντρωμένοι μέσα σε μια προκαθορισμένη γλώσσα επικοινωνίας, μέσα σε προκαθορισμένα πλαίσια δράσης, αυτό στο οποίο έχουμε ήδη κοινωνικοποιηθεί είναι η ομοφοβία της κυρίαρχης ετεροσεξουαλικής κλίμακας και αυτό που έχει κανείς να επιλέξει καταρχήν είναι η διάρρηξη της κλειστότητας αυτής της κλίμακας.

Φαίνεται ότι όσο πέρασαν τα χρόνια από παλιότερες δεκαετίες, όπου οι ομοφυλόφιλοι έπρεπε να ζουν στην αφάνεια ή σε ένα συγκεκριμένο περιθώριο των πόλεων, της κοινωνικής ζωής κοκ, άλλαξε και ο τρόπος που η ομοφοβία εκδηλώνεται. Όλο και σπανιότερα ακούμε πως κάποιοι συνομιλητές μας απεχθάνονται ή θεωρούν άρρωστους τους ομοφυλόφιλους. Κι αυτό γιατί νέοι τρόποι, νέες μορφές βρέθηκαν για να εκδηλώνεται η προκατάληψη. Η είσοδος της ελλάδας στα πλαίσια ενός εκσυγχρονιστικού, μοντέρνου λόγου, από τη δεκαετία του ’60 και έπειτα, επέφερε και μια αναγκαία αυτολογοκρισία στους έλληνες γύρω από τις ωμές εκφράσεις της ομοφοβίας τους, τουλάχιστον σε ένα βαθμό και δημόσια. Σήμερα, η ομοφοβία μπορεί να στηριχτεί από μια επιχειρηματολογία περί αισθητικής ή και με το μανδύα μιας δήθεν πολυπολιτισμικής ανεκτικότητας. Στην ουσία, όμως, είναι η ίδια προκατάληψη, το ίδιο μίσος που ελλοχεύει. Έχει αλλάξει απλώς το περίβλημα και το πρόβλημα παραμένει. Ποιο είναι το πρόβλημα; Ότι η ελληνική κοινωνία, είτε στα ξεκάθαρα ομοφοβικά κομμάτια της είτε σε αυτά που καμουφλάρουν τις προκαταλήψεις τους, συνεχίζει να ασχολείται με τους ίδιους τους ομοφυλόφιλους και όχι με το υποκείμενο της ομοφοβίας, τον ίδιο της τον εαυτό.

Υποκείμενο αντί αντικειμένου
Ο Ζαν Πολ Σαρτρ έγραφε στα 1945 πως “Ο αντισημιτισμός δεν είναι εβραϊκό πρόβλημα, είναι δικό μας πρόβλημα”. Ο Richard Wright, ένας μαύρος συγγραφέας από τις ΗΠΑ, έγραφε πριν από δεκαετίες πως “Δεν υπάρχει μαύρο πρόβλημα στις ΗΠΑ, υπάρχει λευκό πρόβλημα” και, έτσι θα έπρεπε να συνεχίσουμε κι εμείς. Έτσι, κάθε φορά που αντιμετώπιζουμε μια τέτοια αστεία προκατάληψη του στιλ «αλλά, κάποιοι από τους gay όμως δεν είναι αυτοί που ελέγχουν τη βιομηχανία της διασκέδασης;» όποτε εμείς τολμάμε να θίξουμε το ζήτημα της ομοφοβίας, θα έπρεπε να αναρωτηθούμε και να θέσουμε τον συνομιλητή μας ενώπιον κάποιων αδιεξόδων: αφενός, τι σχέση έχει το ένα ζήτημα με το άλλο και, αφετέρου, ότι πρόκειται για μια άμυνα-ένστασή του ουσιαστικά σε αυτό που πάμε να ισχυριστούμε. Αυτά τα “όμως”, “αλλά”, “παρόλα αυτά” που υποτίθεται ότι συνδέουν τις παραπάνω ερωτήσεις με τους λόγους ενάντια στην ομοφοβία αποτελούν στην ουσία απλώς μια άρνηση της ύπαρξης αυτής της μορφής εξουσίας, και άρα κατάφαση στη λειτουργία της.

Θα πρέπει να μάθουμε, αντιθέτως, να ασχολούμαστε με τα υποκείμενα των κοινωνικών αυτών σχέσεων όπως η ομοφοβία και όχι τα ίδια τα αντικείμενα. Υποκείμενο, έτσι, της ομοφοβίας είναι ο ομοφοβικός και αντικείμενό της όποιος καταλαμβάνει τη θέση του ομοφυλόφιλου, ανεξαρτήτως τελικά αν είναι ή όχι τέτοιος ο σεξουαλικός του προσανατολισμός. Έτσι πιστεύουμε ότι μπορούμε να αντιληφθούμε καλύτερα το πόσο κομβική είναι η ομοφοβία για την κουλτούρα μας, όταν γυρίσουμε στον εαυτό μας, πάντα βέβαια όπως αυτός έχει κατασκευαστεί κοινωνικά, εντός του ελληνικού συγκείμενου, και μάθουμε να σκεφτόμαστε αλλιώς. Μια τέτοια ενδοσκόπηση, ένας τέτοιος διάλογος και εν τέλει μια τέτοια σύγκρουση προϋποθέτει τόσο το να είμαστε αποφασισμένοι απέναντι σε μια τέτοια προκατάληψή μας όσο και να εμπλακούμε προσωπικά με ένα αίσθημα ετερότητας στο ζήτημα της ομοφοβίας. Να εμπλακούμε προσωπικά με την έννοια ότι, όσο κι αν διαπιστώνουμε πως αντλούμε ως ετεροσεξουαλικοί κάποια προνόμια από αυτή τη σχέση, είναι πολύ περισσότερο κρίσιμο να διαπιστώσουμε παράλληλα τα προνόμια που χάνουμε ως ρευστές και διαπραγματεύσιμες σεξουαλικότητες.

Σκοπός αυτού του τελευταίου τμήματος της εισήγησης μας είναι να δηλώσουμε ακριβώς ότι για μας η αντιμετώπιση της ομοφοβίας δεν είναι απλά θέμα διαφώτισης/ ενημέρωσης/ συμπάθειας ή οτιδήποτε τέτοιο. Αν όλα αυτά παίζουν κάποιο ρόλο, έναν ακόμη σημαντικότερο ρόλο παίζει η πολιτική τοποθέτηση μιας υποκειμενικότητας απέναντι στην ομοφοβία και, ακόμη, ίσως κάτι που δεν μπορούμε να καθορίσουμε απόλυτα, που δεν μπορούμε να προσπελάσουμε πλήρως ορθολογικά, ένα είδος ιδιαίτερης ευαισθησίας. Θα δώσουμε δύο παραδείγματα.

Το πρώτο:

Τα «ορθολογικά επιχειρήματα» ή υπάρχουν και καλοί gay

Δεν είναι λίγες φορές που ακούμε γύρω μας τη δήλωση πως «οι gay ελέγχουν τη βιομηχανία της μόδας ή την πολτιστική βιομηχανία» ή, ακόμη, πως ένα δήθεν οικουμενικό πρότυπο ομοφυλόφιλου προβάλλεται εν είδει πλύσης εγκεφάλου από την τηλεόραση. Και δεν είναι λίγες φορές που ένας καλόπιστος συνομιλητής που ακούει μια τέτοια δήλωση και παίρνει θέση ενάντια στην ομοφοβία, αντιτείνει πως «όχι, δεν είναι μόνο το gay πρότυπο που προβάλλεται από την τηλεόραση» ή, αντ’ αυτού, «όχι, δεν συμφωνώ, γιατί έχω μια στατιστική που αποδεικνύει πως οι περισσότεροι σχεδιαστές μόδας ή οι περισσότεροι παραγωγοί τηλεοπτικών προγραμμάτων είναι ετεροφυλόφιλοι». Έτσι, κάποιοι καλόπιστοι αντι-ομοφοβικοί με τη βοήθεια της στατιστικής και κάποιων τέτοιων ορθολογικών επιχειρημάτων του στιλ «όχι, υπάρχουν και καλοί gay» και όχι μόνο σεξουαλικά αδηφάγοι, όχι μόνο πλούσιοι, όχι μόνο lifestyle κοκ, προσπαθούν να προωθήσουν μια καλύτερη, πιο θετική, άποψη για τους ομοφυλόφιλους.

Ωστόσο, μια τέτοια εμπερικά προσανατολισμένη διαφώτιση, όταν επιχειρείται απέναντι σε έναν ομοφοβικό, μπορεί να έχει πολύ μικρό αντίκτυπο στην ομοφοβική του κοσμοθεώρηση, καθώς η ομοφοβία δεν αποτελεί απλά ένα ζήτημα έλλειψης γνώσεων αλλά μάλλον μια, «κεντρική οργανωτική αρχή του πολιτισμικού προσδιορισμού της αρρενωπότητας».

Όπως μας εξηγεί ο Michael Kimmel σε ένα γνωστό του κείμενο «Ο εφιάλτης από τον οποίο φαίνεται ότι δεν ξυπνάμε ποτέ είναι πως άλλοι άντρες θα καταλάβουν πως δεν είμαστε αυτοί που παριστάνουμε πως είμαστε. Αυτό που ονομάζουμε αρρενωπότητα είναι συχνά ένας φράχτης που εμποδίζει να αποκαλυφθούμε ως απάτη, μια υπερβολική σειρά δραστηριοτήτων που κρατά τους άλλους άντρες μακριά από το να δουν μέσα μας, καθώς και μια φρενήρη προσπάθεια να κρατήσουμε αυτούς τους φόβους μέσα μας, σε ασφαλή απόσταση. Ο πραγματικός μας φόβος… είναι αυτός της ντροπής και του εξευτελισμού μπροστά σε άλλους άντρες, ή της κυριάρχησής μας από άλλους άντρες».

Με λίγα λόγια, φοβόμαστε τη ντροπή που θα αισθανθούμε. Και ντρεπόμαστε για τον φόβο που αισθανόμαστε. «Αυτή η ντροπή», συνεχίζει ο Kimmel, «οδηγεί στη σιωπή, τη σιωπή που αφήνει τους άλλους ανθρώπους να πιστεύουν ότι στην πραγματικότητα αποδεχόμαστε όλα αυτά που κάνουν στον πολιτισμό μας εναντίον των γυναικών, εναντίον των μειονοτήτων, εναντίον των ομοφυλόφιλων αντρών και γυναικών». Αυτή η σιωπή που υιοθετούμε όταν ακούμε σεξιστικά, ρατσιστικά ή ομοφοβικά αστεία στο μπαρ ή στο γραφείο. «Αυτό», λέει ο Kimmel, «ίσως βοηθά να εξηγήσουμε γιατί συχνά οι γυναίκες παραπονιούνται ότι οι άντρες φίλοι ή σύντροφοί τους τις κατανοούν τόσο συχνά όταν βρίσκονται μόνοι τους και, ωστόσο, γελάνε ή κάνουνε οι ίδιοι τέτοια αστεία όταν βρίσκονται έξω από το σπίτι με μια ομάδα αντρών».

Με λίγα λόγια, η ομοφοβία αποτελεί έναν πολύ ισχυρό φόβο και ταυτόχρονα δομή της αρρενωπότητας, στην οποία είναι δύσκολο να αντιπαρατεθούμε απλώς με στατιστικές και ορθολογικά επιχειρήματα.

Θα μπορούσαμε να κάνουμε παραλληλισμούς και με άλλες κοινωνικές σχέσεις: δε νομίζουμε ότι το σεξιστικό επιχείρημα ότι «οι γυναίκες οδηγοί είναι οι χειρότερες» θα έπρεπε απλώς να αντιμετωπιστεί με μια στατιστική που αποδεικνύει πως οι άντρες οδηγοί προκαλούν τα περισσότερα ατυχήματα. Αντίστοιχα η ρατσιστική δήλωση πως «οι μετανάστες ευθύνονται για την εγκληματικότητα» δεν αντιμετωπίζεται έτσι απλά με μια δικαιολόγηση του γιατί οι μετανάστες οδηγούνται στην κλοπή και, τέλος, η αντισημιτική προκατάληψη ότι «οι εβραίοι είναι πλούσιοι» δύσκολα θα αναχαιτιστεί με μια στατιστική που θα αποδεικνύει το πόσοι φτωχοί εβραίοι υπάρχουν στον κόσμο. Ή, τέλος, και το στερεότυπο περί της εγκληματικότητας των ψυχιατρικών ασθενών δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί απλώς με μια ορθολογική-επιστημονική αντεπιχειρηματολογία.

Σε όλη αυτή την αντεπιχειρηματολογία «καλών προθέσεων», το πρόβλημα παραμένει: για να ανατρέψουμε μια προκατάληψη βαθιά ριζωμένη, ασχολούμαστε με το αντικείμενο παρά με το υποκείμενο της προκατάληψης, δηλαδή τον ομοφοβικό, τον σεξιστή, τον ρατσιστή, τον αντισημίτη. Έτσι, υποθέτουμε ότι η ομοφοβία του άλλου είναι θέμα άγνοιας ή ελλιπούς ενημέρωσης, θεωρώντας την ίδια την προκατάληψη ως κάτι ξένο με τον άνθρωπο και την κοινωνικοποίησή του σήμερα.

Δεν είναι καθόλου διαφορετικά τα πράγματα και για την ομοφοβία εναντίον των λεσβιών: ένα κλασικό στερεότυπο γύρω από τις λεσβίες είναι η «επιθετική, μισάνθρωπη συμπεριφορά» τους που γυρεύει περισσότερο διαμάχες παρά συμφιλίωση με έναν ετεροσεξουαλικό. Είναι ξεκάθαρο κι εδώ πως ένα ορθολογικό επιχείρημα δεν μπορεί να σταθεί σε μια τέτοια περίπτωση μιας και το ίδιο το επιχείρημα-προκατάληψη που κατατίθεται, αποτελεί απλώς μια προβολή των αντρικών φόβων μπροστά στην παρουσία μιας λεσβίας: δηλαδή προβάλλεται σε όλες τις λεσβίες ένα είδος επιθετικότητας… επειδή απλώς ο φαλλός του ετεροσεξουαλικού άντρα μοιάζει να χάνει την αξία χρήσης του απέναντί τους, το νόημα του, τον τόπο διεκδίκησής του και έτσι βιώνει μια πρωτόγνωρη αμηχανία.

Μετά υπάρχει η εξής κατηγορία επιχειρημάτων:

«Επιχειρήματα βασισμένα στην εμπειρία» ή έχω φίλες λεσβίες

Μια άλλη σειρά αντεπιχειρηματολογίας από συνομιλητές καλών προθέσεων είναι όταν προσπαθούν να φέρουν αντεπιχειρήματα βασισμένα στις προσωπικές τους σχέσεις με ομοφυλόφιλους, άντρες και γυναίκες. Βέβαια, η ίδια η εμπειρία και επαφή με άτομα που ανήκουν ουσιαστικό στο «άλλο» της κανονικότητας, μπορεί πάντοτε να σημαίνει κάτι θετικό και ένα αίσθημα ετερότητας που αναπτύσσει ο καθένας μπορεί να τον βοηθά να σπάει τις διαχωριστικές γραμμές που δημιουργούνται μεταξύ των διάφορων πληθυσμών. Ωστόσο, θα έπρεπε να παραδεχτούμε ότι και η ίδια η ατομική εμπειρία (του στιλ «Κάποτε μίλησα με μια ομοφυλόφιλη η οποία ήταν πολύ καλό άτομο…») δεν είναι ικανή στην πραγματικότητα να αναχαιτίσει την ομοφοβία του καθενός. Εδώ, αυτό φαίνεται από το ότι η ατομική εμπειρία και η βαθιά ριζωμένη ομοφοβία λειτουργούν σε διαφορετικά επίπεδα: η πρώτη παραμένει μια απομονωμένη περιοχή ενώ η δεύτερη αποτελεί τον χάρτη ολόκληρο.

Εξάλλου, το επιχείρημα της προσωπικής εμπειρίας σχέσεων με το «Άλλο» έχει γίνει ψωμοτύρι και για την αφρόκρεμα πλέον της ακροδεξιάς. Δεν ήταν λίγες φορές που ακούσαμε το Νομάρχη Θεσσαλονίκης να επικαλείται τις βαθιές του φιλίες με Αλβανούς μετανάστες ή τον αρχηγό του ΛΑΟΣ να επισημαίνει πως «έχω έναν φίλο εβραίο και έναν φίλο πακιστανό…».

Και, από την άλλη, τι γίνεται όταν η ίδια η ατομική εμπειρία είναι αδύνατον να υπάρξει, όταν είναι λειψή; Θα μπορούσαμε τότε να αντιπαραθέσουμε κάποια τέτοια επιχειρήματα; Παραδείγματος χάριν, αυτού του είδους η επιχειρηματολογία, η βασισμένη στην εμπειρία, συχνά αγνοεί με προφανή τρόπο τις οδούς δια τις οποίες κατασκευάστηκε κοινωνικά η ίδια η ομοφυλοφιλία στη Δύση ως διακριτή κατηγορία σεξουαλικού προσανατολισμού. Και έτσι είναι εύκολο να πέσουμε στον κίνδυνο της φυσικοποίησης της εμπειρίας μας.

Έτσι, αν το επιχείρημά μας που βασίζεται σε μια ατομική εμπειρία φυσικοποιηθεί, εμφανίζεται ένα άλλο πρόβλημα, από την αντίστροφη: ότι μπορεί εμείς να αναμένουμε μια ορισμένη κοινωνική συμπεριφορά από κάποιον απλά επειδή είναι ομοφυλόφιλος, αγνοώντας κατά τα άλλα ακόμη και την ίδια την κοινωνική κατασκευή της ομοφυλοφιλίας.

Τι εννοούμε; Ότι η ομοφυλοφιλία και η ετεροφυλοφιλία δεν πρέπει να φυσικοποιούνται ούτε με θετικά ούτε και με αρνητικά βέβαια πρόσημα γιατί έτσι αγνοούμε μια άλλη πλευρά του ζητήματος. Ένα παράδειγμα από το πεδίο της ιστορίας: στις ισλαμικές κοινωνίες διαπιστώνουμε ότι δεν υπήρχε ανάγκη διάκρισης μεταξύ ομοφυλοφιλίας και ετεροφυλοφιλίας, διαπίστωσης της διαφοράς, καθώς η λεγόμενη ομοφυλοφιλία ήταν ενταγμένη στις «κανονικές» ερωτικές σχέσεις, τουλάχιστον πριν την έλευση των Δυτικών. «Στην κλασική αραβική γλώσσα δεν υπάρχει μια λέξη για τους ομοφυλόφιλους και, επιπλέον, δεν θα ήταν υπερβολή να πει κανείς ότι σχεδόν τα μισά από τα κλασικά ερωτικά Αραβικά ποιήματα έχουν συντεθεί από άντρες συγγραφείς για άτομα του ίδιου φύλου» (Georg Klauda).

Κάτι αντίστοιχο συνέβη, βέβαια, πιο πριν και στη Δύση. Η Mary McIntosh είναι αυτή που επισημαίνει, ωστόσο, ότι από τον 17ο αιώνα αρχίζει να αναγνωρίζεται ένας ξεχωριστός ομοφυλόφιλος ρόλος και μαζί με αυτόν η προσδοκία, τόσο από αυτούς που παίζουν το ρόλο όσο και από τους άλλους, ότι ο «ομοφυλόφιλος» θα είναι και αποκλειστικά ή τουλάχιστον πολύ κυρίαρχα «ομοφυλόφιλος» στα συναισθήματά του και τη συμπεριφορά του.

«Επιπλέον, είναι κι άλλες προσδοκίες που συχνά υπάρχουν, ιδιαίτερα από πλευράς των μη ομοφυλόφιλων, αλλά επηρεάζουν άμεσα την αντίληψη για τον εαυτό (του) που έχει οποιοσδήποτε βλέπει τον εαυτό του ως ομοφυλόφιλο. Αυτές είναι: η προσδοκία ότι θα είναι εκθηλυμένος στους τρόπους του, την προσωπικότητά του, ή στην προτιμώμενη από αυτόν σεξουαλική του δραστηριότητα, καθώς επίσης και η προσδοκία ότι η σεξουαλικότητά του θα παίζει πάντοτε ένα είδος ρόλου σε όλους του τις σχέσεις με άλλους άντρες και μάλλον θα είναι πρόθυμος και να τους αποπλανήσει» (Mary McIntosh). Κι αν βέβαια έχουμε σα μοναδικό μας επιχείρημα ενάντια στην ομοφοβία ότι «έχουμε μια φίλη λεσβία», αυτό δείχνει βέβαια ότι υποβιβάζουμε την ίδια τη σχέση της ομοφοβίας σε ένα πρόβλημα προσωπικών συμπαθειών ή αντιπαθειών, ανεξαρτήτως των προσδοκιών που εμείς έχουμε δημιουργήσει ή αναπαράγει για τα ομοφυλόφιλα υποκείμενα.

Τέλος, πρέπει να δούμε ότι και με αυτό το στιλ επιχειρηματολογίας – δηλαδή, το «έχω γνωρίσει έναν ομοφυλόφιλο ο οποίος δεν ήταν καθόλου του lifestyle…» – παραμένει μπροστά μας το πρόβλημα: δεν ασχολούμαστε με το ίδιο το υποκείμενο της προκατάληψης, τον ομοφοβικό, αλλά με τη συμπεριφορά του α’ ή του β’ ανθρώπου που δέχεται και βιώνει την προκατάληψη. Έτσι, ίσως προτιμήσουμε να ψάξουμε για τις καλές λεσβίες ή τους καλούς gay και αρχίσουμε κι εμείς τις διακρίσεις από τη δική μας σκοπιά, αντί να ξεχωρίσουμε εξαρχής τα θέματα της συνολικής αλληλεγγύης και των προσωπικών συμπαθειών.

Υπάρχουν, έτσι, πολλά τέτοια άστοχα επιχειρήματα.

Σε όλες αυτές τις προσπάθειές μας απέναντι στην ομοφοβία, τέλος, πρέπει να θέτουμε ως στόχο μας και το εξής: να κάνουμε τους καλόπιστους συνομιλητές μας – και όχι βέβαια αυτούς που έχουν παραδώσει την κριτική τους ικανότητα για πάντα – να στοχάζονται πάνω στις μορφές της σκέψης τους, τους μηχανισμούς της σκέψης που χειρίζεται η ομοφοβία, έτσι ώστε να μάθουν να τους χειρίζονται μόνοι τους ανατρεπτικά. Να αποκρυσταλλώσουμε τα ομοφοβικά τρικ, κάνοντάς τα γνωστά και, έτσι, να εξουδετερώσουμε τις αιχμές τους. Μόνο έτσι πιστεύουμε ότι μπορούμε να σπάσουμε τα υποκριτικά ελληνικά ταμπού γύρω από την ομοφυλοφιλία. Και όταν λέμε υποκρισία εννοούμε τη συνειδητή και συντονισμένη αποσιώπηση της πλούσιας ομοφυλοφιλικής ζωής στον ελλαδικό χώρο, με λίγα λόγια την αποσιώπηση της γλώσσας των καλιαρντών, την αποσιώπηση ανθρώπων και συνηθειών που υποβιβάστηκαν στην καλύτερη περίπτωση σε ένα underground πλαίσιο, αλλά στη χειρότερη, απλώς, στο περιθώριο της ιστορίας.

Με αυτή την έννοια, θα έπρεπε να γνωρίζουμε ότι την επόμενη φορά που ακούμε από κάποιον γνωστό μας ή και κάποιον άγνωστο, στο μπαρ, στο λεωφορείο, στη δουλειά και στη συνέλευση, ένα αστείο ή ένα σχόλιο ομοφοβικό, η σιωπή μας ή – εξίσου προβληματικό – τα σχόλιά μας που ασχολούνται με τους ίδιους τους ομοφυλόφιλους παρά με το υποκείμενο της ομοφοβίας, τον ομοφοβικό, το μόνο που μπορεί να κάνουν είναι να εντείνουν το πλαίσιο το οποίο γυρεύει να εδραιώσει η ομοφοβία. Και, με αυτή την έννοια, αυτή η σιωπή μας σημαίνει συχνά, απλώς τον φόβο μας να διακριθούμε από το ετεροσεξουαλικό περιβάλλον μας, τον φόβο να αποδεχτούμε τη δική μας θέση μέσα σε έναν τόσο κρίσιμο κοινωνικό ανταγωνισμό.

Terminal 119
για την κοινωνική και ατομική αυτονομία

21 – 10 – 08

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s