Κοινωνικός ρατσισμός και θεσμισμένος αντιρατσισμός: μια κριτική ματιά

 

Λόγω της έντονης αισιοδοξίας που επικράτησε στον ριζοσπαστικό χώρο μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη, εξαιτίας διαφόρων ιδεολογικών συνδηλώσεων, είναι ίσως σήμερα πιο επιτακτικό από ποτέ να ξανακοιτάξουμε με προσοχή γεγονότα όπως το αντιαλβανικό πογκρόμ της 4ης Σεπτέμβρη. Γιατί όταν τα ξαναβλέπεις, νοιώθεις μια έντονη αντινομία να σε κατακλύζει. Πως γίνεται σε μια κοινωνία που την μία στιγμή διαπράττει ένα ρατσιστικό πογκρόμ την επόμενη να γίνεται εντός της μια εξέγερση; Αν και υπάρχει προφανής σχέση, αυτός ο συλλογισμός είναι ψεύτικος ή αρκετά ιδεολογικός ώστε βλέπει την κοινωνία ως ένα σύνολο ομοιογενές ή εν δυνάμει ομοιογενές λόγω κάποιων υπερβατικών κοινών συμφερόντων. Όσο αφαίρεση είναι το «η κοινωνία έκανε την εξέγερση» τόσο αφηρημένο αλλά και επικίνδυνο είναι το «η ελληνική κοινωνία δεν είναι ρατσιστική». Και φυσικά το ζήτημα δεν είναι απλώς οι λέξεις, αλλά οι σημασίες που κουβαλάν, έτσι κάποιος θα μπορούσε να πει αντί για την λέξη «ρατσισμός», τις λέξεις «μισοξενία», «διακρίσεις», «αποκλεισμός», «καταδίωξη» του ξένου και θα ήταν όμως μεσ’ το θέμα. Αλλά όταν κάποιος λέει ότι η κοινωνία δεν είναι ρατσιστική το λέει συνήθως από δύο απόψεις: πρώτον είτε βλέπει θετικά τις διακρίσεις που έχουν επιβληθεί στους μετανάστες ή δεν τις αναγνωρίζει καν ως διακρίσεις, είτε πιστεύει ότι η κοινωνία δεν ευθύνεται γι’ αυτά που πράττει, π.χ. για αυτές τις διακρίσεις, αλλά κάποιοι «απ’ έξω» από αυτήν: το κράτος, η κυριαρχία, οι κεφαλαιοκράτες, τα αφεντικά, ή η ανεργία (που έχει κι’ αυτή άλλωστε επιβληθεί από τα αφεντικά).

 

Υπάρχει, λοιπόν, διαδεδομένη η αντίληψη του ρατσισμού ως ενός ναρκωτικού, του «οπίου του λαού», με το οποίο ποτίσανε την κοινωνία για να την αποπροσανατολίσουν από τα «πραγματικά της συμφέροντα». Πάντοτε, όμως, αυτά τα «πραγματικά συμφέροντα» δεν υπάρχουν πέρα από την θέληση και τις επιδιώξεις των ανθρώπων, γιατί αλλιώς θα μπαίναμε στον πειρασμό να ρωτήσουμε ποια είναι τα «πραγματικά συμφέροντα» πίσω από το αντιαλβανικό πογκρόμ της 4ης Σεπτέμβρη; Εθνικά προνόμια, έμφυλα προνόμια, ταξικά προνόμια; Φυσικά, όμως η συζήτηση δεν εξαντλείται εκεί, ούτε μπορεί να εξαντληθεί για τους ανθρώπους που σκέφτονται πολιτικά, γιατί η πολιτική θα έπρεπε κατά τη γνώμη μας να επιδιώκει την αυτονομία και αυτή δε νοείται χωρίς να αναγνωρίσουμε ότι οι άνθρωποι πράγματι επιλέγουν στην ζωή τους, ότι δεν είναι απλώς φορείς προνομίων και συμφερόντων. Που φυσικά η αναγνώριση αυτού του πράγματος ανοίγει τον ορίζοντα και για την ατομική αυτονομία, την άρνηση κάθε εσωτερικής και εξωτερικής καβάτζας, την επιδίωξη της ελευθερίας.

 

Με αυτήν την έννοια λοιπόν όλες οι προσπάθειες που έγιναν και γίνονται ώστε να εξηγηθεί το αντιαλβανικό πογκρόμ ή γενικότερα ο ρατσισμός, ιδιαίτερα σήμερα που οι ρατσιστικές επιτροπές πολιτών έκαναν την εμφάνισή τους, όπως στην Πάτρα ή στον Άγιο Παντελεήμονα στην Αθήνα, πέφτουν αναγκαστικά στο κενό. Ούτε η «διεθνής οικονομική κρίση», που παρουσιάζεται σαν ένας εξωτερικός εχθρός, ένα τέρας που έρχεται να κατασπαράξει το έθνος, ούτε η ανεργία και η φτώχια οι οποίες παρουσιάζονται λες και έπεσαν από τον ουρανό, ούτε η αντιμετώπιση του μετανάστη ως εργάτη δεύτερης κατηγορίας, το οποίο εκμεταλλεύτηκε ο ελληνικός μικροαστισμός, ούτε η «σύγκρουση των πολιτισμών», είτε με ευρωκεντρικό είτε με αντι-δυτικό πρόσημο, αρκούν για να εξηγήσουν την επιβολή των διακρίσεων και του αποκλεισμού σε βάρος των μεταναστών. Και αυτό για δύο λόγους: πρώτον, γιατί για εμάς στο ζήτημα του ρατσισμού δεν υπάρχει ένα τελικό «γιατί», οπότε δεν μπορεί να είναι πλήρως προσπελάσιμος και εξηγήσιμος από την λογική, και δεύτερον γιατί δεν αντιλαμβανόμαστε τον ρατσισμό, ή τον πατριωτισμό αντίστοιχα, ως «ψευδή συνείδηση», αλλά ως μια ενεργή κοινωνική σημασία.

 

Οι παραδοσιακές ιδεολογίες, όπως υποτίμησαν το ζήτημα της θρησκείας, θεωρώντας το μια πανούργα συνωμοσία των παπάδων, μια ψευδή ιδεολογία που επιβάλλει η κυρίαρχη τάξη, χωρίς να βλέπουν ότι η θρησκεία είναι μια κοινωνική δημιουργία, θεσμός που δίνει νόημα στην ζωή και τον θάνατο των ανθρώπων· ετερόνομο βέβαια νόημα, με τον ίδιο τρόπο υποτιμούν και το ζήτημα του ρατσισμού θεωρώντας ότι είναι κάτι το επιβεβλημένο «απ’ έξω» στα μυαλά των ανθρώπων. Αυτή η αντίληψη, που την ακούμε κυρίως από τους συνήθεις αντιρατσιστές, πέραν του ότι δεν βλέπει πόσο βαθιά εμπεδωμένη είναι η εθνική ταυτότητα, οπότε και οι κατηγορίες συνύπαρξης που αυτή θέτει μεταξύ των ανθρώπων, άλλο τόσο δεν βλέπει ότι ο ρατσισμός ή οι προκαταλήψεις και τα στερεότυπα που τροφοδοτούν τις διακρίσεις σε βάρος αυτών που θεωρούνται ξένοι στο έθνος, υπάρχουν και από μόνες τους. Υπάρχουν με την απλή έννοια ότι και πριν τον ερχομό των μεταναστών οι έλληνες ήταν ρατσιστές. Ή για να το κάνουμε πιο λιανά: Δεν πέρασαν λίγα οι Εβραίοι αυτής της χώρας, ως την σχεδόν πλήρη εξαφάνιση τους και συνεχίζουν να περνάνε, δεν πέρασαν λίγα οι Ρομά, οι μειονότητες όπως η μακεδονική και η τουρκική, όλοι αυτοί που νοήθηκαν ως ξένοι στα πλαίσια του ελληνικού εθνικισμού.

 

Και εδώ μπαίνουμε στον πειρασμό να συγκρίνουμε αυτά τα στερεότυπα: γιατί πολύ πιο πριν δούμε τον εθνικό κορμό να δείχνει τους Αλβανούς ως κλέφτες περιουσιών, δουλειών κλπ. κάπου το είχαμε ξανακούσει για τους Εβραίους, ότι το μόνο που τους νοιάζει είναι ο πλουτισμός, «κλέφτες περιουσιών», «αιμοδιψείς κλέφτες παιδιών» κλπ. Πριν τον στιγματισμό των Αφγανών ως βρομιάρηδων, απολίτιστων, αργόσχολων, όπως διαλαλούν οι ρατσιστές στην Πάτρα, των οποίων ο καταυλισμός είναι ένα καρκίνωμα που υποτιμάει τις περιουσίες, τις ιδιοκτησίες και ακόμη-ακόμη την αισθητική των περίοικων, κάπου το είχαμε ξανακούσει για τους καταυλισμούς των τσιγγάνων, ως εστιών μόλυνσης της αθεράπευτα υγιούς κοινωνίας μας, όπου εκεί επικρατεί ο νόμος της ζούγκλας, εκεί πουλάνε τα ναρκωτικά κλπ., γι’ αυτό άλλωστε οι περισσότεροι καταυλισμοί των τσιγγάνων έχουν καταλήξει στις χωματερές και τους σκουπιδότοπους, δεν είναι προσωπικό τους γούστο βλέπετε.

 

Και αν θέλουμε να πάμε πιο βαθιά θα δούμε ότι το ύψωμα των αλβανικών σημαιών στο κέντρο της Αθήνας μετά την ήττα των ελλήνων στο ποδόσφαιρο δεν έγινε μόνο αντιληπτό ως μια προσβολή του ελληνικού συμβόλου και της επικυριαρχίας του. Αλλά, αν περάσουμε στο επίπεδο των φαντασιακών σημασιών, ακριβώς επειδή ο εθνικισμός αναγνωρίζει μόνο μία εθνική ταυτότητα ως αληθινή, ως οντολογική κατηγορία απαράλλαχτη μέσα στο χώρο και στο χρόνο, η δημόσια εμφάνιση της αλβανικής σημαίας γίνεται αντιληπτή ως απειλή για την «δική μας» εθνική ταυτότητα. Για παράδειγμα όταν ο εθνικιστής ακούει «μακεδονική μειονότητα» γιατί καταλαβαίνει κάποιους «σκοπιανούς» ή όταν ακούει τούρκικη μειονότητα της δυτικής Θράκης καταλαβαίνει κάποιους «μουσουλμάνους» που ξέμειναν εκεί πέρα ως δια μαγείας; Αν ακούει βέβαια. Αλλά και τους επεκτατικούς πολέμους του ελληνικού κράτους στη Μακεδονία και τη Μ. Ασία ένα κομμάτι του λαού τους έκανε, οπότε κάτι δεν πάει καλά με αυτά τα παρεπόμενα της «ψευδούς συνείδησης»…

 

Αν προχωρήσουμε αυτόν τον συλλογισμό θα δούμε ότι το ζήτημα των μειονοτήτων, εθνικών, θρησκευτικών, γίνεται αντιληπτό ως μια συνεχής απειλή για την εθνική ταυτότητα και την αντίστοιχη κουλτούρα. Πόσο μάλλον όταν οι Άλλοι, οι ξένοι προσπαθούν να αποκτήσουν υπόσταση στο συλλογικό βίο, να υπάρξουν μέσα από την δική τους ταυτότητα, όπως συνέβη με τους πανηγυρισμούς των Αλβανών μετά την νίκη της ποδοσφαιρικής τους ομάδας, ή μέσα από τα μειονοτικά αιτήματα, ή με τον αγώνα για εξασφάλιση ίσων δικαιωμάτων με τους ντόπιους ή τέλος και με την ευρεία συμμετοχή μεταναστών δεύτερης και πρώτης γενιάς στην εξέγερση του Δεκέμβρη. Προφανώς μέσα σε αυτές τις διαδικασίες υπάρχει τόσο η ανάγκη εύρεσης μιας ταυτότητας μέσα στην ασφυκτική συνθήκη που δημιουργεί ο αποκλεισμός, όσο και η ανάγκη της επιβίωσης. Όμως, αν δεν θέλουμε να είμαστε μαρξιστές (που δεν θέλουμε) και να μιλάμε με όρους εξαθλίωσης επενδύοντας πολιτικά νοήματα σε αυτήν, δεν μπορούμε να λέμε ότι στεκόμαστε αλληλέγγυοι στο πλευρό των μεταναστών επειδή θέλουμε αυτοί να κάνουν την επανάσταση, ως οι πιο εξαθλιωμένοι. Στεκόμαστε αλληλέγγυοι επειδή θέλουμε καταρχήν να μπορούν οι μετανάστες να ζήσουν μια κανονική ζωή (όσο αφηρημένο κι αν είναι αυτό), που σημαίνει τις ελευθερίες που κάποιοι τόσο υποτιμητικά ονομάζουν «αστικές», την στιγμή που οι ίδιοι τις απολαμβάνουν, να περιλαμβάνουν και αυτούς.

 

Όμως άμα μέναμε εκεί «η απαίτηση της ισότητας, όπως λέει ο Καστοριάδης, θα υφίστατο ριζική στρέβλωση αν αφορούσε μόνο «παθητικά δικαιώματα». Το νόημα της [ισότητας] είναι επίσης, και ιδίως, εκείνο μιας ίσης δραστηριότητας, μιας ίσης συμμετοχής, μιας ίσης ευθύνης». Εδώ διαφοροποιούμαστε από τις πολλά (ή, μάλλον, τίποτα) υποσχόμενες ιδεολογίες της αφομοίωσης και της ανοχής (ανεκτικότητας), που ακούγονται σήμερα, γιατί η επίκληση των ιδεών αυτών θεωρείται ότι θα λύσουν ως δια μαγείας το πρόβλημα της ανισότητας και του κλεισίματος προς την ετερότητα που πλήττει την εδώ κοινωνία. Υποστηρίζουμε ότι η κριτική διαπραγμάτευση της ισότητας, σε αντίθεση με τις έννοιες της αφομοίωσης και της ανεκτικότητας, δεν μπορεί να είναι μια σημασία που κλείνει ζητήματα, «μια λύση που θα μπορούσε να δοθεί μια για πάντα στο ζήτημα της θέσμισης της κοινωνίας. Είναι μια ιδέα, ένα βούλεσθαι που ανοίγει τα ζητήματα και που δεν υπάρχει χωρίς να δημιουργεί ζητήματα» (Καστοριάδης). Όπως και το άνοιγμα προς την ετερότητα δεν μπορεί να σημαίνει ανοχή ή αφομοίωση, αλλά αναστοχασμό πάνω στους δικούς μας θεσμούς αλλά και αυτούς των άλλων κοινωνιών και πολιτισμών. Μόνο έτσι μπορούμε να αγωνιστούμε για την ισότητα και την αυτονομία. Αντίθετα η τελεολογική αυταπάτη της ισότητας ως πανάκειας – αποτυπωμένης σήμερα σε μια από τις πηγές του ρατσιστικού λόγου στην Ευρώπη, τα ανθρώπινα δικαιώματα – στηρίχτηκε στο φιλελεύθερο και μαρξιστικό δόγμα της «προόδου», ότι δηλαδή όλες οι κοινωνίες κάποια στιγμή θα καταλήξουν στον ίδιο πολιτισμό, τον δυτικό προφανώς, έτσι δεν υπάρχει λόγος διερώτησης πάνω στην ισότητα και την ετερότητα αφού όλοι ίδιοι και ίσοι θα καταλήξουμε, ύστερα ίσως από ένα-δύο ατυχή ιστορικά γεγονότα. Όμως ούτε οι δύο παγκόσμιες ανθρωποσφαγές, ούτε το Ολοκαύτωμα, ούτε ο ρατσισμός είναι απλώς τυχαιότητες, με την έννοια ότι οι κοινωνίες τις διέπραξαν, αυτές ευθύνονται.

 

Γι’ αυτούς τους λόγους ο ρατσισμός για εμάς δεν είναι πλήρως προσπελάσιμος απ’ την λογική. Οι εξηγήσεις που λένε ότι γι’ αυτόν ευθύνεται η κυβέρνηση και η αναλγησία της να δώσει μια λύση στο πρόβλημα, επιχείρημα που ανασύρθηκε και μετά το πογκρόμ της 4ης Σεπτέμβρη, πέραν του ότι στρέφουν το πρόβλημα από το υποκείμενο του ρατσισμού στον ίδιο τον μετανάστη, που υφίσταται τον ρατσισμό, προσπαθούν να δώσουν μια λογική απάντηση για να πείσουν τους ρατσιστές να πάψουν να είναι αυτό που είναι μεταθέτοντας το πρόβλημα εκτός αυτών. Έτσι από το σύνθημα «έλληνες και ξένοι εργάτες ενωμένοι», ως το «στον κόσμο των αφεντικών είμαστε όλοι ξένοι», το πρόβλημα είναι τοποθετημένο και η λύση του απλή, ο εχθρός είναι έτσι κι αλλιώς κοινός και η κοινότητα των συμφερόντων είναι που καθορίζει αυτό που θα πράξουμε. Με αυτόν τον τρόπο ο ρατσισμός δεν είναι παρά ένα πρόβλημα έξω από εμάς που έχει να κάνει με την παγκοσμιοποίηση, τον παγκόσμιο πόλεμο των πλουσίων εναντίον των φτωχών, τα αφεντικά, το κράτος και δεν ξέρουμε τι άλλες τέτοιες αφαιρέσεις. Το ίδιο συμβαίνει και με το σύνθημα «ο ρατσισμός ρίχνει τα μεροκάματα» που έρχεται να αντιτεθεί στο ρατσιστικό «οι μετανάστες ρίχνουν τα μεροκάματα», προσπαθώντας να πείσει τον ρατσιστή με ορθολογικό τρόπο ότι δεν το συμφέρει υλικά να είναι τέτοιος· προσπάθεια έτσι κι αλλιώς μάταιη.

 

Κάποια τρικάκια στους δρόμους της Αθήνας τις ημέρες της εξέγερσης έγραφαν: «Δεν μας θέλατε σημαιοφόρους, θα μας έχετε κουκουλοφόρους». Αυτή η φράση εκφράζει ίσως με το καλύτερο τρόπο την συσσωρευμένη αγανάκτηση των μεταναστών για τις μακροχρόνιες διακρίσεις που τους έχουν επιβληθεί από την ελληνική κοινωνία. Τέσσερα χρόνια πριν το πογκρόμ, τον Οκτώβρη του 2000 όταν είχε γίνει μείζον πολιτικό θέμα για το αν ο Οδυσσέας Τσενάϊ, ένας μαθητής αλβανικής καταγωγής, που είχε αναδειχθεί αριστούχος, έπρεπε να κρατήσει την ελληνική σημαία στην παρέλαση, ο πρόεδρος της δημοκρατίας είχε πει τότε: «Έλληνες είναι οι της ημετέρας παιδείας μετέχοντες […] άρα ο Οδυσσέας είναι με την ευρεία έννοια Έλληνας». Αυτή βέβαια είναι για εμάς η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Όπως πολύ ωραία δείχνει άλλωστε και το βιβλίο «Έλληνας ποτέ…» αυτή η αφηρημένη ισότητα όλων που έχουν δικαίωμα να σηκώσουν την ελληνική σημαία ή να πανηγυρίσουν με την αλβανική σημαία για την νίκη της ομάδας τους χωρίς να τους ενοχλεί δήθεν κανείς, δεν είναι παρά η άλλη όψη της καθημερινής και βιωμένης ανισότητας. Είναι η στιγμή που η βία και η καταπίεση που συνεπάγεται η ανισότητα βαφτίζεται ισότητα για να δικαιολογήσει και τον πιο ρατσιστικό παροξυσμό, όπως το αντιαλβανικό πογκρόμ της 4ης Σεπτέμβρη. Επίσης, αυτό το «ο Οδυσσέας είναι με την ευρεία έννοια έλληνας» συμπληρώνει το «δεν θα γίνεις έλληνας ποτέ», γιατί και στις δύο περιπτώσεις το ζήτημα είναι το ότι ένας Αλβανός δεν μπορεί να είναι ποτέ πραγματικά έλληνας, παρά με την «ευρεία έννοια», αφού δεν μετέχει του ελληνικού πολιτισμού, της ελληνικής παράδοσης. Και γι’ αυτό ο ρατσισμός σήμερα έχει το πρόσημο της πολιτισμικής διαφοράς και συγκεκριμένα της ανωτερότητας του ελληνικού πολιτισμού. Αυτό όμως είναι άλλωστε και το διακύβευμα όσων ποθούν πραγματικά της ισότητα και την ελευθερία: το ξεσκέπασμα όλων αυτών των αυταπατών.

 

Θα έπρεπε να τονιστεί ότι η αφηρημένη σύλληψη της ισότητας είναι πιο συμβατή με τον ρατσιστικό μας πολιτισμό και γενικότερα τον ρατσιστικό ευρωπαϊκό πολιτισμό. Όσο και να απαιτείς δηλαδή επίμονα την ισότητα, χωρίς να αντιλαμβάνεσαι την καταστατικά άνιση θέση των ανθρώπων στο σημείο της αφετηρίας τους στον «κοινωνικό στίβο», είναι ανώφελο και δεν βοηθάει πολύ στην αποφυγή του επόμενου πογκρόμ. Απόδειξη αυτού ότι όλοι οι λόγοι περί ανεκτικότητας που υποτίθεται μάχονταν τον ελληνικό ρατσισμό μέχρι το 2004, δεν δυσκόλεψαν τους έλληνες από το να διακρίνουν ποιοι την 4η Σεπτέμβρη ήταν Αλβανοί. Το ρατσιστικό μάτι ήταν πιο καλά εκπαιδευμένο.

 

Η όψιμη βεβαίωση – και από τον Γιάννη Γκολφινόπουλο ότι έχει εσωτερικευτεί εθνικά ένα πρότυπο ανώριμων και όχι τόσο αρρενωπών Αλβανών για λόγους αφομοίωσης και «ένταξης» – παρόλο που είναι σωστό, δεν τους έχει αφαιρέσει μέχρι στιγμής τη θέση του νούμερο ένα αποδιοπομπαίου τράγου. Αυτό έδειχνε τόσο η πριν το ’99 τακτική της σκούπας στην Αθήνα (πχ όταν μπάτσοι έμπαιναν μέσα σε λεωφορεία και φώναζαν να σηκωθούν όσοι είναι Αλβανοί) όσο και οι μετέπειτα 200 προσαγωγές Αλβανών που ακολούθησαν τα γεγονότα της Αμαρύνθου, όπως και τα χειμωνιάτικα κάθε χρόνο τηλεοπτικά δελτία αλβανικής εγκληματικότητας. Με λίγα λόγια μπορεί να είναι ανώριμοι και όχι τόσο άντρες – όσο «εμείς» – αλλά όχι τόσο ακίνδυνοι ώστε να μην δικαιολογείται απόλυτα το κυνήγι τους. Ο Παλούσι, ο Γιαχάϊ και πόσοι άλλοι και άλλες στα σύνορα – σκοτωμένοι και θαμμένοι από τους ίδιους τους συνοριοφύλακες – δεν ήταν θύματα ιστορικών τυχαιοτήτων, δεν ήταν «ατυχήματα» στη γραμμική πρόοδο μιας ελληνικής ιστορίας της ανθρώπινης κατάστασης. Κι αυτό γιατί αυτή η ελληνική αυτή ιστορία της ανθρώπινης κατάστασης είναι εξορισμού ξενοφοβική. Το ανθρώπινο που αναγνωρίζει δεν είναι το διαφορετικό αλλά το ομοιογενές, το ταυτοτικό με την ίδια και άρα είναι πλήρως πεπεισμένη για τις σφαίρες, τις μαχαιριές, τα βιτριόλια που ρίχνει κάθε τόσο.

 

Η έκφραση Έλληνας Ποτέ… που ο Γκολφινόπουλος ξεδιάλεξε έξυπνα από το ρατσιστικό σύνθημα «δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ, Αλβανέ», αναδεικνύεται ως ευχή και πρόταγμα, ενσάρκωση μιας γνήσιας άσκησης ετερότητας στα σημερινά πλαίσια της ρατσιστοεθνικιστικής μας κοινότητας που ονομάζουν «ελληνική δημοκρατία». Σε αντίθεση με άλλους τόπους και χρόνους όπου η άμεση δημοκρατία ήταν πραγματικό διακύβευμα και το «έτερο» γινόταν απόπειρα να θεσμιστεί μέσα στο «ταυτό», στο σημερινό καθεστώς, χάρη φυσικά στις υπάρχουσες ελληνικές κοινωνικές τάσεις και το κράτος που τους αρέσει να γλύφουν, το «έτερο» όχι μόνο δεν θεσμίζεται μέσα στην ταυτότητά μας αλλά εξοβελίζεται ως αντικείμενο μίσους, συμβολοποιείται ως αυτό-επιβεβαίωση διά του αποκλεισμού, κυνηγιέται και εξοντώνεται για να μην υπάρξει και η παραμικρή ρήξη με την εθνική ομοιογένεια. Το να ισχυριστεί κάποιος σήμερα ότι η ιστορία των ελλήνων είναι όπως και η ιστορία των αλβανών έχει καταντήσει ριζοσπαστικό. Και αυτό σε μια τόσο εξορισμού αναμεμιγμένη περιοχή όπως τα Βαλκάνια, όπου θα λέγαμε ότι έλληνας είναι ένας σλάβος που νομίζει ότι είναι ιταλός! Για αυτό είναι και ύποπτη η αμηχανία κάποιων αναρχικών όταν ακούνε το Έλληνας Ποτέ – και άρα διπλά πετυχημένο σα σύνθημα – γιατί δεν έχει γίνει κατανοητό πως η άρνηση της ελληνικότητας και η βαθιά επιθυμία ο όποιος άλλος (και άρα και ο Αλβανός) να μη γίνει Έλληνας είναι προϋπόθεση για όποια άλλη συζήτηση. Έλληνες ποτέ λοιπόν.

 

 

Terminal 119

για την κοινωνική και ατομική αυτονομία

28/3/09

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s