«Τα καλιαρντά του Ηλία Πετρόπουλου: η ορατότητα και το περιθώριο της ομοφυλοφιλικής εμπειρίας»

Ο Ηλίας Πετρόπουλος αυτοπροσδιοριζόταν ως λαογράφος αλλά οι συγγραφικές του αρετές και η πολυπραγμοσύνη του ξεπερνούσαν στην πράξη τον σημερινό καταμερισμό εργασίας των διαφόρων επιστημονικών πεδίων. Ο Πετρόπουλος ήταν ένας homo universalis, μάλιστα, που κοινωνικοποιήθηκε και πολιτικοποιήθηκε (με την καλή και με την κακή έννοια που μπορεί να έχει αυτό) στο περιβάλλον της ελληνικής αριστεράς. Μέσα από αυτή την εισήγηση προωθούμε τον κριτικό διάλογο που μπορεί να ακολουθήσει ένα από τα σημαντικότερα βιβλία του Πετρόπουλου, τα «Καλιαρντά». Καθώς εμείς δεν είμαστε γλωσσολόγοι και ούτε λεξικογράφοι, αλλά ούτε στην τελική και γνώστες των καλιαρντών, αδυνατούμε σε κάθε επίπεδο να κάνουμε μια οποιαδήποτε κριτική στο ερευνητικό έργο του Πετρόπουλου σε αυτό το επίπεδο. Ωστόσο, δεν είναι αυτό και το μόνο περιθώριο κριτικής που μπορεί να δεχτεί αυτό το σημαντικό έργο.

Το μοντέλο της κριτικής που προτείνουμε εδώ απευθύνεται και στους πολιτικούς χώρους από τους οποίους προερχόμαστε: έχουμε παρατηρήσει στους χώρους αυτούς μια αγάπη για τον Πετρόπουλο και τα «περιθωριακά» βιβλία του αλλά και μια ταύτιση με την οπτική που πιστεύουμε πρώτος ανέδειξε σχετικά με την αγάπη του για τους ομοφυλόφιλους. Δεν είναι σπάνιο, εξάλλου, επαφορμή του θανάτου του συγγραφέα να γίνονται αφιερώματα σε αντιεξουσιαστικά στέκια και καταλήψεις – αφιερώματα που προβάλλουν κάποια ντοκιμαντέρ για τον Πετρόπουλο, με αφίσες που αναπαράγουν σχεδόν συστηματικά τις εξής δηλώσεις του συγγραφέα «Αγαπώ τα τσογλάνια και τους χασίκλες, τους κλέφτες, τις πουτάνες, τους ρεμπέτες και τους πούστηδες γιατί μάχονται κάθε μορφή εξουσίας και τους αγαπώ πιο πολύ γιατί τα καταφέρνουν και επιζούν κόντρα στην αστυνομία, κόντρα στον ποινικό νόμο, κόντρα στην απαίσια ηθική των μικροαστών, κόντρα στον φλογερό εαυτό τους»i. Οι παραπάνω δηλώσεις του συγγραφέα θεωρούνται ριζοσπαστικές καθαυτές και κάπως έτσι δικαιολογείται και η παρουσία του ονόματός του σε αφίσες και μπροσούρες ορισμένων πολιτικών πρωτοβουλιών. Τα Καλιαρντά, εξάλλου, δίπλα στο Άγιο Χασισάκι, το Εγχειρίδιο του Καλού Κλέφτη, το Μπουρδέλο και κάποια ακόμη βιβλία θεωρούνται ως τα δημοφιλέστερα στους πολιτικούς χώρους.

Ορατότητα: το μεγάλο στοίχημα
Τα Καλιαρντά αποτελούν, όμως, μια ξεχωριστή περίπτωση. Μέσα σε ένα ευρύτερο εθνικό πλαίσιο λογοκρισίας της αριστεράς, πολιτικών δολοφονιών αριστερών προσωπικοτήτων, με νωπή ακόμη την εμπειρία του εμφυλίου πολέμου και με μια επικρατούσα εθνική ιδεολογία η οποία ήταν ξεκάθαρα ομοφοβική και βαρέως πατριαρχική, ο Ηλίας Πετρόπουλος, παιδί αριστερών και ο ίδιος αριστερός, αποφασίζει να εντρυφήσει στην κρυφή γλώσσα των ομοφυλόφιλων στην ελλάδα. Πιο συγκεκριμένα, κόντρα σε μια εθνική ιδεολογία που με κάθε τρόπο και κάθε μέσο διακηρύσσει τη συμπαγή αρρενωπότητά της και την απέχθειά της για τους «κίναιδους», μέσα σε στενότατα πλαίσια ελευθερίας όπου η ομοφυλοφιλία κατηγορηματικά γίνεται αντικείμενο άρνησης και «θεραπεύεται» ή κυνηγιέται… εκείνος αποφασίζει να μιλήσει, αποδεχόμενος το στοίχημα να κάνει ορατό κάτι που οι επίσημοι λόγοι κάλυπταν προκλητικά.

Η ορατότητα των υποκειμένων που μέχρι τότε η επίσημη ιστορία (λαογραφία, γλωσσολογία κοκ) αγνοούσε, τέθηκε ως πρώτη προτεραιότητα. Το άγχος του συγγραφέα να αποκαταστήσει την ορατότητα της ελληνικής ιστορίας, τοποθετώντας παράλληλα την ομοφυλόφιλη ζωή σε κοινή θέα, είναι χαρακτηριστικό. Μάλιστα προτεραιότητα δίνεται στον πρόλογο των Καλιαρντών από τον ίδιο τον συγγραφέα σε ένα λόγο που επικαλείται την αντίληψη της ομοφυλόφιλης ζωής στην Ελλάδα με τις πιο πειστικές και απτές μετρήσεις που μπορεί να επιστρατεύσει ο άνθρωπος: τις αισθήσεις του. Διά των αισθήσεων (όραση και ακοή, κυρίως), αποδεικνύεται η ύπαρξη αυτού που τόσο πολύ ήθελαν να αρνηθούν, όπως λέει, «οι έλληνες». «Ο νεοελληνικός μικροαστικός πολιτισμός πάσχει από προϊούσα κακοήθη κοκεταρία, που δεν του επιτρέπει να ιδεί τους κίναιδους και να ακούσει τη γλώσσα τους. Μα και οι κίναιδοι και το γλωσσικό τους ιδίωμα (κόντρα στο πείσμα σας) υφίστανται»ii. Σε διάφορα σημεία του προλόγου του συγγραφέα διαφαίνεται, παράλληλα, αυτή η ανάγκη να επικαλεστεί τα αποδεικτικά στοιχεία της δικής του εμπειρίας επαφής με τις ομοφυλόφιλες κοινότητες της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, λέγοντας: «Μεγάλο σφάλμα να ζούμε με αυταπάτες» (σελ. 9), ή αλλού γράφει «όσο καθαρότερα βλέπουμε, τόσο αγνότερα ζούμε» (σελ. 10) ή, τέλος, δηλώνει ότι απλώς «σημειώνω τα συμβαίνοντα» (σελ. 9). Εδώ ο συγγραφέας επικαλείται, ίσως, τη μεταφορά της σκέτης εμπειρίας, της καθαρής ανόθευτης γνώσης κατά την οποία ο ίδιος ιδιοποιείται μια ιδιαίτερη εσωτερική αναφορά στην εμπειρία του ομοφυλόφιλου.

Η Joan Scott υπογραμμίζει σε ένα γνωστό της κείμενο: «Η γνώση κερδίζεται μέσω της όρασης. Μέσα σε αυτή την εννοιολόγηση, το ορατό είναι το προνομιούχο, η γραφή έπειτα τίθεται στην υπηρεσία του. Η γραφή είναι αναπαραγωγή, αναμετάδοση… Αυτό το είδος επικοινωνίας για καιρό είχε γίνει η αποστολή των ιστορικώνμε το να πολλαπλασιάζουν όχι μόνο τις ιστορίες αλλά και τα υποκείμενααυτές οι ιστορίες μας έχουν παράσχει αποδείξεις για έναν κόσμο εναλλακτικών αξιών και πρακτικών [Ωστόσο] Με την παραμονή μέσα στο επιστημολογικό πλαίσιο της ορθόδοξης ιστορίας, αυτές οι σπουδέςπαίρνουν σαν αυταπόδεικτες τις ταυτότητες αυτών των οποίων τις εμπειρίες καταγράφουν και έτσι φυσικοποιούν τη διαφορά τους. [] αναπαράγουν παρά ανταγωνίζονται τα δεδομένα ιδεολογικά συστήματααυτά που συμπεραίνουν ότι τα γεγονότα μιλούν από μόνα τουςΟι ιστορίες που καταγράφουν τον «κρυμμένο» κόσμο της ομοφυλοφιλίας, για παράδειγμα, δείχνουν τον αντίκτυπο της σιωπής και της καταστολής πάνω στις ζωές αυτών που επηρεάστηκαν από αυτό και φέρνουν στο φως την ιστορία της εκμετάλλευσής τους. Αλλά το σχέδιο του να κάνεις την εμπειρία ορατή εμποδίζει την κριτική επεξεργασία των ίδιων των ιδεολογικών συστημάτων, των κατηγοριών της αναπαράστασης (ομοφυλόφιλος/ ετεροφυλόφιλος, άντρας/ γυναίκα, μαύρος/ λευκός ως σταθερές και αμετάβλητες ταυτότητες). [] Το να κάνεις ορατή την εμπειρία μιας διαφορετικής ομάδας εκθέτει την ύπαρξη των κατασταλτικών μηχανισμών αλλά όχι την εσώτερη λειτουργία ή λογική τους. []

Για τη Scott, ωστόσο, «δεν είναι τα άτομα που έχουν τις εμπειρίες, αλλά τα υποκείμενα που δομούνται μέσω της εμπειρίας. Η εμπειρία, μέσα σε αυτό τον ορισμό, δεν αποτελεί την καταγωγή της εξήγησης μας, την αυθεντικότητα της απόδειξης που (ορατή ή βιωμένη) βασίζεται πάνω σε αυτό που είναι ήδη γνωστό, αλλά μάλλον [αποτελεί] αυτό που είναι σκόπιμο να εξηγηθεί, αυτό για το οποίο παράγεται η γνώση. Το να σκεφτούμε την εμπειρία με αυτό τον τρόπο σημαίνει να την ιστορικοποιήσουμε, όσο ιστορικοποιούμε και τις ταυτότητες που παράγει»iii.

Η θέση του παρατηρητή
Αξιοσημείωτο είναι ότι στον Πετρόπουλο αυτή η ιστορικοποίηση όχι μόνο απουσιάζει αλλά και επιδιώκεται συχνά από τον συγγραφέα η κατάληψη μιας θέσης ενός κατά τα άλλα ουδέτερου παρατηρητή ο οποίος κρίνει σκόπιμο να μην αξιολογεί δήθεν αυτό που ερευνά. Σε ένα σημείο του προλόγου του βιβλίου γράφει ο Πετρόπουλος: «Ίσως, πιθανόν, η ομοφυλοφιλία να είναι ή να μοιάζει μια πληγή, μέσα στις τόσες κοινωνικές πληγές. Μα οι πληγές δεν κρίνονται, ούτε τιμωρούνται». Κάπου αλλού σημειώνει «Δεν θέλω να κρίνω» (σελ. 9) ή αμέσως παρακάτω «Προσωπικώς αδιαφορώ για τους κίναιδους». Ο Πετρόπουλος, παρόλο που μέσω του λεξικού του αναδεικνύει την αμυντική λειτουργία της γλώσσας των καλιαρντών απέναντι στις κατασταλτικές πολιτικές που υφίσταντο οι ομοφυλόφιλοι, φαίνεται να αντιλαμβάνεται κάτι το μη κανονικό στους ομοφυλόφιλους το οποίο δεν έχει διάθεση να κρίνει. Αυτό το οποίο όμως φαίνεται να έχει διάθεση να κρίνει είναι η ακρίβεια των αισθήσεών του και τα αποδεικτικά στοιχεία που αυτές φέρουν στο ιστορικό φως. Για εμάς, ωστόσο, η κυρίαρχη θέαση απέναντι στους ομοφυλόφιλους δε συνιστά ακριβώς τύφλωση αλλά, με τον τρόπο της, είναι και σημαίνει πράγματι μια διαφορετική ορατότητα. Εδώ αποκρύπτεται η ρευστότητα του κοινωνικού ανταγωνισμού των διαφορετικών ορατοτήτων προς χάριν μιας στατικής θέσης αλληλέγγυου με το αντικείμενό του παρατηρητή. Ο κίνδυνος που νομίζουμε ενέχει μια τέτοια θέαση είναι αυτή της αναπαραγωγής στερεοτύπων γύρω από τους όποιους «άλλους», εν προκειμένω τους ομοφυλόφιλους. Θα φανταζόταν κανείς έτσι, αφού είναι τόσο κλειστά τα δωμάτια μεταξύ των φύλων, πως πρόκειται περί φυσικοποιημένης διαφοράς, διαφοράς βασισμένης σε αδιαπραγμάτευτα δεδομένα, διαφοράς ανάμεσα στη σχετικά ανοικτή κοινωνία και την «κατάκλειστη κάστα των πούστηδων», όπως λέει ο ίδιος ο συγγραφέας.

Δεν πρέπει να παραγνωρίσουμε, εξάλλου, ότι ο Πετρόπουλος αντλεί μιαν ορισμένη απόλαυση από την προώθηση των βιβλίων του ως βιβλίων «του περιθωρίου» – ή του «υπογείου», όπως του άρεσε να λέει – πράγμα που φαίνεται και από την ηρωοποίηση των ανθρώπων που παρατηρούσε: «Είμαι λοιπόν ένας λαογράφος που χρόνια τώρα παρακολουθώ με πάθος και σεβασμό τον τρόπο ζωής όλων αυτών των ανθρώπων που οι άλλοι αποκαλούν περιθώριο. Δεν είναι περιθώριο. Εγώ ποτέ δεν τους λέω περιθώριο. [] η έκφραση περιθώριο, άνθρωποι του περιθωρίουείναι πούστικη. Είναι άνθρωποι του υπογείου. Και πάνω στο υπόγειο αυτό που ποδοπατεί η αστική τάξηκαι το ποδοπατεί επίσης και το προλεταριάτο, το δήθεν προοδευτικό προλεταριάτο. Και οι κομμουνιστές. Γιατί είναι πολύ εύκολο να ποδοπατάς έναν χασίκλα. Αλλά ο χασίκλας για μένα είναι πολύ πιο επαναστάτης από έναν κομμουνιστή». Η απόλαυση λοιπόν της παρατήρησης των τρόπων ζωής των ανθρώπων του υπογείου, όπως εξηγεί ο ίδιος παρακάτω, συμπεριλάμβανε το γεγονός ότι «μακριά από την Ελλάδα μπορούσε να γράφει ελεύθερος και να εκσφενδονίζει τα βιβλία του σαν χειροβομβίδες».

Σε αυτό το πλαίσιο, αν σκοπός των Καλιαρντών ήταν να σκανδαλίσουν τους (μικρο)αστούς της ελλάδας και τις εθνικές τους αφηγήσεις, να αποκαταστήσουν μια ορατότητα και να δώσουν το δικαίωμα στον συγγραφέα να πετάξει ακόμη μια χειροβομβίδα στο αναγνωστικό κοινό, φαίνεται ωστόσο ότι διόλου δεν επιδιώχτηκε να προβληματοποιηθεί η ίδια η διαφορά ανάμεσα στην ετεροφυλοφιλία και την ομοφυλοφιλία. Έτσι, ο σκοπός της διατάραξης του συμπαγούς των επίσημων εθνικών αφηγήσεων φαίνεται εκ των υστέρων ότι δεν βρισκόταν και πολύ μακριά από τη σύνταξη μιας εν τέλει εθνικής ιστορίας των ανθρώπων του υπογείου. Υπό αυτή την έννοια, η αμφίσημη γλώσσα του συγγραφέα κι ακόμη και η συνήθης χρήση της – εθνικά κυρίαρχης – μειωτικής λέξης «κίναιδος»iv, στα πλαίσια του λεξικού του, δείχνει ότι υπέπεσε εύκολα στις εννοιολογικές δομές που καθιστούν «περιθωριακές» τις ιστορίες του. Ένας από τους κινδύνους που μπορεί να επιφέρει μια τέτοια αμφισημία είναι, ξεκάθαρα, η τελείως επίπλαστη κατασκευή μιας «κοινότητας του περιθωρίου» ή του υπογείου, όπου πούστηδες, χασίκλες, πουτάνες και… άλλοι ισοπεδώνονται προς χάριν της γοητείας του μποεμισμού, μιας απροσδιόριστης επαναστατικότητας και ενός κάποιου ρομαντισμού του αντι-κοινωνικού χαρακτήρα.

Αξίζει πάντοτε για μας, ωστόσο, να μπαίνει επί τάπητος το εξής ερώτημα: έχει επιλέξει κάποιος ή έχει αναγκαστεί να βρίσκεται στο κοινωνικό περιθώριο; Από τη σύγχυση των δύο αυτών καταστάσεων προκύπτει ένα κλασικό ζήτημα που έχει να κάνει με τη συνήθη ηρωοποίηση των στιγματισμένων που επιλέγεται σήμερα και από κάποιους πολιτικούς χώρους. Το πρόβλημα είναι ότι η ηρωοποίηση αυτή των στιγματισμένων στέκει σε αντίθεση με την υποστήριξή τους. Όταν κάποιος θαυμάζει τους στιγματισμένους γιατί ανήκουν στο περιθώριο και «αντιστέκονται ενάντια σε κάθε εξουσία» κλπ, κατακρίνει έτσι έμμεσα αυτούς που «βολεύτηκαν» ή «καμουφλάρονται» κοκv.

Μια τέτοια επίπλαστη κοινότητα, που δεν ιστορικοποιεί, που δεν σκύβει πάνω στις επιμέρους διαφορές, ανάγκες και επιθυμίες, ουσιαστικά βασίζεται στα όρια της ανεκτικότητας η οποία δεν διαπραγματεύεται κριτικά τη διαφορά, δεν αποσταθεροποιεί εν προκειμένω τις σεξουαλικότητες αλλά το μόνο που μπορεί να αποφέρει είναι μια συγκινησιακή ταύτιση, μέσω της συνειδητοποίησης ότι «όλοι μας χαρακτηριζόμαστε από μια έλλειψη ισχύος» και άρα μου αρκεί να σε ακούω και να σε βλέπω και ίσως και μου αρκεί να διαβάσω τα Καλιαρντά. Όπως λέει κι ο συγγραφέας των Καλιαρντών: «προσωπικώς αδιαφορώ για τους κίναιδους. Μα αργά τις νύχτες σαν τους αντικρύζω, στα μέρη όπου συχνάζουν, η ψυχή μου μαυρίζει» (σελ. 9).

Η απόλαυση του περιθωρίου
Ένα από τα κίνητρα του Πετρόπουλου, όταν γράφει τα Καλιαρντά, είναι να ταρακουνήσει την ομοιογένεια της ελληνικής κοινωνίας. Να δηλώσει τεκμηριωμένα πως δεν είναι όλα τόσο συμπαγή όσο διαδίδονται από τους κυρίαρχους λόγους. Δίπλα στους ετεροφυλόφιλους υπάρχουν οι ομοφυλόφιλοι, με τις δικές τους ιστορίες, αξίες, κοινότητες και γλώσσες. Ο συγγραφέας έχει δυνατές αποδείξεις για να διαρρήξει αυτό το συμπαγές – ένα λεξικό 3,500 λέξεων. Ωστόσο, στην προσπάθειά του να πετύχει την προαναφερθείσα διάρρηξη, αποσιωπά εντελώς την ανταγωνιστικότητα και άρα τη ρευστότητα των ίδιων αυτών των ταυτοτήτων – ακόμη και η ίδια η πλαστικότητα των καλιαρντών στην οποία αναφέρεται (μια γλώσσα φτιαγμένη από τούρκικες, ελληνικές, ιταλικές και άλλες λέξεις), χρεώνεται σε μια γλωσσολογική ιδιαιτερότητα. Έτσι καταλήγει να προσπαθεί να πείσει για τη δημιουργία μιας ακόμη συμπαγούς ταυτότητας την οποία και ουσιοκρατικά προβάλλει πάνω στο «περιθώριο» («οι κίναιδοι αποτελούν ένα σώμα» γράφει αλλού), αντί να ιστορικοποιήσει τα καλιαρντά. Αντί να προβάλει το ανταγωνιστικό πνεύμα των Καλιαρντών – και ενδεχομένως πολιτικό – αναδεικνύει εμπειρίες δήθεν ξεκάθαρες, αυταπόδεικτες και ανεξάρτητες ερμηνειών. Η Scott αντιτείνει κριτικά πως «Η εμπειρίαδεν αποτελεί την πηγή των εξηγήσεών μας, αλλά αυτό που πρέπει να εξηγήσουμε».

Σε κάθε περίπτωση και παρά τις κριτικές οπτικές που επιδέχονται τα Καλιαρντά αποτέλεσαν ένα ριζοσπαστικό βιβλίο και κόστισαν στο συγγραφέα τους μια καταδίκη για το αδίκημα της… πορνογραφίας αλλά και μια φυλάκιση. Αυτό που μας ενδιαφέρει τώρα είναι η αποφυσικοποίηση των όσων πέρασαν ως δεδομένα μέσα από έναν τέτοιο λόγο και μεταφέρονται μη κριτικά μέσα στα σημερινά πλαίσια ανάπτυξης ενός σύγχρονου ιστορικού-πολιτικού λόγου.

Οι λόγοι που σήμερα παράγονται από τους ριζοσπαστικούς πολιτικούς χώρους «υπέρ των ομοφυλόφιλων» σε αρκετές περιπτώσεις είναι ταυτισμένοι με τέτοιες προβληματικές θεάσεις από τις οποίες προκύπτουν όμως διάφορα κακά συμπεράσματα. Ένα από αυτά είναι η αναπαραγωγή της κατασκευής της ταυτότητας του άλλου ως «άλλου» οριστικά. Θεμελιώνοντας πχ τη διαφορά της ταυτότητάς σου με αυτήν ενός άλλου από εσένα, μην μπορώντας να προσεγγίσεις αυτή τη σχέση παρά μέσω μιας ιδεολογικής παγίωσης. Αυτή η ιδεολογική παγίωση – αυτό το κλειστό δωμάτιο – φυσικά δεν προσφέρεται για ανάπτυξη της ετερότητας και κριτικούς διαλόγους αλλά μόνο για θεσμίσεις των politically correct ορίων της κοινότητάς μας, θεσμίσεις που θεμελιώνονται στη συγκινησιακή ταύτιση αλλά και στην άντληση μιας απόλαυσης της «υπόγειας κοινότητάς» μας. Μπορεί μέσα στους πολιτικούς χώρους να μην υπάρχει η κυρίαρχη κοινωνικά αναμενόμενη απαίτηση για το ρόλο του ομοφυλόφιλου, υπάρχουν όμως ξεκάθαρα άλλες απαιτήσεις, εναλλακτικές, θεωρούμενες ριζοσπαστικές αλλά και εξίσου καταπιεστικές με τις κυρίαρχες. Μέσα σε χώρους εξάλλου που δεν έχουν διαπραγματευτεί με σοβαρότητα και κριτική τα όρια της αρρενωπότητας και της βίας, ο ομοφυλόφιλος άντρας πχ είναι αναγκαίο να μοιράζεται αυτές τις παραστάσεις και να αξιολογείται ως ικανός να ανταπεξέλθει στα κριτήρια του μάτσο, ετεροσεξουαλικού, αρτιμελή και δυναμικού «συντρόφου». Γενικότερα, η αλληλεγγύη στους ομοφυλόφιλους, καθώς αυτοί είναι συνήθως κάτι εκτός πολιτικών χώρων, δηλώνεται στο βαθμό που αυτοί παρουσιάζονται ως θύματα της ίδιας εξουσίας από την οποία πλήττονται και οι «υπόλοιποι». Όσο όμως από την πλευρά ομοφυλόφιλων υποκειμενικοτήτων αποπειράται να διαμορφωθούν χώροι δικοί τους, με αυτόνομο λόγο, παρουσία και ύπαρξη, άλλο τόσο παύει η επίδειξη της αλληλεγγύηςvi και οι φιλανθρωπίες προς το «διαφορετικό». Είναι ενδεικτική για μας άλλοτε η αμηχανία και άλλοτε η εχθρότητα που επέδειξαν διάφορες ομάδες των ριζοσπαστικών χώρων απέναντι στον θεσμό του Gay Pride, ίσως όχι μόνο γιατί ο θεσμός αυτός δεν επέδειξε την απαραίτητη αντικαπιταλιστική ή αντεθνική συνείδηση αλλά πρώτα και κύρια γιατί έσπασε μια φαντασίωση γύρω από αυτές ακριβώς τις κοινότητες του υπογείου.

Terminal 119
για
την κοινωνική και ατομική αυτονομία
09/05/09

i Όπου δεν παραπέμπουμε σε βιβλίο, έχουμε αντλήσει τα λόγια του Πετρόπουλου από προφορικές συνεντεύξεις του ντοκιμαντέρ της Κ. Λεγάκη «Ηλίας Πετρόπουλος. Ένας κόσμος υπόγειος». Πρόκειται για το ντοκιμαντέρ εξάλλου που δείχνουν όλα τα στέκια του χώρου στα αφιερώματά τους.

ii «Τα Καλιαρντά», Ηλίας Πετρόπουλος (Νεφέλη 1982).

iii Επιλεκτική δικιά μας μετάφραση από τις σελ.23-6 του Experience της Joan W. Scott (στον τόμο Feminists theorize the political, επιμελημένο από τις Judith Butler και Joan W. Scott, Routledge, New York, 1992).

iv Κίναιδος είναι αυτός που κινεί την αιδώ, δηλαδή προκαλεί τη ντροπή. Στη γλώσσα και τη ζωή της ελλάδας τη ντροπή προκαλούσαν, προφανώς, οι λεγόμενοι θηλυπρεπείς ή παθητικοί ομοφυλόφιλοι, οι οποίοι εξέπιπταν του ελληνικού αντρικού στάτους υποκειμένου.

v Είναι ενδεικτικός ο τίτλος ενός άρθρου κριτικής του Πετρόπουλου εις βάρος του Ντίνου Χριστιανόπουλου: «όπου μια αδερφή τραγουδάει ρεμπέτικα» ( Καπανταήδες και Μαχαιροβγάλτες, σελ.105). Αν και το άρθρο αφορά στα ρεμπέτικα τραγούδια, ο τίτλος του άρθρου εστιάζει στο να… «ξεφωνίσει» τον Χριστιανόπουλο.

vi Έυλογα λοιπόν μας δημιουργούνται ερωτήματα για το αν η αλληλεγγύη αυτή καταλήγει να είναι ένας ακόμα λόγος για την προώθηση των πολιτικών των «ριζοσπαστικών» αυτών χώρων. Ή, ακόμη χειρότερα, αν η θυματοποίηση των ομοφυλοφίλων αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της αλληλεγγύης αυτής: για να αναφερθούμε και πάλι στον Πετρόπουλο, κάνουμε το παρακάτω επίκαιρο, κατ’ εμάς, ερώτημα: ποιά η στάση μας απέναντι στους ομοφυλόφιλους όταν παύουν να υπάρχουν «υπογείως», όταν δεν χρειάζονται πια μια «μυστική» γλώσσα, όταν παύουν απλώς να «επιζούν»;

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s