Ο αντισημιτισμός ως σημασία για τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους

Εισαγωγή

Μιλάμε στον τίτλο της εισήγησής μας για τον αντισημιτισμό ως σημασία για τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους. Ως εισαγωγικά σχόλια θα επισημάνουμε δύο-τρία σημεία σε σχέση με το πώς εννοούμε κάθε μία από αυτές τις έννοιες.

 

Μιλάμε πρώτα από όλα για «σημασία», αναφερόμενοι βεβαίως σε μια κοινωνική-φαντασιακή σημασία, έννοια-εργαλείο το οποίο αντλούμε από τη θεωρία και μεθοδολογία του Κορνήλιου Καστοριάδη. Σύμφωνα με τη θεώρηση αυτή, αυτό που συνέχει και είναι κεντρικό στην ιστορία και την κοινωνία είναι οι φαντασιακές σημασίες. Οι ίδιοι οι άνθρωποι σε κάθε κοινωνικό-ιστορικό πεδίο νοηματοδοτούν τις πράξεις και τους λόγους τους, τα πεπραγμένα και τα πρακτέα των κοινοτήτων τους με βάση τις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες που μοιράζονται. Με αυτή την έννοια, κάθε κοινωνία στη γνωστή ως τώρα ιστορία αυτοθεσμίζεται, δηλαδή συγκροτείται βάσει των πράξεών της και των περιεχομένων που δίνει στις πράξεις της. Νόημα, σημασία, για παράδειγμα, στην κοινωνία έχει το έθνος, η θρησκεία, η φυλή, η επανάσταση, ο νόμος κτλ. Το νόημα δεν το εννοούμε με το πώς νοείται στην καθομιλουμένη. Αλλά όταν λέμε νόημα εννοούμε κάποια αξία, κάποια σημασία που αποδίδεται σε ένα αντικείμενο, μια κατάσταση, ένα βίωμα, εν τέλει μια παράσταση. Ο κόσμος, σύμφωνα με την ίδια λογική, αποτελεί ένα μάγμα φαντασιακών σημασιών που διαπλέκονται και συνδυάζονται, συγκρούονται και αποκλείονται μεταξύ τους με βάση την κοινωνική αλλά και την ατομική επιλογή. Πρέπει να τονιστεί ότι οι σημασίες του σύγχρονου κόσμου, ή καλύτερα του κόσμου για τον οποίο θα μιλήσουμε σήμερα, δεν είναι συμβολικές ή φανταστικές γιατί όπως φάνηκε είχαν ένα πολύ άμεσο υλικό και πραγματικό αποτέλεσμα και κάποιους πολύ πρακτικούς στόχους. Η δημιουργία των φαντασιακών αυτών σημασιών δεν αποτελεί ένα άθροισμα ή ένα καθρέφτισμα κοινωνικών αναπαραστάσεων, αλλά ένα αδιάκοπο ποτάμι παραστάσεων και αξιών που η κοινωνία είτε τις αναγνωρίζει είτε όχι ως δικές της. Εξάλλου, οι σημασίες για τις οποίες μιλάμε δεν μπορούν να ταυτιστούν με τις κοινωνικές κατασκευές, όχι γιατί οι σημασίες δεν είναι «κατασκευασμένες» αλλά γιατί η κατασκευές προϋποθέτουν και κυρίως έλλογη κινητοποίηση του ανθρώπου ενώ η φαντασία απλώς νοηματοδοτική ικανότητα, δηλαδή αναστοχαστική, εικονοποιητική και δημιουργική ικανότητα. Το ότι ένας οποιοσδήποτε πληθυσμός εμβαπτίζεται σε ή δημιουργεί ex nihilo κάποιες φαντασιακές σημασίες, πχ αυτήν του έθνους ή του αντισημιτισμού, δε σημαίνει ότι εξαναγκάζεται σε κάποια πράξη αντικειμενικά. Ωστόσο, δίχως τη μελέτη των σημασιών αυτών δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε και το σύνολο πολιτισμικό-ιδεολογικό πλαίσιο υπό το οποίο δρα αυτός ο ίδιος πληθυσμός. Έτσι, η μελέτη των φαντασιακών σημασιών δεν αποπειράται να εξηγήσει τη δράση των κοινωνιών, των κοινοτήτων και των ατόμων αλλά «απλώς και μόνον» να τις κατανοήσει. Σε αυτή την εκδήλωση θα δείξουμε πως μία από τις σημασίες-νοήματα τις οποίες φέρει η ελληνική κοινωνία και το πρώιμο ελληνικό κράτος είναι αυτή του εξοντωτικού αντισημιτισμού. Αυτή η σημασία δεν υπήρξε μάλιστα καθόλου δευτερεύουσα σε σχέση με τις συνολικές εθνικιστικές πολιτικές και ρατσιστικές ιδεολογίες που επιστρατεύτηκαν εν όλω, τη στιγμή που το εβραϊκό και το ελληνικό στοιχείο συναντήθηκαν πάνω σε κοινούς τόπους.

Αυτή η βαρετή ίσως μεθοδολογική και όχι μόνο, εισαγωγή, μας βοηθά να κατανοήσουμε την ιδεολογία όχι με έναν στενό ορισμό, ο οποίος είναι κατά γενική ομολογία δεκτός στον ελλαδικό χώρο. Ένας αντισημίτης, αντιθέτως, για μας δεν σημαίνει ότι είναι κάποιος που έχει στενά προσωπικά  αντισημιτικά κίνητρα, αν και δε λείπουν τέτοιες περιπτώσεις, αλλά κυρίως σημαίνει ότι πρόκειται για ένα υποκείμενο εμβαπτισμένο στο ιδεολογικό-φαντασιακό νεφέλωμα του αντισημιτισμού με έναν τέτοιο τρόπο ώστε όταν ο εξοντωτικός αντισημιτισμός εκδηλώνεται, με όλη του την προπαγάνδα και όλη την τελεστική επιτέλεση, εκείνος πια να μη διαφοροποιείται σε τίποτα από αυτές τις πρακτικές.

 

Και πάμε, έτσι, στο δεύτερο όρο του τίτλου της εισήγησης. Μιλάμε, επίσης, για «αντισημιτισμό». Ο αντισημιτισμός αποτελεί το μίσος εναντίον των Εβραίων. Κατά τη γνώμη μας, μάλιστα, ο αντισημιτισμός υπήρξε ιστορικά ως ένα ιδιαίτερο μίσος που πλέον διακρίνεται από κάθε άλλο είδος ρατσισμού. Γιατί αυτό; Γιατί, πρώτον, ο αντισημιτισμός εμφανίζει μια σταθερή ιστορική συνέχεια και «πρόταση» απέναντι στο πρόβλημα αναζήτησης του ιστορικού αποδιοπομπαίου τράγου μέσα στις δυτικές κοινωνίες. Γιατί, δεύτερον, το Ολοκαύτωμα ή αλλιώς η Shoah (με τα 6,000,000 νεκρούς Εβραίους της) αποτέλεσε μια ιστορική μοναδικότητα στις στιγμές βαρβαρότητας που έζησε ο 20ος αιώνας. Τρίτον, γιατί ο αντισημιτισμός εμφανίζεται σχεδόν πάντοτε ως μίσος εξοντωτικό, εξαφάνισης του άλλου παρά αφομοίωσής του.

Τέλος, μιλάμε στον τίτλο για «ελληνικό κράτος», το οποίο μετρά ήδη περίπου 190 χρόνια ζωής. Τις απαρχές του κράτους αυτού τις βρίσκουμε στις απόπειρες συγκρότησης ενός νομικού status qvo, ενός εθνικού συντάγματος από τις εθνοσυνελεύσεις που συγκλήθηκαν στην Επίδαυρο, το Άστρος και την Τροιζήνα από το 1821 μέχρι το 1827. Η διαδικασία, όμως, συγκρότησης του ελληνικού κράτους από την τότε επαναστατημένη «ελληνική» εθνότητα δεν περιορίστηκε σε αυτά. Μέσα από ανελέητες σφαγές, εκκαθαρίσεις και εποπτεία ξένων δυνάμεων, το ελληνικό κράτος πέτυχε μια σχετική σταθεροποίηση και επέκταση στα σύνορά του αλλά και το τελικό νομικό του status μόλις το 1945, 62 χρόνια πριν. Θα μας απασχολήσουν ενδεικτικά, λοιπόν, σήμερα αυτά τα πρώτα 120 χρόνια. Στην ανάλυση, θα κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα σε τρεις περιόδους [1821, 1912 και 1942].

 

1. Αντισημιτισμός στην Επανάσταση:

Ο μύθος πάνω στον οποίο στηρίχτηκε η κατασκευή της εθνικής συνείδησης μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, κάτι που συστηματοποιήθηκε και καταγράφηκε από διανοούμενους και «εθνικούς» ιστορικούς όπως ο Παπαρηγόπουλος, είναι η υποτιθέμενη «τρίσημη ενότητα του Ελληνισμού», όπως ονομάστηκε. Δηλαδή ότι η ύπαρξη του ελληνισμού ξεκινάει στην αρχαία ελλάδα, συνεχίζεται στο Βυζάντιο και φτάνει στην ίδρυση του ελληνικού κράτους. Η αντίληψη αυτή μιλάει για την ιστορία σαν αυτή να έχει καθοριστεί πριν και πέρα από την δράση της ίδιας της κοινωνίας, ότι υπάρχει δηλαδή μία ουσία απαράλλαχτη μέσα στο χώρο και στο χρόνο η οποία ονομάζεται «ελληνισμός» και καθορίζει την ύπαρξη των ανθρώπων χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα πραγματικά δεδομένα, μια καθαρά μεταφυσική και ουσιοκρατική σύλληψη. Εξού και η συρραφή μεταξύ τους τελείως διαφορετικών και συγκρουόμενων θεσμίσεων: Σε κανένα επίπεδο δεν υπάρχει ομοιότητα μεταξύ της κλασικής Αθήνας και της βυζαντινής αυτοκρατορίας, αυτό είναι προφανές σε όσους δεν έμειναν σε αυτά που έμαθαν στο σχολείο, ούτε στην πολιτική, ούτε στην θρησκευτική, ούτε στην γλωσσική και φυσικά ούτε στην πληθυσμιακή οργάνωση των κοινωνιών αυτών. Εδώ αυτό που μας απασχολεί είναι το πώς δημιουργήθηκε, ή καλύτερα κατασκευάστηκε, η ελληνική ταυτότητα από το ελληνικό κράτος μετά την ίδρυσή του.

 

Η ταυτότητα αυτή μην έχοντας κάπου στέρεα να πατήσει, λόγω του πληθυσμιακού και πολιτισμικού μπασταρδέματος, στηρίχτηκε κυρίως στην θρησκεία. Παρά τις αντιμαχόμενες αντιλήψεις κάποιων ανθρώπων επηρεασμένων από τον δυτικό διαφωτισμό που μιλούσαν εξ’ αρχής για διαχωρισμό θρησκείας – κράτους, πράγμα που δεν έχει γίνει ούτε σήμερα, τελικά επικράτησε η «ορθόδοξη χριστιανική» ή Βυζαντινή παράδοση. Μέσα από εκεί προέκυψε αυτό το μείγμα που ονομάστηκε «ελληνοχριστιανισμός». Το σύνθημα: «ελλάς, ελλήνων, χριστιανών», της στρατιωτικής δικτατορίας του 1967 εκεί έχει την αφετηρία του. Έτσι η νέα ταυτότητα που δημιουργήθηκε από τους παπάδες (οι οποίοι ήδη απολάμβαναν προνόμια από την οθωμανική αυτοκρατορία) και τους διανοούμενους του ελληνικού κράτους ήταν αυτή του έλληνα, ορθόδοξου χριστιανού. Ένα κράμα αντινομικό βουτηγμένο στην σύγχυση και το αδιέξοδο: γιατί, πως γίνεται να είσαι χριστιανός και παράλληλα να κατάγεσαι από την αρχαία ελλάδα; Ή πως γίνεται να είσαι έλληνας και να κατάγεσαι από Αρβανίτες, Σλάβους, Βλάχους, Ρωμιούς κλπ.; Ακόμη και η «γλωσσική συνέχεια» με την οποία μας τριβελίζουν το μυαλό οι πατριώτες είναι ένα μύθευμα πρώτου μεγέθους, για δύο λόγους: γιατί πρώτον η γλώσσα δεν είναι απλώς λέξεις ή η φανέρωση μιας κρυφής ουσίας, αλλά οι κοινωνικές σημασίες μέσα στις οποίες εντάσσονται και εκφράζουν αυτές, οπότε άλλο πράγμα εξέφραζε για παράδειγμα η λέξη «εκκλησία» στην κλασική Αθήνα και άλλη σήμερα, και δεύτερον γιατί παρά την προσπάθεια να επιβάλουν την καθαρεύουσα οι διανοούμενοι του κράτους, μέχρι και σήμερα χρησιμοποιούμε τουρκογενείς, αλβανογενείς κ.α. λέξεις, νομίζοντας ότι είναι ελληνικές.

 

Έτσι η ελληνική εθνική ταυτότητα δομήθηκε εξ’ αρχής μέσα στην βαθιά ετερονομία, την πολιτισμική ετερονομία, αυτή που λέει ότι υπάρχει ένα γραμμικό ξετύλιγμα σε σχέση με το παρελθόν και το παρόν του έθνους, μια φυλετική συνέχεια, μια κοινή μοίρα. Και επειδή έθνος σημαίνει την ταύτιση των πολιτικών και των πολιτισμικών συνόρων, η ελληνική ταυτότητα επεδίωξε εξ’ αρχής την εξαφάνιση ή την αφομοίωση του οποιουδήποτε άλλου, της οποιασδήποτε ετερότητας. Γιατί αυτή έγινε αντιληπτή ως απειλή για την συνοχή του έθνους και τον μύθο της φυλετικής ή πολιτισμικής συνέχειάς του μέσα στους αιώνες. Αυτό έχει σημασία σε αντιπαραβολή πχ με τη σύλληψη του γαλλικού έθνους, όπου στην Γαλλική Επανάσταση ο λαός διακήρυττε ότι «εμείς είμαστε το έθνος, ο κυρίαρχος λαός και αυτά θέλουμε να είναι τα δικαιώματά μας», πράγμα που δεν έγινε ποτέ στην ελλάδα. Αυτό, δε, το τελευταίο συνέβη, κυρίως, λόγω των επιρροών που δέχτηκε φυσικά ο πρώιμος ελληνικός εθνικισμός από τον αντίστοιχο γερμανικό και τις δοξασίες του τελευταίου γύρω από τη σύνδεση του έθνους με «το αίμα και το χώμα» (blut und boden). Μέσα από την μαθητεία της κοινωνίας στα σχολεία, στον στρατό, μέσω του ραδιόφωνου και των εφημερίδων σιγά-σιγά φτιάχτηκε η ελληνοχριστιανική φαντασιακή  κοινότητα, παρά την αντίδραση του έντονου τοπικισμού που υπήρχε, και φυσικά έγινε λαϊκή συνείδηση σε βαθμό που μπορεί να αντιτίθεται και στο κράτος από άποψη βαθύτερου εθνικισμού. Αυτό το τελευταίο έχει μεγάλη σημασία για να αντιληφθούμε την πολιτισμική ετερονομία της ελληνικής κοινωνίας, ότι δηλαδή η μισαλλοδοξία και η μισοξενία της πατάνε πάνω στην ίδια τη δημιουργία της ταυτότητας της. Όπως λέει και το τραγούδι που τραγουδούσαν τα παιδιά στο σχολείο: Έχω μια αδερφή\ κουκλίτσα αληθινή\ τη λένε Βόρειο Ήπειρο\ την αγαπώ πολύ\. Θα φύγω ένα πρωί\ χωρίς διαταγή\ και θα αγκαλιάσω δυνατά τη δόλια μου αδερφή. Εδώ σημασία έχει αυτό το «χωρίς διαταγή», που σημαίνει και να μην θέλει το κράτος να κηρύξει πόλεμο στην Αλβανία, που τότε δεν ήθελε, εγώ (ο λαός) θα πολεμήσω οικιοθελώς γι’ αυτήν «κόντρα στους “πουλημένους πολιτικούς” και στις “συμβιβασμένες κρατικές εξουσίες”»[1]. Το ίδιο ισχύει και για το «η Μακεδονία είναι ελληνική», την σύληση των εβραϊκών περιουσιών από τον όχλο μετά τον εκτοπισμό τους στα στρατόπεδα εξόντωσης, όπως και για τόσα άλλα παραδείγματα του ελληνικού λαϊκού εθνικισμού.

 

«Η ιδιόμορφη αυτή ετερονομία της νεοελληνικής κοινωνίας δημιουργεί το γνωστό μείγμα: εθνική υπερηφάνεια (“είμαστε οι καλύτεροι”), αλαζονική απομόνωση (“είμαστε μόνοι… και οι μόνοι”, το “μοναξιά ελληνική μου” του Διονύση Σαββόπουλου, και άλλων), έπαρση για φυλετική υπεροχή (το παρελθόν) και, ταυτόχρονα, σύμπλεγμα κατωτερότητας μπροστά στην ωμή καθημερινή πραγματικότητα (το παρόν), αλλά και απέναντι στο γεγονός της σύγκρισης κυρίως με τις λεγόμενες προηγμένες κοινωνίες της καθ’ ημάς Δύσης (το μέλλον μας)»[2]

 

Από τις δυτικές κοινωνίες η ελληνική κοινωνία αρκέστηκε στο να ενστερνιστεί τη σημασία της αέναης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Την δεύτερη, την ενστερνίστηκε φυσικά στην ελληνική της εκδοχή, ως πελατειακές σχέσεις που μπορούν να σου εξασφαλίσουν καμιά θέση στο δημόσιο ή κανά πτυχίο κοκ.

 

Πιο συγκεκριμένα, στην Ελλάδα υπήρξε στην αρχή λοιπόν, αντίστοιχα, έντονος θρησκευτικός αντισημιτισμός και μια μεγάλη ιστορική συνέχεια αυτού του μίσους. Εδώ, σήμερα, θα περιοριστούμε στη στάση του ελληνικού πληθυσμού και των «νόμιμων αντιπροσώπων» του κατά την περίοδο συγκρότησης του ελληνικού κράτους και παγίωσης των συνόρων του. Έπαιξε, άραγε, ο αντισημιτισμός κάποιο «θετικό» ρόλο για την πιο εύκολη επικράτηση του ελληνικού στοιχείου, άρα και για την εδραίωση του κράτους του; Και τι αξία μπορεί να έχουν κάποια τέτοια συμπεράσματα σήμερα, πέρα από το ιστορικό πεδίο; Μπορούμε, άραγε, να τα εντάξουμε μέσα στη δική μας ανταγωνιστική οπτική των πραγμάτων;
Ο ελλαδικός χώρος του 1821 θα έπρεπε να τονίσουμε ότι δεν περιλαμβάνει τα Δωδεκάνησα, τα νησιά του Ιονίου, τη Μακεδονία, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τη Θράκη, την Κρήτη και κάποια νησιά του Αιγαίου. Περιορίζεται, λοιπόν, στη Στερεά Ελλάδα, την Πελοπόννησο και αρκετά άλλα νησιά του Αιγαίου. Ένα ακόμη θέμα είναι πως το κράτος αυτό συγκροτείται παράλληλα με την επιταχυνόμενη πορεία παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτό που θα έπρεπε να τονιστεί σε σχέση με το θέμα μας είναι πως στην Οθωμανική Αυτοκρατορία όλοι οι μη μουσουλμάνοι πολίτες, αν και άπιστοι, απολάμβαναν μια σειρά πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων που τους επέτρεπαν να ζουν μέσα σε μια σχετική ηρεμία χωρίς να αντιμετωπίζουν διώξεις λόγω θρησκευτικής ταυτότητας από τις αρχές.

Στην επαναστατημένη Ελλάδα[i], ωστόσο, του 1821, μεταξύ άλλων, αυτό το νομικό status ετίθετο σε αμφισβήτηση. Στην πράξη, κατά την εκδίωξη του τουρκικού στρατού από την Πελοπόννησο και τη Στερεά ακολούθησαν άγριες και αυθόρμητες σφαγές του μουσουλμανικού και εβραϊκού πληθυσμού. Ο ιστορικός Finley παρατήρησε πως «Η εξόντωση των Τούρκων από τους Έλληνες έγινε σύμφωνα με προμελετημένο σχέδιο». Στις 21 Μαρτίου, στις 23 στην Πάτρα και στην Καλαμάτα, στις 24 στην Άμφισσα, στις 30 στη Λιβαδειά. Από το Μάρτη μέχρι τον Απρίλη 10 με 15,000 θύματα είχε η Επανάσταση. Στο Μεσολόγγι την 1η Ιούνη και στο Βραχώρι Αγρινίου στις 9-11 Ιούνη διεξάγονται ανελέητες σφαγές. Ιδιαίτερα στο Βραχώρι τα θύματα περιλαμβάνουν τις 500 μουσουλμανικές οικογένειες που είχαν παραδώσει τα όπλα και τους 200 Εβραίους της πόλης. Για το Βραχώρι λέγεται μάλιστα πως η σφαγή έγινε χωρίς τουφέκια, μόνο με μαχαίρια «από σπίτι σε σπίτι έσφαξαν όλους τους Οβραίους και μόνο ένας γλίτωσε που έφτασε στη Λαμία. Από τότε δεν ξανάμεινε Οβραίος στο Βραχώρι».   Επίσης, αντίστοιχες σφαγές έλαβαν χώρα στην Πύλο, τη Μονεμβασιά, την Αταλάντη, την Αθήνα όπου θανατώθηκαν 600 Εβραίοι, τη Νάξο, τις Σπέτσες, τα Κύθηρα, το Βαθύ Σάμου και τη Μαγνησία. Ακόμη και σε περιοχές που οι Τούρκοι συνθηκολογούσαν και σώζονταν, οι Εβραίοι σφαγιάζονταν. Αυτό οδήγησε σε μαζική αποχώρηση του εβραϊκού πληθυσμού ο οποίος, σε ένα μεγάλο μέρος του, κλείστηκε φυγαδευόμενος στην Τριπολιτσά.  Όταν στα σχολεία μαθαίναμε βέβαια για την περίφημη άλωση της Τριπολιτσάς κανείς Έλληνας εκπαιδευτικός δεν επεσήμανε πως αυτή η άλωση ήταν μια ωμότατη εθνο-εκκαθαριστική σφαγή με 22,000 νεκρούς, μεταξύ των οποίων 5,000 ήταν οι Εβραίοι που είχαν καταφύγει εκεί από άλλα μέρη της Πελοποννήσου και οι οποίοι προφανώς δεν πήραν δικαίωμα συνθηκολόγησης. Εξάλλου, στην Ήπειρο  και σε άλλες περιοχές δεν ήταν πολύ διαφορετική η περίπτωση. Όπως και με τον τούρκικο, έτσι και με τον εβραϊκό πληθυσμό, όχι μόνο υπήρχε σχέδιο αλλά, αφενός, φαίνεται να υπήρχε και ένα άσβεστο μίσος που καλλιεργούταν επί χρόνια και, αφετέρου, μια όλο και περισσότερη ισχυρή εθνική συνείδηση, βασισμένη στον αποκλεισμό των «άλλων». Το έργο δύο ανθρώπων με μεγάλη επιρροή και παρουσία σε πρόσωπα και πράγματα κατά το 1821 είναι ενδεικτικό για το πώς έπρατταν και τι πίστευαν οι επαναστατημένοι έλληνες εκείνη την περίοδο. Αφενός,  ο Κοσμάς ο Αιτωλός, ο οποίος χρίστηκε Άγιος μόλις το 1961, δεν ήταν παρά ένας εθνικιστής αγκιτάτορας, μανιώδης αντισημίτης και γενικότερα ένα κάθαρμα. Οι λόγοι του Κοσμά του Αιτωλού, ως δήθεν εκπροσώπου του Θεού, είναι γεμάτοι αντισημιτικές προκαταλήψεις γύρω από τους Εβραίους που υποτίθεται σκότωσαν το Χριστό, γύρω από τους παραδόπιστους Εβραίους, τους Εβραίους που κάνουν τελετές αίματος κτλ. Ο Αιτωλός ήταν εξάλλου και από τους πρώτους που προσπάθησαν να συσπειρώσουν τους έλληνες εμπόρους για να γίνει μποϊκοτάζ  στα προϊόντα των Εβραίων εμπόρων και να μειωθεί η οικονομική της παρουσία. Από τη «θρησκεία της αγάπης», τον χριστιανισμό για τον Κοσμά τον Αιτωλό και τους πιστούς είχε απομείνει μόνο το μίσος για τους Εβραίους. Ένας ακόμη που επεδίωξε να καταλάβει το ρόλο του –αλά από τα αλώνια στα σαλόνια – εθνάρχη δεν ήταν παρά ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο οποίος για την περίπτωση της σφαγής στην Τριπολιτσά έγραψε στα απομνημονεύματά του πως το άλογο του επί μέρες δεν πάτησε χώμα λόγω των αμέτρητων πτωμάτων και κεφαλών πάνω στα οποία προχωρούσε. Σε αντίθεση με τις καλοκάγαθες και αγωνιστικές εικόνες του Γέρου του Μωριά με τις οποίες μας έχει αφήσει να κοιμόμαστε το ελληνικό σχολείο, θα έπρεπε να αναγνωρίσουμε πλέον πως ο Γέρος πίστευε πως “για να αναγνωριστεί η Ελληνική Επανάσταση έπρεπε να δημιουργηθεί άμεσα μια «εθνικώς καθαρή ελληνική επικράτεια»” – και αυτό ήταν το μόνο κίνητρο για τις σφαγές. “Αυτή η «επικράτεια»”, όπως λέει και ο Λιθοξόου, “ δεν μπορούσε να ήταν άλλη από την Πελοπόννησο”. Για αυτό ακριβώς δεν αρκέστηκαν οι Έλληνες στο να αρπάξουν τις περιουσίες των «μιαρών σκύλων», Τούρκων και Εβραίων, οι οποίες εξάλλου ήταν στη διάθεσή τους αλλά έπρεπε να εξασφαλίσουν και με το ζόρι φυλετική πλειοψηφία στο νέο τους ζωτικό χώρο. Υπάρχει μια αδιάψευστη ιστορική πηγή, μάλιστα, για αυτή τη σφαγή: πρόκειται για τον ελληνικό εθνικό ύμνο που γράφτηκε το 1823 και τραγουδιέται μέχρι σήμερα με ρίγη και περηφάνια.

Αυτό που συμπεραίνουμε είναι ότι στην Πελοπόννησο και τη Στερεά η επέλαση των Ελλήνων συνιστά το πρώτο αντισημιτικό πογκρόμ και μας αφήνει σήμερα έναν σκοτεινό αριθμό γύρω από το πόσοι Εβραίοι συνολικά θα μπορούσαν να είναι σε αυτές τις περιοχές μιας και η εξαφάνισή τους υπήρξε καθολική. Είναι ενδεικτικό ότι στην Πελοπόννησο ακόμη και πενήντα χρόνια μετά την επανάσταση οι Εβραίοι που θα μεταναστεύουν προς τα εκεί, κυνηγημένοι από τον Βορρά, θα είναι ελάχιστοι. Η Πελοπόννησος αν και αποτελεί ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής επικράτειας θα παραμείνει μέχρι και το 1940 με τον μικρότερο εβραϊκό πληθυσμό σε όλη τη χώρα. Ενδεικτικά, 350 Εβραίοι ζούσαν εκεί. Αυτά τα πρώτα σαράντα χρόνια «δίχως Εβραίους», το ελληνικό κράτος θεωρητικά θα ετοιμάσει τη φιλελευθεροποίησή του. Σε έναν τόπο με ελάχιστους ξένους το ελληνικό κράτος θα δοκιμάσει μία από τις πιο φιλελεύθερες νομοθεσίες ενσωμάτωσης ξένων υπηκόων. Μέχρι το Σύνταγμα του 1864 θα ρυθμιστεί το πώς παίρνει κάποιος την ελληνική υπηκοότητα αλλά και το τι δικαιώματα απολαμβάνει ως αλλόθρησκος ή αλλοδαπός στην τότε Ελλάδα. Τα πράγματα, έτσι, γίνονται πιο επίσημα.  Δύσκολα θα μπορούσε να αφήσει το νεότευκτο τότε ελληνικό κράτος την πολιτική του εξελληνισμού στα μαχαίρια του πληθυσμού του. Ήταν επόμενο πως έπρεπε, από δω και πέρα, το ίδιο το κράτος να αναλαμβάνει τον εξελληνισμό των πληθυσμών από τις περιοχές που θα προσαρτούσε. Έτσι, το πρώτο τέτοιο αδιέξοδο φάνηκε ένα χρόνο μετά το καινούργιο Σύνταγμα, το 1865, χρονιά που τα Επτάνησα ενσωματώθηκαν αναίμακτα στην ελλαδική επικράτεια. Τα Επτάνησα εκείνη την εποχή έχουν λίγους μουσουλμάνους αλλά αρκετές χιλιάδες Εβραίους, κυρίως στην Κέρκυρα και τη Ζάκυνθο. Μια αντίστοιχη κατάσταση δημιουργήθηκε το 1881 με την απελευθέρωση της Θεσσαλίας. Τα αντισημιτικά περιστατικά, από δω και πέρα, είναι πολλά και διατηρούν μια ιστορική συνέχεια. Καθιερώνονται οι αντισημιτικές επιθέσεις, οι λίβελοι στον τύπο, η οπισθοδρόμηση στη νομοθεσία και οι διακρίσεις σε καθημερινό και θεσμικό επίπεδο. Ή πάλι το 1891 ήταν η σειρά του όχλου να κινητοποιηθεί στην Κέρκυρα όταν διαδόθηκε συκοφαντία αίματος γύρω από έναν Εβραίο που είχε υποτίθεται σφάξει ένα χριστιανόπουλο (που στην πραγματικότητα ήταν εβραιόπουλο) με αποτέλεσμα την πολυήμερη πολιορκία της εβραϊκής κοινότητας της Κέρκυρας με στόχο τη λιμοκτονία της. Πως έληξε το περιστατικό; Με παρέμβαση αυτή τη φορά του ελληνικού στρατού και δυναμικότερη ακόμη παρέμβαση ευρωπαϊκών στόλων που απείλησαν ότι θα βομβαρδίσουν την Κέρκυρα. Πάντως, αν ο αντισημιτισμός φάνηκε να καταλαγιάζει ανά περιοχές και ανά εποχές, ανάλογα και με τα συμφέροντα του κράτους ή τις διακοπές του όχλου, η κατάσταση φάνηκε να χειροτερεύει από πλευράς κρατικού αλλά και λαϊκού αντισημιτισμού κατά την προσάρτηση της Θεσσαλονίκης.

2. Αντισημιτισμός μετά την προσάρτηση της Θεσσαλονίκης:
Ως γνωστόν, η Θεσσαλονίκη παραδόθηκε αμαχητί στους έλληνες το 1912 με εγγυητές του νεότευκτου κράτους τους βορειο-ευρωπαίους συμμάχους του. Το πρώτο αντισημιτικό, λοιπόν, περιστατικό σημειώνεται με την είσοδο του ελληνικού στρατού στην πόλη κατά την όποια όχλος και στρατός αδελφωμένοι ξυλοκοπούν και τραυματίζουν Εβραίους και Τούρκους, βιάζουν 50 Εβραίες γυναίκες, πλιατσικολογούν ασταμάτητα 400 εβραϊκά σπίτια και 300 εβραϊκές επιχειρήσεις και το άλλο πρωί βρίσκει 60 μουσουλμάνους σφαγμένους.  Το χαρακτηριστικό των νέων αφεντικών της πόλης έχει αρχίσει να διαφαίνεται από τις πρώτες αυτές ώρες. Ότι υπήρχε ως οθωμανική παράδοση πριν το 1912, αρχίζει να καταρρέει. «Ακόμη και αξιωματικοί επιτέθηκαν κατά του προσωπικού μεγάλων ξένων επιχειρήσεων», γράφει η Ρένα Μόλχο. Μάλλον, εις επίδειξη αντικαπιταλιστικών αισθημάτων; Ποιος ξέρει. Αποτέλεσμα της όλης σφαγής; Οι πρόξενοι της Αγγλίας και της Γαλλίας απειλούν το ελληνικό κράτος να συμμαζέψει το στρατό και τον όχλο του μέσα σε 24 ώρες γιατί θα γίνει απόβαση σωμάτων πεζικού και ναυτικού των δικών τους χωρών για να αποκατασταθεί η τάξη.

Τι ευτυχία αυτές οι ιμπεριαλιστικές τάσεις εναντίον του ελληνικού κράτους εκείνη την εποχή, ε; Όχι ότι έχουν αλλάξει και άρδην σήμερα τα πράγματα… Πρόσφατα, ο επίτροπος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν επισκέφτηκε τα κέντρα κράτησης μεταναστών στα σημερινά ελληνικά νησιά, τα χαρακτήρισε Γκουαντανάμο και υποσχέθηκε κυρώσεις αν δεν αλλάξουν οι συνθήκες αυτές… Ή, λίγα χρόνια παλιότερα, όταν μια σύζυγος πρώην προέδρου των ΗΠΑ που ασχολούταν με τοtrafficking στα Βαλκάνια είχε ισχυριστεί δημόσια πως η Ελλάδα είναι μία από τις χειρότερες χώρες σε ότι αφορά την υπόθαλψη του φαινομένου… Και, όπως σήμερα, δεξιοί κι αριστεροί ανακαλύπτουν το κακό του ιμπεριαλισμού σε κάτι τέτοιες έξωθεν παρεμβάσεις, έτσι και τότε, το μόνο που ενδιέφερε το ελληνικό κράτος ήταν όχι να πολεμήσει τον αντισημιτισμό και το ρατσισμό αλλά μάλλον να τα κάνει να μη φαίνονται στους «Φράγκους», εκλιπαρώντας τους σιχαμερά για ακόμη μια ευκαιρία, εκλιπαρώντας εξάλλου και τα θύματα-Εβραίους να διακηρύσσουν δημόσια στην Ευρώπη πως αντισημιτισμός στην Ελλάδα δεν υπάρχει. Όχι μόνο το 21’ αλλά και έναν αιώνα αργότερα, λοιπόν, η ισονομία ήταν για το ελληνικό κράτος και όχλο μια «ξένη» λέξη.

Ο μόνος λόγος που το κράτος εφάρμοζε λοιπόν μη αντισημιτικές και όχι αντι-αντισημιτικές πολιτικές ήταν για να δείξει κάποιο καλό πρόσωπο στο εξωτερικό. Έτσι έγινε και με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον αντισημίτη Έλληνα πρωθυπουργό, που ενώπιον των λιγοστών θετικών για τους Εβραίους πρωτοβουλιών του, οι Εβραίοι παρέμεναν σταθερά καχύποπτοι, υποψιαζόμενοι ίσως τη συνέχεια αυτών των πολιτικών.
Αν αφήσουμε στην άκρη τις πρώτες αντισημιτικές επιθέσεις του 1912, μπορούμε να πούμε ότι η μεγαλύτερη αντισημιτική έκρηξη λαμβάνει χώρα μετά την πυρκαγιά του 1917. Κυρίως πληγέντες αυτής της πυρκαγιάς που κατέστρεψε σχεδόν όλο το κέντρο της Θεσσαλονίκης, ήταν βέβαια οι Εβραίοι. Η πυρκαγιά ξεκίνησε στις 18 Αυγούστου με έναν άνεμο βαρδάρη 60 χλμ την ώρα να χτυπάει τη Θεσσαλονίκη. Μετά από δύο μέρες φωτιάς, το αποτέλεσμα ήταν 74 χιλιάδες περίπου άστεγοι (εκ των οποίων 52,000 Εβραίοι και 11,000 Μουσουλμάνοι) και ζημιές εκατομμυρίων. Μια περιοχή 1,200,000 τμ έγινε στάχτη. «Οι ζημιές υπολογίστηκαν σε ένα δισεκατομμύριο φράγκα, το 75% των οποίων ανήκαν στους Εβραίους της Θεσσαλονίκης». Κατά τα άλλα, κάηκαν ολοσχερώς 32 συναγωγές, 10 ραβινικές βιβλιοθήκες, 5 σχολεία της Alliance Israelite Universelle, 3 κοινοτικά σχολεία, 5 θρησκευτικά σχολεία, 1 κλινική, 82 ευκτήριοι οίκοι και άλλα πολλά εβραϊκά κτίρια. Και η κυβέρνηση με το νόμο 1394/1918 διέταξε δημόσια απαλλοτρίωση των κτημάτων δίνοντας το χαριστικό χτύπημα. «Η εγκατάσταση των πυροπαθών στα προάστια θα επέτρεπε επιπλέον στην κυβέρνηση να διαγράψει μια κι έξω τον εβραϊκό χαρακτήρα  του κέντρου. Είναι εξάλλου σημαντικό το ότι από τις επτά νέες συνοικίες που δημιουργήθηκαν για τους πυροπαθείς (τέσσερις από τη Δημαρχία και την πολιτεία και τρεις από την Κοινότητα) μία μόνο βρισκόταν κοντά στο κέντρο της πόλης»[10]. Η κυβέρνηση Βενιζέλου δεν έχασε την ευκαιρία εξελληνισμού. Αν οι Εβραίοι ήθελαν να αποκτήσουν ξανά τα δημευμένα από το Βενιζέλο οικόπεδά τους, θα έπρεπε να προστρέξουν σε δημοπρασίες, πράγμα αδύνατο για τη συντριπτική πλειοψηφία που ζούσε μέσα στη φτώχια. Και αν ο Βενιζέλος με πρόσχημα την καλύτερη πολεοδομική οργάνωση της πόλης, δήμευσε τις περιουσίες, ο Μεταξάς αργότερα προσπάθησε την οχύρωση του ελληνικού κράτους με τους αυστηρότερους νόμους για τους εμπρηστές, μάλλον για να μην την πατήσουν και οι ίδιοι οι Έλληνες όπως την έφεραν ακριβώς προηγουμένως και στους Εβραίους.

 

Γράφει η Ρένα Μόλχο «Σε αυτήν την τόσο πρόσφορη ώρα, η ελληνοποίησή της πόλης προείχε κάθε δημοκρατικής αρχής και αξίας, ιδιαίτερα μάλιστα καθώς οι άμεσα βαλλόμενοι ανήκαν στην εβραϊκή κοινότητα, τη μοναδική θρησκευτική μειονότητα που δεν καλύπτονταν από κάποια κρατική οντότητα[3]. Ως αποτέλεσμα,  οι εβραϊκές εφημερίδες που εξέφραζαν τη διαμαρτυρία της κοινότητας λογοκρίνονταν συστηματικά και οι πολίτες που αποτολμούσαν κάποια κριτική στις πρακτικές της φυλακίζονταν επί μακρόν». Από το 1912 ως το 1943 εβραίος πράγματι δε θα μείνει. Μετά την προσάρτηση, το εβραϊκό νοσοκομείο Χιρς θα ονομαστεί Ιπποκράτειο Νοσοκομείο. Καταργείται η αργία του Σαββάτου, ουσιαστικά, με την καθιέρωση της αργίας της Κυριακής. Οι Εβραίοι για να μην εκφράσουν την οργή τους για όλα αυτά προς την κυβέρνηση Βενιζέλου, αναγκάζονται εξάλλου από νόμο της κυβέρνησής του να ψηφίζουν πλέον σε διαφορετικά εκλογικά τμήματα ,εβραϊκά, και μόνο για Εβραίους υποψηφίους  – μέτρο που δεν επιβάλλεται εναντίον κάποιας άλλης μειονότητας παράλληλα. Αυτό που δικαιολογεί αυτά τα αντισημιτικά μέτρα είναι οι απόψεις του επίσημου κράτους για τους Εβραίους του, οι οποίες εκφράζονται διά στόματος ενός εκ των 10 μεγάλων Ελλήνων και γνωστού κυνηγού κομμουνιστών, Βενιζέλου: «Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης ακολουθούν εβραϊκή εθνική πολιτική. Δεν είναι και δε νιώθουν Έλληνες. Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης δεν είναι Έλληνες πατριώτες αλλά Εβραίοι πατριώτες».

Δέκα χιλιάδες από «αυτούς» θα αποχωρήσουν με αλιγιά προς το σημερινό Ισραήλ μετά τα σοβαρά πλήγματα της πυρκαγιάς του 1917 και του πογκρόμ 2,000 Ελλήνων φασιστών εναντίον της εβραϊκής συνοικίας του Κάμπελ το 1931. Έτσι, βέβαια, θα σωθούν από το Ολοκαύτωμα. Όσοι έμειναν πίσω, θα γευτούν τα εμπρηστικά και κατάπτυστα αντισημιτικά δημοσιεύματα της εφημερίδας Μακεδονία καθώς και της Απογευματινής… «οι δρόμοι ήταν γεμάτοι λαμπερά αστέρια που τα φορούσαν οι βρωμοεβραίοι!», δύο μόνο από τις εφημερίδες που έβαλαν το χέρι τους στο ελληνοεβραϊκό Ολοκαύτωμα.


3. Η «τελική λύση του εβραϊκού ζητήματος» στην Ελλάδα:
Το 1942 θα χαθεί και το μεγαλύτερο εβραϊκό νεκροταφείο της Ευρώπης με πρωτοβουλία του ελληνικού κράτους και του Δήμου Θεσσαλονίκης καθώς και με τα εργατικά χέρια των Ελλήνων πλιατσικολόγων. «Ακόμη και οι συμβουλές των Γερμανών για τη διατήρηση ορισμένων τάφων μοναδικής αρχαιολογικής και ιστορικής αξίας αγνοήθηκε, χωρίς κανένα κόστος», γράφει η Ρένα Μόλχο. Σπίτια, μαγαζιά, η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου γεύτηκαν λίγη από αυτή την απόλαυση. Σήμερα, τη στιγμή που το ΑΠΘ δεσπόζει πάνω από το νεκροταφείο αυτό, κανείς φοιτητής δε γνωρίζει ότι κάνει τα μαθήματά του πάνω από τάφους ενώ οι εργασίες του Μετρό συνεχίζουν τη σύληση στα κρυφά.

Αλλά, βέβαια, το ελληνικό κράτος δεν μπορεί να σταματήσει τώρα αυτό που άρχισε για μας εν πλήρει συνειδήσει το 1941. Στον ελλαδικό χώρο το 1941 υπήρχαν 31 εβραϊκές κοινότητες με ιστορία αιώνων και εδώ είναι το σημαντικότερο όσων είπαμε σήμερα. Η κοινότητα της Θεσσαλονίκης ήταν η πολυπληθέστερη, με 55,000 περίπου Εβραίους. Το ποσοστό εξόντωσης της σαλονικιώτικης κοινότητας είναι 95% ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τον ελλαδικό χώρο είναι περίπου 87%. Αυτοί οι αριθμοί δείχνουν ότι ο ελληνικός πληθυσμός, το ελληνικό κράτος, η ελληνική αντίσταση που ήθελε να γίνει κράτος επίσης σε ένα κομμάτι της δεν προσπάθησαν, δεν θέλησαν, αδιαφόρησαν ή χάρηκαν κιόλας για τον εκτοπισμό και την εξόντωση των Ελλήνων Εβραίων. Είναι τιμή προφανώς για όσους και όσες έκαναν το αντίθετο, για όσους και όσες έσωσαν, έκρυψαν ή φυγάδευσαν κόσμο. Αλλά, πέρα από μεμονωμένες περιπτώσεις, τις οποίες σε μεγάλο βαθμό γνωρίζουμε και αναπαράγονται κάθε χρόνο, η μεγάλη, η συντριπτική πλειοψηφία έδρασε συναινετικά με τους ναζί σε αυτό το ζήτημα. Το πλιάτσικο που ακολούθησε εις βάρος σχεδόν κάθε εβραϊκής κοινότητας, σχεδόν σε κάθε πόλη ήταν αποκαλυπτικό. Δωσίλογοι και μη, εγκαταστάθηκαν μέχρι σήμερα σε σπίτια Εβραίων και – ακόμη και στη σπάνια περίπτωση που ο κάτοχός τους, ενάντια σε κάθε πιθανότητα, γυρνούσε να τα διεκδικήσει, δύσκολα θα μπορούσε να ικανοποιηθεί από τους ελληνοαντισημίτες. Είναι ενδεικτικό ότι μόνο το 5% των Εβραίων που ξαναγύρισαν, κέρδισαν τα σπίτια τους. Από τα 12,000 ακίνητα που είχαν καταληφθεί, μόνο 300 επιστράφηκαν ενώ μόνο τα 30 από αυτά δεν ήταν ρημαγμένα. Ενώ από τις 2,300 επιχειρήσεις των Εβραίων, επιστράφηκαν μόνο 50. Ακόμη κι αυτά τα λίγα, βεβαίως, επιστράφηκαν κυρίως χάρη στη δύναμη της πειθούς των πολυβόλων και των πιστολιών κάποιων ευσυνείδητων ΕΛΑΣιτών που κατάφεραν να πείσουν τους δωσίλογους έλληνες να ξεκουμπιστούν.

Έξοδος – Πρόταγμα: Δε θα μακρηγορήσουμε άλλο. Πρέπει να σταθούμε στο εξής από τη σημερινή εισήγηση. Ο αντισημιτισμός όχι μόνο δεν ήταν απών ή κάτι αδιάφορο όπως είδαμε στις απαρχές του ελληνικού κράτους αλλά ακριβώς στα πιο κρίσιμα σημεία επέκτασής του – και του παρεπόμενου εξελληνισμού του πληθυσμού – ο λαϊκός αντισημιτισμός συνδυάστηκε πολύ βολικά με αυτόν των κρατούντων: καταρχάς, με το ξέσπασμα της ελληνικής εθνεγερσίας, δεύτερον, με την προσάρτηση της Θεσσαλονίκης και, τρίτον, με την τελική εξόντωση των ελληνοεβραίων από τους Γερμανούς την οποία σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό οι ελληνοχριστιανοί κοίταξαν αδιάφορα, την υποβοήθησαν ή, ακόμη χειρότερα, τους βόλεψε για κάθε μελλοντικό σχέδιο. Αυτά τα γεγονότα σήμερα δεν μπορούν να αντιστραφούν. Υπάρχει, όμως, μια εκκρεμότητα, αγαπητές και αγαπητοί. Αυτή η εκκρεμότητα είναι η μνήμη. Αν βάλαμε κάποιους στόχους με αυτό το τριήμερο και με αυτή την εκδήλωση σήμερα, αυτοί είναι να αναγνωριστεί επιτέλους η ύπαρξη του ζητήματος του αντισημιτισμού ως αυτόνομης ιδεολογικής κατασκευής και να ψάξουμε την ιστορία του Ολοκαυτώματος, και δη του ελληνικού, και δη της Θεσσαλονίκης. Έτσι, όταν κάποιος ακούει τις λέξεις αντισημιτισμός και Ολοκαύτωμα, δεν μπορεί να συμπεριφέρεται σα να μην ανήκει στην ιστορία αυτού του φαινομένου, αυτών των ιστορικών γεγονότων, νομίζοντας πως το ζήτημα αφορά μόνο σε κάποιους ακροδεξιούς της Γερμανίας. Είδαμε στην εισήγηση πως σε περιόδους που η ελληνική εθνική ταυτότητα εμφανιζόταν σε περιόδους κρίσης, διψασμένα συνήθως αναζητούσαν κράτος και όχλος τον «αρχαιότερο εχθρό». Μπορούμε να δούμε και σήμερα περιπτώσεις, στη σύγχρονη πολιτική συγκυρία, ακόμη και σε μια χώρα που πρακτικά έχει ξεκληριστεί από τον εβραϊκό της πληθυσμό, ότι ο εθνικισμός και ο αντισημιτισμός αποτελούν μια μόνιμη αναφορά εξόδου από τις κρίσεις και εισόδου σε κυνήγια «ξένων». Ας αρχίσουμε, όμως, από τα βασικά: πάγιο και σταθερό αίτημά μας πρέπει να είναι η δημιουργία χώρου για να αρχίσουν καταρχήν οι ίδιοι οι Εβραίοι να μιλάνε ανοιχτά για ότι θέλουν σήμερα. Να σπάσουμε το φόβο. Έπειτα, σα δικό μας μίνιμουμ συνεννόησης, αποκατάστασης και ηθικής αποζημίωσης, θα έπρεπε πιστεύουμε να επιστραφούν όλα τα κτίρια, όλα τα λεηλατημένα και φυσικά το ΑΠΘ.


Terminal 119

για την κοινωνική και ατομική αυτονομία

06/06/09


[1] Παράδειγμα που αναφέρεται στο τεύχος 16 της «Ελευθεριακής Κίνησης», σελ. 104, Δεκέμβριος 2005.

[2] Νίκος Ηλιόπουλος, Θεσμισμένη πολιτική και απάθεια στη σύγχρονη Ελλάδα, περιοδικό «μάγμα», τεύχος 1ο, Δεκέμβριος 2007, σελ. 102

[3] Ρένα Μόλχο, Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, 1856-1919:Μια ιδιαίτερη κοινότητα, Θεμέλιο, Αθήνα, 2001, σς. 120-130.


[i] Bernard Pierron, Ρένα Μόλχο, Δημήτρης Λιθοξόου, Τάσος Κωστόπουλος, Θανάσης Τριαρίδης και περιοδικά του χώρου όπως το αγρινιώτικο Contact είναι κάποιοι από τους συγγραφείς των οποίων τις έρευνες και τα άρθρα αξιοποιήσαμε για αυτή την εισήγηση.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s