Βίαιες αρρενωπότητες και βουλγάρες μαθήτριες στα χρόνια της κρίσης

Βίαιες αρρενωπότητες και βουλγάρες μαθήτριες
στα χρόνια της κρίσης

Ετερότητα
Είναι λίγο ανορθόδοξο το πώς ξεκινάμε αυτή την εισήγηση αλλά είναι ενδεικτικό αυτό το σημείο συμφωνίας με τους οποιουσδήποτε συνομιλήτες μας για μια συνέχεια της συζήτησης…  Σχεδόν από τότε που είχαμε αρχίσει να συμμετέχουμε σε συζητήσεις για το σεξισμό και την πατριαρχία, υπήρχε ένα σημείο στις κουβέντες όπου τα βλέμματα παγώνανε, ο εκνευρισμός μεγάλωνε, όπως και η καχυποψία, τα στόματα τραύλιζαν και ο συνομιλητής, άντρας συνήθως, κοκκίνιζε: αυτό το σημείο που τα προκαλούσε όλα αυτά σε μια κατά τα άλλα συνήθη πολιτική συζήτηση ήταν η ιδέα της δημιουργίας μιας αμιγώς, καθαρά δηλαδή, γυναικείας ομάδας για τα θέματα του σεξισμού και της σεξουαλικότητας. Δεν ήταν αργά πριν συνειδητοποιήσουμε ότι αυτά τα αναψοκοκκινίσματα και αυτός ο πανικός σχεδόν πάντοτε απέρρεε από έναν φόβο: τον φόβο του να χάσουν οι άντρες το κυρίαρχο μερίδιο της εξουσίας τους στη λήψη αποφάσεων γύρω από κάθε ζήτημα προσωπικής ή και πολιτικής φύσης. «Μα, γυναίκες να συζητάνε μόνες τους; Και τι έχουν να κρύψουν από εμάς;». Οι δικαιολογίες που επιχειρούσαν να κρύψουν αυτόν τον πανικό ήταν πολλές: ο σεπαρατισμός, ο αντίστροφος σεξισμός που επιχειρούσαν τώρα οι γυναίκες εναντίον των αντρών (!), η απώλεια της αλληλεγγύης, η μισανδρία, η ψυχολογικοποίηση του πολιτικού «μας» στιβαρού προτάγματος, η ενασχόληση με μερικά ζητήματα σε αντίθεση με τις περισπούδαστες θεωρητικές ανησυχίες της ντόπιας και αντρικής πλειοψηφίας.

Βλέποντας τα όλα αυτά, καταλαβαίναμε ότι όσοι/ες διαφωνούν και εξανίστανται με τη δημιουργία γυναικείων συνελεύσεων, συνελεύσεων που θα αντιμετώπιζαν με τους δικούς τους ρυθμούς και τρόπους τη βία της πατριαρχίας, όχι μόνο δεν θεωρούσαν τις πατριαρχικές κοινωνικές σχέσεις σοβαρό πρόβλημα μα τις προωθούσαν στο σπίτι, στη δουλειά και στην κατάληψη σταθερά και μεθοδικά. Γράφαμε το 2005 πως θεωρούσαμε τα στέκια γυναικών τη δεκαετία του ’70 στις ΗΠΑ ως μια επαναστατική δημιουργία, ριζική μορφή δημιουργίας, και με ανατρεπτικό περιεχόμενο – κληρονομιά των κινημάτων που δυστυχώς άρχισε να καταρρέει σταδιακά μετά την οπισθοχώρηση του ριζοσπαστισμού στις δυτικές χώρες και την επικράτηση ενός κλίματος αντίδρασης και αντι-φεμινισμού μετά τη δεκαετία του ’80. Αντίστοιχες δημιουργίες θεωρούσαμε τις αμιγείς συνελεύσεις μαύρων που εμφανίστηκαν την ίδια περίοδο στις ΗΠΑ για να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους ενάντια στο λευκό ρατσισμό. Σα μια σταθερή αιτία της αποτυχίας των υπόλοιπων κινημάτων καταλογίζουμε από τότε το πόσο λίγο επηρεάστηκαν ή εμπνεύστηκαν αυτά από τους ριζοσπαστικούς φεμινισμούς.

Για όσους/ες δεν είχαν έρθει σε επαφή παλιότερα με αυτές τις ιστορικές δημιουργίες θα τα ξαναπούμε: το όλο ζήτημα ξεκινά από το ότι η πατριαρχία ως κοινωνική σχέση οργανώνεται πολύ διαφορετικά, παρόλο που έχει και τις ομοιότητές της, από άλλες εξουσιαστικές κοινωνικές σχέσεις. Έχει, λοιπόν, κάποιες ιδιαιτερότητες: για να καταδείξουμε τη φύση και λειτουργία αυτής της συγκεκριμένης και ιδιαίτερης καταπίεσης, λοιπόν, λέγαμε ότι πρέπει να υπάρχει μια συγκεκριμένη και ιδιαίτερη αντίσταση απέναντι στην καταπίεση αυτή. Οι γυναικείες συνελεύσεις ιδρύθηκαν ιστορικά για να συζητιούνται κοινές βιωματικές καταθέσεις, για την αφήγηση δηλαδή και επεξεργασία βιωμάτων που είχαν να κάνουν με το φύλο που έφεραν οι γυναίκες, συζήτηση επιπλέον θεμάτων της σεξουαλικότητας τα οποία ήταν καταδικασμένα να συζητιούνται στην ιδιωτική σφαίρα, συζήτηση ακόμη-ακόμη της βίας που δέχονταν οι γυναίκες εξαιτίας του φύλου τους, βία πολλαπλή – ψυχολογική, σωματική κτλ – και βέβαια να συζητιέται πιο συγκεκριμένα το μέγα θέμα του βιασμού, της κακοποίησης σε παιδική ηλικία, των ορίων που θέτει η κάθε γυναίκα γύρω από το σώμα της κτλ κτλ.

Δεν άργησαν, από τότε που οι ριζοσπαστικοί φεμινισμοί – για αυτούς μιλάμε πάντα – να αλλάζουν άρδην τις κοινωνικές σχέσεις και να καταφέρνουν νίκες, και οι αμιγώς αντρικές ομάδες οι οποίες ήταν βέβαια πιο μειοψηφικές και συνήθως παρουσιάζονταν ως «ουρά» του φεμινισμού. Σε αυτές τις ομάδες συζητιόνταν ως ένα βαθμό διαφορετικά πράγματα μιας και οι άντρες κατείχαν και κατέχουν τη θέση του καταπιεστή στην πατριαρχία. Εκεί το θέμα συχνά ήταν η αναζήτηση και η επεξεργασία θεμάτων όπως η δόμηση της αρρενωπότητας τους στο σχολείο, την οικογένεια και το στρατό, ή άσκηση και η αναπαραγωγή της βίας και η αποκάλυψη των θηλυκών, ας πούμε, πλευρών των αντρών. Φυσικά, βάση και των αντρικών  ομάδων ήταν μια σταθερή σχέση αλληλεγγύης με τους φεμινισμούς οι οποίοι αναγνωρίζονταν ως «η νόμιμη άμυνα/απάντηση των γυναικών στην πατριαρχία».

Ταυτότητα
Αυτές οι θέσεις μέσα στους έμφυλους κοινωνικούς ανταγωνισμούς βρίσκονταν συνήθως υπό μια συνεχή κριτική διακύβευση. Πολλές γυναίκες δεν αισθάνονταν γυναίκες και πολλοί άντρες δεν επεδίωκαν να υπερασπίζονται κάποια αφηρημένη αντρική ταυτότητα. Ωστόσο, όταν οι έμφυλοι κοινωνικοί ανταγωνισμοί, μετά από έναν βιασμό ή και μια πολιτική πχ της κυβέρνησης που στρεφόταν ενάντια στο γυναικείο πληθυσμό πχ για την άμβλωση, οξύνονταν, η πόλωση ισχυροποιούταν και ξεκινούσε μια στρατηγική επιδίωξη για υπεράσπιση ακόμη και των παγιωμένων από την κοινωνία έμφυλων ταυτοτήτων. Αυτή η υπεράσπιση ήταν λιγάκι διαφορετική όμως. Για να το εξηγήσουμε καλύτερα, λέμε συνήθως ότι: αν διώκεσαι ως ξένη, ως ξένη πρέπει να απαντήσεις, μην κάνοντας παραχωρήσεις από την ιδιαιτερότητα της ταυτότητάς σου, «αν σε διώκουν ως γυναίκα, απαντάς ως γυναίκα». Και αντίστοιχα αν απαντάς ως γυναίκα, ένα γυναικείο κίνημα είναι αυτό που πρέπει καταρχήν να γίνει σεβαστό και να εκτιμάται ως αυτό που δικαιούται να κάνει προτάσεις για το πώς να ξεπεράσει την ιδιαίτερη μορφή καταπίεσής του. Εξάλλου, για μεγάλο τμήμα των αντρών στα κινήματα, όπως και σε όλα τα κομμάτια της κοινωνίας, η καταπίεση για την οποία μιλούσαν οι γυναίκες «δεν υπήρχε» ή, πιο συνηθισμένα, «δεν γινόταν κατανοητή», «δεν γινόταν αντιληπτή» και μάλιστα χαρακτηριζόταν και «αόρατη». Δεν είναι να αναρωτιέται κανείς τότε γιατί μια αμιγώς γυναικεία ένοπλη ομάδα έγραφε στις προκηρύξεις της 25 χρόνια πριν πως «πολεμάμε/αντιστεκόμαστε για να κάνουμε την καταπίεση ορατή». Μέσω της γυναικείας αντι-βίας γινόταν φανερή η βία την οποία δέχονταν και επέλεγαν να χτυπήσουν. Μέσω της αντίστασης, η εξουσιαστική βία γινόταν ορτατή: η βία μπορούσε πια να ονομάζεται βία και το φύλο, από τόπος κυνηγιού όσων δεν ανήκαν στις ηγεμονικές αρρενωπότητες, γινόταν τόπος αντίστασης, όπου εκτυλισσόταν μια ανατρεπτική σειρά δράσεων και λόγων.

Ένα από τα σημαντικότερα πράγματα που δημιούργησαν οι γυναικείες συνελεύσεις και στέκια ήταν μια κάποια περηφάνια γύρω από τη γυναικεία ή και λεσβιακή ταυτότητα. Αυτή η περηφάνια και ο εορτασμός της ταυτότητας ήταν ανατρεπτικός, πολύ διαφορετικός από τον τρόπο που η κοινωνική πλειοψηφία επέβαλε ταυτότητες φύλου. Μπορούμε να δούμε αυτή τη διαφορά στο κυρίαρχο ίσως ζήτημα που αντιμετώπισε μετωπικά το β’ κύμα φεμινισμού ήταν ο βιασμός και η βία γενικότερα κατά των γυναικών. Μια στιγμή της ταυτότητας βλέπουμε όταν εκτυλίσσεται η βία. Δεν είχε σχεδόν ποτέ σημασία για τους κυνηγούς-άντρες αν «η γυναίκα δεν υπήρχε», αν κάποιες από αυτές δεν αισθάνονταν γυναίκες ή αν ήταν λεσβίες ή στρέϊτ, τι βιολογικές/ανατομικές διαφορές είχαν, αν είχαν έμμηνο ρύση ή δεν είχαν, αν σκέφτονται στερεοτυπικά γυναικεία ή όχι, αν γεννούσαν ή είχαν γεννήσει ή όχι και όλα αυτά. Ο ορισμός εξάλλου του τι σήμαινε «γυναίκα» δεν οριζόταν από τις ίδιες αλλά από τους κοινωνικά νομιμοποιημένους δράστες σε αυτή την περίπτωση. Ο, δε, βιασμός θεωρήθηκε από κομμάτια του γυναικείου κινήματος σα μια γενικότερη εναντίον τους στρατηγική, ένας βίαιος κοινωνικός έλεγχος εις βάρος των γυναικών από πλευράς των αντρών, ώστε να φοβούνται να ανοίγονται, να νιώθουν απειλημένες, να φοβούνται να κυκλοφορούν, ειδικά τα βράδια, να προσέχουν τι φοράνε, με ποιους μιλάνε, για τι μιλάνε κτλ. Αυτό που συνηγορούσε και συνηγορεί υπέρ μιας τέτοιας ερμηνείας είναι η οργανωμένη σαν σε καθεστώς μιας πλατιάς κοινωνικής συνωμοσίας απάντηση που συνήθως επιφυλάσσεται από τους θεσμούς και τους κοινωνικούς φορείς στα θύματα του βιασμού. Ακόμη και σήμερα πχ, πιστεύεται πλατιά στην ελλάδα πως ο βιασμός μπορεί να αποτελεί σφάλμα του θύματος, της γυναίκας που τον υφίσταται. Ένα από τα δυνατότερα σημεία ενίσχυσης αυτής της εγκληματικής απόφανσης είναι η φυσικοποιημένη μπούρδα πως ο άντρας δεν μπορεί να ελέγξει τις σεξουαλικές του ορμές αλλά και το γεγονός πως οι άντρες φτάνουν πολύ εύκολα βάσει της κοινωνικοποίησής τους από την οργή στη βία είτε και από την επιθυμία σεξουαλικής επιβολής στη βία.

Να δώσουμε ένα παράδειγμα: ένα μήνα πριν τη σημερινή εκδήλωση, μια Δανή τουρίστρια βιάστηκε στα Χανιά. Γνώρισε έναν ντόπιο σε ένα μπαρ. Διασκέδασαν μαζί και στη συνέχεια της πρότεινε να φύγουν για να πάνε να κοιμηθούν. Η κοπέλα τον ακολούθησε στο δωμάτιό του όπου εκείνος τη βίασε. Αυτή είναι η αφήγηση του ρεπορτάζ τουλάχιστον. Φυσικά ούτε η αφήγηση είναι αθώα αλλά εδώ θα την πάρουμε ως δεδομένη. Εφόσον εκείνη τον ακολούθησε στο δωμάτιό του είναι ψιλο-δεδομένο πως η απάντηση στην ελλάδα είναι πως εκείνη «πήγαινε γυρεύοντας», ότι «τα ήθελε», ότι ίσως έκανε ψευδή καταγγελία βιασμού κτλ. Εφόσον τον ακολούθησε στο δωμάτιό του τεκμαίρεται από την ευρύτερη κοινωνική συνείδηση πως ήθελε σεξ. Αυτή η ιδέα, ότι «μια γυναίκα θα έπρεπε να ξέρει τι να περιμένει αν πάει στο σπίτι ενός άντρα», όμως, «είναι βασισμένη στην [άλλη] ιδέα ότι οι άντρες δεν μπορούν να ελέγξουν τους εαυτούς τους ή ότι λόγω φυσικών ενστίκτων πρέπει να κάνουν σεξ με οποιοδήποτε κόστος»[1]. Και αυτή η αντίδραση πράγματι απαλλάσσει από οποιαδήποτε ευθύνη τον δράστη και εστιάζει στη συμπεριφορά του θύματος. «Για να δικαιολογηθεί μια τέτοια περίεργη στάση απέναντι στο έγκλημα, ο δράστης θεωρείται πέραν κάθε ελέγχου λογικής. Αφού είναι στο σπίτι του, με μια γυναίκα, πρέπει υποτίθεται να κάνει σεξ. Λοιπόν, πολλοί από εμάς ήμασταν σε πολλά ραντεβού και έχουμε σεξουαλικές επαφές διάφορων μορφών – αυτό που μας λέει η μικρή μας εμπειρία είναι ότι όταν δυο ή παραπάνω άνθρωποι θέλουν να κάνουν σεξ, το επικοινωνούν. Δεν υπάρχει τίποτα να υποθέσεις γύρω από το αν ο άλλος/άλλη θέλει να κάνει σεξ και έπειτα πρέπει να τον/την τραβήξεις σε κάτι που δεν θέλει. […] Αυτή η εικόνα επιδοκιμάζει την επιμονή της αντρικής κυριαρχίας πάνω σε όλα τα άλλα φύλα και επαν-ενισχύεται επίτηδες από μια ευρεία κλίμακα κοινωνικών συμπεριφορών και πολιτισμικών αφηγήσεων. Πρέπει όμως πάντα να κατανοούμε πως ο βιασμός ΔΕΝ είναι κακό σεξ. Ο βιασμός είναι βία μιας σεξουαλικοποιημένης μορφής ή αλλιώς σεξ χωρίς συναίνεση του θύματος»[2]. Ο βιασμός ΠΟΤΕ και ΠΟΥΘΕΝΑ δεν είναι σφάλμα του θύματος. Θα φανεί αυτό αν πχ ορίσουμε γενικά το βιασμό ως σεξ χωρίς συναίνεση του θύματος. Πως μπορεί λοιπόν να είναι υπεύθυνο ένα θύμα για ένα έγκλημα που υπέστη χωρίς να δώσει τη συναίνεσή του; Θα κάναμε, άραγε, αντίστοιχες ερωτήσεις στο έγκλημα της ληστείας ή της δολοφονίας ή οποιοδήποτε άλλο του ποινικού κώδικα που περιλαμβάνει βία; Έτσι, στο βιασμό πρέπει να συμπεράνουμε ότι οι αμφιβολίες γύρω από την ευθύνη του δράστη δεν αποτελούν παρά έναν καλά εδραιωμένο αμυντικό μηχανισμό, δικαιολόγησης του εγκλήματος, με τον οποίο μηχανισμό μάλιστα είναι καλά εξοικειωμένοι όχι μόνο πολλοί καθημερινοί άντρες αλλά και αυτοί που υποτίθεται θα έπρεπε να τιμωρούν τους βιαστές, οι ίδιοι οι δικαστές. Όλες οι παραπάνω σκέψεις έχουν προκύψει μέσα από τα έργα και τις ημέρες των δυνατών φεμινιστικών κινημάτων τρεις-τέσσερις δεκαετίες πριν καθώς βέβαια και την αυτοοργάνωση των γυναικών στο επίπεδο των δυναμικών συνελεύσεών τους. Η καλύτερη διερεύνηση του πεδίου της ταυτότητας στην οποία επιτίθετο ο αντρικός πληθυσμός και οι διάφοροι μηχανισμοί εξουσίας έκαναν ευκολότερη την αντίσταση αλλά και τη σταδιακή μετατόπιση της ίδιας της ταυτότητας.

Άμεσο αποτέλεσμα αυτής της επεξεργασίας ήταν να αλλάξουν συνολικά οι έμφυλες κοινωνικές σχέσεις αργά αλλά σταθερά σε πολλές χώρες και ως ένα ελάχιστο σημάδι αυτής της αλλαγής εμφανίστηκαν και συνειδητοποιημένοι άντρες που κατάλαβαν πως υποφέρουν επίσης από την πατριαρχική θέσμιση, έστω και με ένα διαφορετικό και ηπιότερο τρόπο από τις γυναίκες. Έτσι, πολλοί από αυτούς βρήκαν προσωπικά κίνητρα για να παλέψουν ενάντια σε αυτή την κοινωνική σχέση. Και για όσους άντρες λοιπόν δεσμεύονται ακόμη στον αγώνα κατά της πατριαρχίας γίνεται γρήγορα και εύκολα αντιληπτή μια σειρά κοινωνικά παγιωμένων καταστάσεων με την οποία αναπαράγονται οι βίαιες αρρενωπότητες, οι κατεξοχήν στυλοβάτες της έμφυλης εξουσίας/βίας: ενδεικτικά, πχ πιστεύει αυτή η κοινωνία ότι τα αγόρια δεν κλαίνε ή δεν θα έπρεπε να κλαίνε. Αυτό είναι ένα κλασικό στερεότυπο με βάση το οποίο από μικρή ηλικία διδασκόμαστε να υπάρχουμε ως αρρενωπότητες. Μαθαίνουμε να είμαστε σκληροί, να αντέχουμε τα χτυπήματα και περιμένουμε τους άλλους να μας πληγώνουν αλλά χωρίς να επιτρέπεται να το δείξουμε προς τα έξω για να μη χάσουμε μέρος του ανδρικού μας status.  Αντίστοιχα, εκπαιδευόμαστε στον ανταγωνισμό με υψηλή πίεση, στα ανταγωνιστικά αθλήματα – μας μαθαίνουν πώς να χρησιμοποιούμε «ελεγχόμενη επιθετικότητα» για να νικάμε και κάποιες φορές αυτή η διαδικασία λειτουργεί μάλιστα και ως μια «μεταφορά» – ένα μάθημα για τη ζωή: η βία είναι εντάξει αν παίζουμε με τους κανόνες, ή τουλάχιστον αν δεν μας πιάσουν όταν τους παραβιάζουμε. Ακόμα και τα αθλήματα είναι χωρισμένα σε αντρικά και γυναικεία ανάλογα με τα φύλα: οι γονείς στέλνουν τα αγόρια να μάθουν πολεμικές τέχνες ή τουλάχιστον μπάσκετ και ποδόσφαιρο, ενώ τα κορίτσια είναι πιθανότερο να κατευθυνθούν σε αθλήματα που έχουν λιγότερες βίαιες σωματικές επαφές. Αντίστοιχα, τα πρότυπα που συναντούμε σε μικρή ηλικία: παιχνίδια υπολογιστών, ταινίες, τηλεόραση, βιβλία, τραγούδια. Πολλά από αυτά είναι βουτηγμένα στη βία, με βίαιους άντρες πρωταγωνιστές που σώζουν τη γκόμενα κερδίζοντας αντίστοιχα το θαυμασμό των άλλων αντρών και φυσικά την αγάπη της γυναίκας λόγω των γενναίων πράξεών τους. Είναι, εξάλλου η γλώσσα του σώματος – καθώς μιμούμαστε μεγαλύτερα αγόρια και άντρες όσο μεγαλώνουμε και μαθαίνουμε ένα πακέτο κυρίαρχων συμπεριφορών από τον τρόπο που περπατάμε και μιλάμε μέχρι και τον τρόπο που στεκόμαστε δίπλα ή κοντά στις γυναίκες κτλ. Πολλά από αυτά τα σημάδια αν και δεν είναι άμεσα βίαια, φέρουν μια υπόσχεση βίας στην ατμόσφαιρα ή αυτό που αλλιώς θα λέγαμε «macho». Όπως είναι παραδεκτό από πολλούς συνειδητοποιημένους άντρες, «η βία είναι ο κατώτατος κοινός παρανομαστής επίδειξης δύναμης». Όλοι αυτοί οι «μηχανισμοί διαπαιδαγώγησης» θέτουν στις σημερινές αρρενωπότητες ένα σταθερό αίτημα για σκληρότητα, αντοχή και ικανοποιητική απόδοση κάτω από δύσκολες περιστάσεις. Αντίστοιχα, απομακρύνουν μια αρρενωπότητα από τα πιο τρυφερά συναισθήματα και την επικοινωνία τους – είναι πιο δύσκολη ακόμα και η εκφορά των λέξεων – ενώ οι σωματικές επαφές μεταξύ ανδρών είναι αντίστοιχα αυστηρά οριοθετημένες και τελετουργικές με αποτέλεσμα και η παραμικρή μη γνωστή ή αναγνωρίσιμη πολιτισμικά σωματική επαφή, ακόμα και ένας «πιο» εγκάρδιος χαιρετισμός, μερικές φορές να θεωρείται «παρεξηγήσιμος», ότι εκπίπτει δηλαδή στη θηλυκοποίηση, ένα χαμηλότερο στάτους εκθήλυνσης. Έτσι, το σώμα και η γλώσσα καταντούν έμφυλες φυλακές και δεσμοφύλακας ολόκληρη η κοινωνία που είναι έτοιμη να ελέγξει και να «παρεξηγήσει», να κατηγοριοποιήσει και, φυσικά, να τιμωρήσει.

Αυτή η περιφρούρηση της αρρενωπότητας σπάει όχι μόνον στο κεφάλι αλλά και στην πράξη, πχ αν αποφασίσουν κάποιοι πως δεν χρειάζεται να είναι τόσο σκληροί ή συνεχώς σε έλεγχο του οτιδήποτε συμβαίνει γύρω τους. Ή ότι πχ αυτή την επιμονή για την επίτευξη της αρρενωπότητας τους πρέπει να τη στρέψουν προς μια ολοκληρωτική καταδίκη της βίας και μια συμπάθεια για τα θύματα της πατριαρχίας. Αυτή η συμπάθεια δεν σημαίνει μονάχα το να τρέφει κανείς ενοχές για τα προνόμια που φέρει αν και συχνά μια τέτοια ενοχή μπορεί και να αξιοποιηθεί θετικά αν μας οδηγήσει σε συμπαγείς πράξεις άρνησης των προνομίων αυτών. Η “συμπάθεια” αυτή, ετερότητα τη λέμε εμείς, σημαίνει το να ανοίξουμε τα μάτια μας μπροστά στους αιώνες πατριαρχικής βίας, που αποκρυσταλλώθηκαν ως αιώνες κοινωνικών θεσμών, στενόμυαλης ιεραρχίας και καταπίεσης. Δεν χρειάζεται να περιμένουμε μέχρι να συναντήσουμε μια περίπτωση βιασμού ή σεξουαλικής παρενόχλησης για να απελευθερωθεί αυτή η ‘συμπάθεια’ – αν και δεν είναι δύσκολο στην ελλάδα να συναντήσεις στην καθημερινότητα τέτοιες περιπτώσεις. Η ετερότητα πρέπει πρώτα να ασκηθεί προς ανθρώπους όλων των φύλων και των σεξουαλικοτήτων και ιδιαίτερα τις λεσβίες, τους gay, τις τρανς που συνήθως δέχονται καθημερινά βλέμματα και συμπεριφορές, θέσμιση και δομές που τους αποκλείουν. Αλλά σημαίνει και «δουλειά» με τον εαυτό. Πάντα υπάρχει και κάτι πιο άμεσο και άρα πιο επώδυνο: σε μεγάλο βαθμό αυτό που περιφρουρεί την πατριαρχία στο σύνολό της είναι η ίδια η ομοφοβία, ο πυρήνας όλων των φόβων γύρω από την έμφυλη ύπαρξη, μια πηγή άγχους που μας έχει καλλιεργηθεί από μικρούς, ο φόβος αποσταθεροποίησης μιας από τις πιο σταθερές πλευρές του. Με λίγα λόγια, ο φόβος του να αισθανθούμε ντροπή όταν «προδίδουμε» την αρρενωπότητά μας μπροστά σε άλλους άντρες αλλά και η αντίστοιχη ντροπή επειδή φοβόμαστε να εκτεθούμε (Kimmel). Ένας φαύλος κύκλος. Όταν μια αρρενωπότητα αρχίζει να αμφισβητεί έτσι τη βία της και άρα και την κοινωνική βία και έλεγχο, ένα μικρό ρήγμα παρατηρείται στη θέσμιση και την κοινωνική συνοχή. Αυτό θα οδηγήσει με τη σειρά του στην ενθάρρυνση άλλων να κάνουν το ίδιο αλλά και – εξίσου σημαντικό – κάποιων γυναικών να έρθουν μπροστά και να μιλήσουν έξω από τα δόντια. «Προετοιμάζοντας το έδαφος για μια κοινή γλώσσα – όπου η βία ονομάζεται βία και ο βιασμός ονομάζεται βιασμός (και ΟΧΙ λάθος των γυναικών) – τότε στην πράξη ανοίγουμε και δημιουργούμε χώρο για να μιλήσουν κι άλλες γυναίκες»[3].

Ταυτόχρονα να είμαστε εν γνώσει του ότι λίγα καταλαβαίνουμε για τον τρόπο που βιώνεται η πατριαρχία από άλλες και ότι δεν πρέπει να σχετικοποιούμε αυτή την απόσταση μεταξύ των θέσεων καταπιεστή και καταπιεζόμενου, τουλάχιστον μέχρι να εξαφανιστεί η πατριαρχία. «Θα παρατήσουμε το φεμινισμό μόλις παρατήσετε την πατριαρχία» έλεγε ένα παλιό γυναικείο σύνθημα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε όπως έλεγε μια συντρόφισσα προς κάποιους συνειδητοποιημένους άντρες πως «το αντρικό βλέμμα είναι εκεί έξω κρίνοντας την αξία μας πάνω στα σώματά μας, οπουδήποτε κι αν πάμε, με τον αληθινό κίνδυνο του βιασμού σε καθημερινή βάση, τον πραγματικό βιασμό και τη σεξουαλική επίθεση (δεν ξέρω ούτε μια ενήλικη γυναίκα που δεν έχει βιώσει σε κάποιο βαθμό ένα είδος σεξουαλικής επίθεσης), τις ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες και τις εκτρώσεις, το αόρατο της λεσβιακής ύπαρξης, τη φτώχεια, την έλλειψη σεβασμού σε καθημερινή βάση και η λίστα συνεχίζεται. Μπορείτε να φανταστείτε πως περίπου είναι ίσως, μπορείτε να μας ρωτήσετε και κάποιες φορές ακόμη και να ακούσετε αλλά αν δεν περάσετε δέκα χρόνια της ζωής σας με lipstick και φόρεμα κάθε μέρα του χρόνου δεν θα μπορείτε ούτε ίσως να αρχίσετε να καταλαβαίνετε πως είναι. Και τη μέρα που θα συναντήσω έναν άντρα που πραγματικά συμπεριφέρεται με ένα φεμινιστικό τρόπο στις προσωπικές του σχέσεις και αλληλεπιδράσεις κάθε μέρα, όλη τη μέρα, και χωρίς να περιμένει ή να επιζητά επιβράβευση για αυτό, τότε θα πιστέψω στον αντρικό φεμινισμό. Και οι άντρες χάνουν στην πατριαρχία, ναι, όπως οι λευκοί σε μια ρατσιστική κοινωνία, σε έναν πιο περιορισμένο βαθμό και με όλη την εξουσία για να το αλλάξουν, αυτό λέγεται προνόμιο – το έχετε και εμείς όχι. Άρα, εσείς διαλέγετε πόσο συνειδητοποιημένοι μπορεί να είστε και πόσο αφήνετε τον εαυτό σας να επηρεάζεται από αυτά και μάλιστα επιβραβεύεστε όταν κάποια το παρατηρεί. Για μας, όμως, είναι απλώς η ζωή μας όπως την ξέρουμε εδώ και χρόνια».

Δικαιοσύνη
Είναι προφανές ίσως ήδη από  τον τρόπο που φτιάχτηκε αυτή η εισήγηση ότι βλέπουμε ως μόνο δρόμο για τη διατάραξη της σημερινής ομοιογένειας τη δημιουργία ακριβώς «προβοκατόρικων» και «σεπαρατιστικών» ομάδων που θα διεκδικούν πίσω λίγη κλεμμένη ζωή. Θα κλείσουμε, παράλληλα, αυτό το κομμάτι της εισήγησης με μια νύξη στο «τι κάνουμε» από δω και πέρα. Γιατί θεωρούμε, ως αυτόνομες/οι, πως πρέπει να ασχολούμαστε με θέματα απάντησης – δικαιοσύνης – αποκατάστασης της αλήθειας και των θυμάτων. Ότι δεν γίνεται να λέμε ότι μιλάμε πολιτικά αν δεν συμπεριλαμβάνουμε τέτοια θέματα και ότι δεν έχει νόημα το να μένουμε σε μια ανάλυση. Σε αυτή τη δικαιοσύνη την οποία αναζητούμε μιλάμε και στηρίζουμε και συγκεκριμένα αιτήματα – πχ το πάγιο αίτημα για παράσταση πολιτικής αγωγής από φεμινιστικές οργανώσεις σε δίκες για βιασμούς… Αλλά όπως είναι προφανές στην καθεμιά και στον καθένα που ασχολούνται με τη βία, τους βιασμούς και το trafficking στην Ελλάδα η δικαστική δικαιοσύνη όχι μόνο δεν είναι επαρκής αλλά και μας έχει συνηθίσει σε μια σειρά από εγκληματικές αποφάσεις. Την αντιλαμβανόμαστε κυρίως ως συνεργό των εγκλημάτων. Κάποια παραδείγματα: η δίκη για το βιασμό της βουλγάρας μαθήτριας στην Αμάρυνθο. Ακόμη ένα παράδειγμα σχετικά με τη δίκη βιασμού που διαπράχτηκε πριν χρόνια εναντίον 4 τουριστριών (αυτή η δίκη έχει λάβει μέχρι σήμερα 6 αναβολές και δεν καλούνται τα ίδια τα θύματα από το δικαστήριο). Αλλά και ένα τελευταίο παράδειγμα, πριν λίγες μέρες, όταν και αφέθηκε ελεύθερος μαστροπός που πρωτόδικα είχε καταδικαστεί σε 36 χρόνια κάθειρξη. Ενώ, αντίστοιχα, σε περιπτώσεις όπου τα θύματα απαντούν στη βία με βία, έχουμε φυσικά αυστηρές ποινές τιμωρίας από τα δικαστήρια είτε και αυστηρές εφαρμογές του μέτρου της προφυλάκισης. Τελευταία παραδείγματα τον τελευταίο μόνον μήνα η προφυλάκιση δύο κοριτσιών που σκότωσαν με μαχαίρι έναν γέρο που επιχείρησε να τις βιάσει στο χωριό Κερκίνη Σερρών αλλά και ένα ακόμη περιστατικό όταν μια 17χρονη Αλβανίδα στη Χερσόνησο Ηρακλείου κατηγορήθηκε για «επικίνδυνη σωματική βλάβη» όταν έθεσε εκτός μάχης τον πατέρα της, δράστη ενδο-οικογενειακής βίας, κατά την ώρα του έργου του…

Η περίπτωση της Αμαρύνθου για μας ήταν διδακτική και για αυτό την παίρνουμε ως μοντέλο: α) μας δείχνει πως καταρχήν τίποτα σχεδόν δεν μπορεί να γίνει εφόσον τα θύματα της εκάστοτε βίας δεν βγουν απέναντι στους δράστες δυναμικά και εξίσου σημαντικό, για την δική μας πλευρά, είναι πως καταλάβαμε πως δεν μπορεί να βρεθεί δικαιοσύνη μέσω δικαστηρίων και μέσω ενός συγκρατημένου, πολιτικαλι κορέκτ και «ίσων αποστάσεων» λόγου στον οποίο στηρίζονται μέχρι σήμερα πολλές οργανώσεις. Οι ξένες γυναίκες, ιδιαίτερα όταν είναι ανήλικες ή μικρές σε ηλικία, είναι παντελώς εκτεθειμένες στη βία όχι μόνο αυτών που τις κακοποιούν αλλά και των δικαστών που κατά κανόνα αθωώνουν τους δράστες. Αυτό το πρόβλημα για μας δεν είναι δευτερεύον ούτε λεπτομέρεια αλλά δείχνει ίσα-ίσα ένα κομμάτι της ωμής βίας που η ελληνική κοινωνία ήδη αγκαλιάζει και αποδέχεται εις βάρος των «ξένων» της αλλά και των γυναικών πιο συγκεκριμένα. Με την αποσιώπηση των περιστατικών αυτών κοινωνικά ή και δικαστικά, επικροτείται η βία. Έτσι, έχουμε να κάνουμε με ένα σύστημα που μας λέει πως πρέπει να αναμετρηθούμε μαζί του με άλλους όρους: οι συγκρατημένοι λόγοι και οι απλές καταγγελίες, οι δράσεις που λογαριάζουν να μη στεναχωρήσουν κανέναν δεν οδήγησαν πουθενά. Μόνος δρόμος για μας είναι η ανοιχτή ρήξη με αυτού του είδους την τακτική, ρήξη σε οποιοδήποτε επίπεδο. Επίσης, ένα δεύτερο συμπέρασμα, β), είναι πως το να μπλέξει κανείς ή καμιά σε υποθέσεις όπως αυτή της Αμαρύνθου σημαίνει ότι μπορεί να θίξει θέσφατα και αλήθειες που ούτε το ίδιο το κίνημα/ τα επιμέρους κινήματα δεν θέλουν να θίξουν. Το να ταχθεί κανείς ή καμιά άνευ όρων με ένα πρόσωπο που χρειάζεται την άμεση αλληλεγγύη και συμπαράσταση σε έναν κόσμο εχθρικό μπορεί να αποδειχθεί περιπέτεια που θα του ή της χαρίσει πολλούς εχθρούς και ελάχιστους φίλους. Για παράδειγμα, η πορεία των φεμινιστριών στην Αμάρυνθο περιθωριοποιήθηκε από τον υπόλοιπο χώρο ενώ και η πορεία των αναρχικών συνάντησε ισχυρή κριτική σε τόσο μεγάλο βαθμό που οι περισσότεροι συμμετέχοντες/ουσες αργότερα αναγκάστηκαν να σωπάσουν απωθώντας τα τραύματά τους ή κάνοντας εργασιοθεραπεία ασχολούμενοι με πιο «παραδοσιακά αναρχικά ζητήματα». Αυτό είναι λοιπόν μια απόφαση που θα έπρεπε να πάρει κανείς/καμιά και να το καλο-σκεφτεί πιο πριν. Η άσχημη κατάληξη στην Αμάρυνθο δυστυχώς οδήγησε και στο να μην επιδιωχθεί να μαθευτεί η δίκη και να οργανωθεί συμπαράσταση στη Χαλκίδα. Ακόμη και οι ελάχιστες/ελάχιστοι που ήταν κοντά στη μαθήτρια στην Αμάρυνθο, την εγκατέλειψαν στα μέσα της υπόθεσης με ηλίθιες δικαιολογίες και ζητώντας κινηματικά ανταλλάγματα. Ο δρόμος αυτός που προτείνουμε είναι σίγουρα μοναχικός αλλά είναι αξιοπρεπής. Δεν σου εγγυάται τη δημιουργία ενός μεγάλου κινήματος αλλά τη συμπαράσταση σε ζητήματα απλής επιβίωσης.

Κατά τη γνώμη μας η ελληνική κοινωνία βρίσκεται πράγματι σε μια κρίση, αλλά δεν είναι μια κρίση με λιγότερα λεφτά σαν αυτή για την οποία όλοι μας μιλούν, αλλά μάλλον μια κρίση σημαντικότερη, μια κρίση ομοιογένειας, που καλλιεργήθηκε χρόνια τώρα, τις δύο δεκαετίες ακριβώς που ο ελληνικός καπιταλισμός και η ελληνική κοινωνία τα πήγαιναν θαυμάσια πατώντας επί πτωμάτων. Έχοντας όσα είπαμε σήμερα σα βάση και παραμένοντας βέβαια σε αυτές τις εποχές της κρίσης ασυγκίνητοι και κυνικοί γύρω από τον τουρισμό ως νούμερο ένα βιομηχανία της ελλάδας, σκεφτόμασταν το εξής: είναι δυνατόν να μην προειδοποιούμε κανέναν και κυρίως καμία για το τι την περιμένει στην ελλάδα;

Εφόσον στην ελλάδα σκέφτονται την δημοκρατία τους κυρίως με τουριστικούς όρους, τουριστικής δημοκρατίας, ίσως μπορούμε να ποντάρουμε εκεί κάποιες ήπιες και αρχικές αντιδράσεις μας. Ειδικά ενόψει του ότι η ελλάδα χαρακτηρίζεται ως πρωτεύουσα των βιασμών τα καλοκαίρια σε ολόκληρη την Ευρώπη. Εμείς, έτσι, δεν μπορούμε να σκεφτόμαστε για την κρίση αυτή ή την άλλη ως συνέταιροι του ελληνικού κράτους όπως δυστυχώς προτείνει ένα κομμάτι της ελληνικής αριστεράς, αλλά ούτε και μας ενδιαφέρει ο στόχος της «σωτηρίας» αυτής της χώρας. Γιατί μια χώρα ποτέ δεν είναι η οικονομία της μόνο, αλλά και οι απόψεις της και οι πρακτικές της ή μάλλον κυρίως αυτές γύρω από το κυνήγι των ξένων και την υποταγή των γυναικών και όσων εκπίπτουν από την ηγεμονική αρρενωπότητα. Προτείναμε πχ από την εποχή της Αμαρύνθου ακόμα μια καμπάνια δυσφήμησης της χώρας. Δεν γίνεται να καλούν εδώ τουρίστριες χωρίς κόστος και αφήνοντάς τες στο έλεος βιαστών και δικαστών, σε έναν παραδοσιακό τόπο δηλαδή φιλοξενίας και προστασίας βιαστών. Δεν θα ήταν καθήκον μας να αρχίσουμε να φτιάχνουμε έναν δικό μας χάρτη της ελλάδας σε κρίση; Έναν χάρτη με no-go-areas για τις ξένες γυναίκες που έρχονται στην ελλάδα; Κάθε εκδήλωση γυρεύει ένα πρακτικό αποτέλεσμα, έτσι κι εδώ ψηλαφούμε το δικό μας περιθώριο αντίδρασης στο σημερινό καθεστώς.

Terminal 119 – για την κοινωνική και ατομική Αυτονομία
Ιούνης 2010

(εισήγηση στο στέκι Xanadu, στην Ξάνθη, http://xanadu.espivblogs.net/2010/06/24/%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%B1/ )

[1] LPMG response to “Wake up to Rape” report, Monday, 1 March 2010, London Pro-Feminist Men’s Group, http://londonprofeministmensgroup.blogspot.com/2010/03/lpmg-response-to-wake-up-to-rape-report.html

[2] Από αδημοσίευτη συνέντευξη των συντρόφων του London’s Pro-feminist Men’s Group.

[3] Ό. π.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s