Patriotism Crisis: a love story

(γιατί αν υπάρχει σήμερα μια κρίση αυτή βρίσκεται σίγουρα στη μνήμη)

Στις 8 Φεβρουαρίου ανακοίνωσε ο έλληνας πρωθυπουργός «Πατριωτισμός σήμερα, σημαίνει να βάλουμε όλοι πλάτη για να βγούμε από την κρίση που απειλεί τη χώρα μας». Κάθε φορά που ακούγαμε για κρίση κάτι βρωμούσε στην υπόθεση. Κάθε τρεις και λίγο, εδώ και πόσες δεκαετίες ακούμε για αυτή την κρίση. Έπειτα: νέα μέτρα, «μέτρα λιτότητας» έλεγαν στα media και από κοντά και οι αντιδράσεις από τους εργατοπατέρες. «Ο κόσμος δεν έχει λεφτά». Απεργίες, διαδηλώσεις, αντιπαραθέσεις στα media. Τελικά περνούσαν τα «νέα» μέτρα ή περνούσαν αργότερα σε πιο light μορφή. Κάθε φορά που ανεβαίνουν στην κυβέρνηση οι «σοσιαλδημοκράτες» η διαχείριση μάλιστα είναι πιο εύκολη: αυτοί ξέρουν τα κόλπα, τα συνδικαλιστικά, τα της ελεγχόμενης διαμαρτυρίας, τα της συσπείρωσης για «τον τόπο»[1]. Έτσι, ήταν σίγουρο πως θα μπούμε πάλι σε μια «κρίση». Αυτή η κρίση έχει ένα παλιό και ένα καινούργιο στοιχείο. Το καινούργιο είναι πως το λένε όλοι πως είμαστε σε κρίση («όλοι» είναι αυτοί που έχουν ένα κάποιο κύρος και εσωτερικά: η Γερμανία, η Ε.Ε., το Δ.Ν.Τ.). Το παλιό στοιχείο είναι ότι η κρίση αποτελεί ένα μηχανισμό εκφοβισμού του πλήθους, ένας τρόπος να συσπειρώσεις το πόπολο γύρω από μια εθνική προσπάθεια που χρειάζεται θυσίες από όλους και όλες, ανεξαρτήτως κοινωνικής-ταξικής θέσης, κομματικών ταμπελών και άλλων τέτοιων πραγμάτων. Όπως και στην περίπτωση κάθε κρίσης, κι αυτή η κρίση καταφέρνει το εξής: κάνει το Έθνος αόρατο… Κατά τη γνώμη μας, αυτή δεν είναι μια καινούργια κατάσταση. Πολλές φορές στο άμεσο ή απώτερο παρελθόν έγινε προσπάθεια μείωσης των μισθών – κάτι που με όρους μιας παραδοσιακής κριτικής πολιτικής οικονομίας θα λεγόταν «προσπάθεια διαπραγμάτευσης μιας ευνοϊκότερης για το κεφάλαιο αναδιάρθρωσης του ταξικού ανταγωνισμού». Τώρα, όμως, γιατί τόσος «πατριωτισμός» στο προσκήνιο; Γιατί τόση κινδυνολογία; Ο πρωθυπουργός έδωσε πράσινο φως στην Ε.Υ.Π. λένε (μυστικές υπηρεσίες) να ερευνήσουν το ποιοι (μπορεί να) είναι οι κερδοσκόποι. Με αυτή την απλή κίνηση υπονόησε το ότι οι κερδοσκόποι – σαν υφαντές μιας ξενόφερτης συνωμοσίας – έρχονται «απ’ έξω».

Δείγμα ενδεικτικό της εθνικιστικής πρόσληψης της κρίσης είναι και ο όψιμος αντι-γερμανισμός που προέκυψε το τελευταίο τρίμηνο από πλευράς ελληνικών ΜΜΕ και πολιτικών, σε αγαστή φυσικά συνεργασία με τα οφέλη του κράτους. Στα τέλη Φεβρουαρίου ο πρόεδρος της ελληνικής Βουλής, εκπροσωπώντας την πλειοψηφία των εδώ βουλευτών, κάλεσε τον Γερμανό πρέσβη στην Αθήνα να δώσει εξηγήσεις για τα δημοσιεύματα της εφημερίδας Bild και του περιοδικού Stern, καθώς και το εξώφυλλο του περιοδικού focus με την Αφροδίτη της Μήλου να κάνει κωλοδάχτυλα κάτω από τη λεζάντα «απατεώνες στην ευρω-οικογένεια». Η «επιθετικότητα» κάποιων γερμανικών ΜΜΕ παραλληλίστηκε με την επιθετικότητα των… Ναζί και έτσι επινοήθηκε ως εχθρός το «Δ’ (οικονομικό) γερμανικό Ράϊχ». Όταν πια στη Γερμανία εμφανίστηκαν δηλώσεις βουλευτών που παρότρυναν το ελληνικό κράτος να πουλήσει κάποια νησιά του ή την Ακρόπολη για να βρει χρήματα να ξεπληρώσει το χρέος του, ήταν η εδώ αριστερά (τα κόμματα του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ) που ανέλαβε την αντεπίθεση επαναφέροντας στη Βουλή το θέμα των αποζημιώσεων της ελλάδας από τη γερμανία από την περίοδο της ναζιστικής κατοχής. «Δεν έχουμε παραιτηθεί ποτέ. Το θέμα υφίσταται στις διμερείς σχέσεις», επιβεβαίωσε έπειτα και ο πρωθυπουργός. Ο εκπρόσωπος της εδώ κυβέρνησης έκανε αναφορά στο θέμα σε συνέντευξή του στο BBC και η γερμανική κυβέρνηση, διά στόματος Ούλριχ Βίλεμ, αναγκάστηκε να απαντήσει θεωρώντας το θέμα των αποζημιώσεων άσχετο με το χρέος της ελλάδας που την οδήγησε σε κρίση. Η ελληνική κυβέρνηση ανταπάντησε κτλ κτλ. Αυτή τη μικρή και επιφανειακή όξυνση στις ελληνογερμανικές σχέσεις, η οποία υπό άλλες συνθήκες θα ήταν ανάξια λόγου και σχολιασμού, την αναφέρουμε εδώ για να μας βοηθήσει να κάνουμε μια μίνι σημαντική αναδρομή στις ρίζες του ελληνικού καπιταλισμού στην «ευρωοικογένεια» αλλά και για να αναδείξουμε κάποιες σημαντικές συνιστώσες της κρίσης της μνήμης από την οποία εμείς πιστεύουμε ότι πλήττεται ο ελλαδικός χώρος και ο πληθυσμός του. Μάλιστα λέμε σε αυτό το κείμενο πως οι κρίσεις στη μνήμη ή αλλού είναι για μας σημαντικότερες από τις οικονομικές κρίσεις και στο μέτρο φυσικά που οι τελευταίες προσλαμβάνονται ως εθνικές μελαγχολικές εξάρσεις του ότι «ο κόσμος δεν έχει λεφτά»[2].
Βάστα Ρόμελ![3]
«Ο Αλέξης μισούσε τους Γερμανούς γιατί ήταν δυνατοί. Περιφρονούσε τους Ελληνες γιατί ήταν αδύνατοι. Ελυσε το ζήτημα του ίδιου του του αντρισμού εκμεταλλευόμενος και τους δυο. Οι Ελληνες που είχαν ιδανικά γελοιοποιήθηκαν. Οι Γερμανοί που είχαν τα όπλα και τα τανκς νικιόνταν με την εξυπνάδα. Το να τους ξεπεράσεις σε εξυπνάδα σήμαινε να τους πάρεις χρήματα. Το να κάνεις να σωπάσει η φωνή της συνείδησης σήμαινε να πετάξεις τα χρήματα. Ηταν εικοσιέξι χρονών κι έλεγε πως θα σκοτωνόταν πριν απ’ το τέλος του πολέμου. Η ζωή έπρεπε λοιπόν να είναι διασκέδαση»[4].

Η περίοδος 1941-1945 πέρα από όσα άλλα υπήρξε – το ελληνικό Ολοκαύτωμα, το λιμό του χειμώνα του ‘42, το κάψιμο χωριών και άλλα πολλά – ήταν αναμφισβήτητα και μια «χρυσή εποχή» για ένα κομμάτι του ελληνικού πληθυσμού. Όπως έχει γραφτεί αλλού: «μια πελώρια ευκαιρία οικονομικής και κοινωνικής ανόδου για χιλιάδες έλληνες πολίτες. […] Βιομήχανοι που έκαναν χρυσές δουλειές χάρη στις παραγγελίες της Βέρμαχτ ή την παραγωγή ειδών πρώτης ανάγκης, υπεργολάβοι δημοσίων έργων που άνοιγαν δρόμους κι έφτιαχναν λιμάνια ή αεροδρόμια για λογαριασμό του στρατού κατοχής, μικροί και μεγάλοι μαυραγορίτες, «διαμεσολαβητές» κάθε λογής που έσωζαν (ή «προσπαθούσαν να σώσουν») ζωές με αντάλλαγμα χρυσές λίρες – όλοι αυτοί αποτέλεσαν τους κερδισμένους των ημερών, τη σπονδυλική στήλη της εθνικοφροσύνης και τη μαγιά του «αναπτυξιακού θαύματος» των επόμενων δεκαετιών»[5]. Αρκετοί από τους 1,500 «αγοραστές» την εποχή της Κατοχής έφτασαν να βρίσκονται μεταπολεμικά με 11 έως 20 ακίνητα παραπάνω. Πολλά από αυτά τα ακίνητα «κόστισαν» τότε μέχρι και μία λίρα ενώ αδιευκρίνιστο μένει πόσα από αυτά ήταν στη Θεσσαλονίκη και ανήκαν σε μέλη της εβραϊκής κοινότητας. Ένας από τους σημαντικότερους «αγοραστές» ήταν το νομικό πρόσωπο της ελληνικής Εθνικής Τράπεζας.

Φασίστες, δωσίλογοι ή απλώς καιροσκόποι και εκμεταλλευτές του πόνου «άλλων» δεν ήταν ποτέ δύσκολο να βρεθούν στην Ελλάδα. Αυτή η ραχοκοκαλιά του έθνους για διάφορους λόγους ούτε νέα πέθανε ούτε τσακίστηκε μεταπολεμικά αλλά όπως ξέρουμε εξυψώθηκε και ανταμείφθηκε με τις μεγαλύτερες τιμές. Για αυτό ήταν κάπως οξύμωρο τώρα πια που το ελληνικό κράτος δέχτηκε κάτι κωλοδάχτυλα να θυμηθεί γερμανικές αποζημιώσεις από την Κατοχή. Οι άντρες των ταγμάτων ασφαλείας απελευθερώθηκαν από τον ονομαζόμενο και «γέρο της δημοκρατίας» Γεώργιο Παπανδρέου, παππού του σημερινού πρωθυπουργού, οι δωσίλογοι και οι μαυραγορίτες δεν φυλακίστηκαν ποτέ ενώ οι βιομήχανοι που τότε συγκαταλέγονταν στους κατοχικούς «αγοραστές» είναι και σήμερα επίκεντρο της μικρής βιομηχανίας και των βιοτεχνιών (πχ Χυτήρογλου, Λαναράς).

Μετά, εξάλλου, υπήρχε η μαγική χρονιά του 1959. Ας δώσουμε προσοχή σε αυτό: τρεις εξελίξεις υπάρχουν μέσα σε αυτή τη χρονιά, όλες κοντά μεταξύ τους. Πρώτον, ένας έκτακτος νόμος του πρωθυπουργού Καραμανλή με βάση τον οποίο αρνείται το ελληνικό κράτος να διεκδικήσει πολεμικές αποζημιώσεις από το γερμανικό για όσα έκανε το τελευταίο στα 1941-1944. Δεύτερον, άλλος ένας έκτακτος νόμος με βάση τον οποίο αμνηστεύονταν οι ναζί εγκληματίες πολέμου στην ελλάδα και οι φάκελοι μεταβιβάζονταν οριστικά στη Δ. Γερμανία[6]. Άμεση συνέπεια αυτού του δεύτερου νόμου ήταν πως η Ελλάδα θα αποφυλάκιζε τον Μαξ Μέρτεν, νούμερο ένα υπεύθυνο για τη γενοκτονία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης και μόνο φυλακισμένο ναζί στην Ελλάδα (με ποινή 25 χρόνων)[7]. Δεύτερη συνέπεια αυτού του νόμου θα ήταν, επίσης, το να μη ζητήσει τον Αλοις Μπρούνερ, νούμερο δύο υπεύθυνο για τις εξοντώσεις εβραίων στη Θεσσαλονίκη, να εκδοθεί από τη Συρία, παρά τις συνεχείς εκκλήσεις της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης[8]. Η τρίτη εξέλιξη που έχουμε το 1959 είναι βέβαια η αίτηση του ελληνικού κράτους για να ενταχθεί στην ΕΟΚ, αίτηση που κρίθηκε πετυχημένη δύο χρόνια αργότερα οπότε και ξεκίνησε η ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. Τα δύο χρόνια ελληνογερμανικής συνεργασίας χαρακτηρίστηκαν πετυχημένα, ίσα ανταλλάγματα τέθηκαν και κανένα από τα ονόματα ελλήνων που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν οι ναζί δεν βγήκε στο προσκήνιο. Έτσι ξεκινάει και η βρώμικη ιστορία της ένταξης της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οπότε, κανένα πρόβλημα.

Όλα αυτά σήμερα κρύφτηκαν στις πίσω σελίδες της ιστορίας για να αναδειχτεί το πρότυπο της Ελλάδας ως ενός ‘φτωχού συγγενή μα περήφανου πατριώτη’, παραπονεμένου μέλους της Ε.Ε. Έτσι όταν ακούμε το ελληνικό κράτος να ωρύεται με έναν όψιμο αντι-γερμανισμό και «αντι-ναζισμό» δεν θα έπρεπε να παραπλανηθούμε. Το εδώ κράτος πληγώνεται βεβαίως και σκυλιάζει όταν το «μαλώνει» η Γερμανία όμως παράλληλα αυτό το κλάμα «πουλάει» προς τα έξω και θα σιωπήσει μόλις επιτύχει τους στόχους του (πχ Δανειοδότηση). Εκμεταλλεύεται, έτσι, τις σταθερές ποιοτικές διαφορές μεταξύ των δύο καπιταλισμών – ο ένας καπιταλισμός μαυραγορίτικος, κομματάκι loser με σταθερή έλλειψη μνήμης, «πολυμήχανος» αλλά και θρασύς, ο άλλος πια ως εκφραστής μιας τεχνικής τελειότητας («τα τρένα έρχονται πάντα στην ώρα τους» λέει μια έκφραση) και μιας αλαζονικής εθνικής διάθεσης για μόχθο[9]. Δεν θα θέλαμε να μπούμε στα της ουσίας της διαμάχης: το τι ακριβώς αρνούταν το γερμανικό κράτος και κεφάλαιο από το ελληνικό και τους ποικίλους τρόπους εκβιασμού που επιστράτευσε το ελληνικό. Θέλουμε απλά να πούμε πως ο ελληνικός καπιταλισμός είναι ένας μαυραγορίτικος καπιταλισμός και το κράτος του ένα κράτος των συνεργατών των ναζί, ακόμα και σήμερα, απλώς κάτω από μεταπολεμικές συνθήκες. Και το αποκορύφωμα του είναι πια η πλατειά υποστήριξή του από την απόλυτη πλειοψηφία του ελληνικού λαού και όλων των στρωμάτων του, από αγρότες μέχρι εργάτες και μικροαστούς, και όλες ανεξαιρέτως τις πρωτοπορίες του, μιας και οι οικονομικοί αγώνες, όπως φαντάζεστε κατά την άποψή μας, δεν είναι από μόνοι τους επαναστατικοί, ιδιαίτερα δε όταν γίνονται σε βάρος μειοψηφιών.

Σαν κατακλείδα για το θέμα θα έπρεπε να ειπωθεί πως ο όψιμος ελληνικός «αντι-γερμανισμός» είναι σκέτη ιδεολογία, λόγος εθνικής συσπείρωσης και τίποτα άλλο. Όλα αυτά μας λένε πως οι «αποζημιώσεις των γερμανών» χρησιμοποιούνται από τις εκάστοτε κυβερνήσεις και αντιπολιτεύσεις , και πάντα με την πλήρη υποστήριξη του λαού, σαν κωλόχαρτα για να σκουπίζουν τους κώλους της μετα-Άουσβιτς γερμανίας. Εμείς λέμε ότι το αίτημα για αποζημίωση των τεράστιων εγκλημάτων και καταστροφών και ιδιαίτερα οι αποζημιώσεις των ελλήνων εβραίων, τόσο από τους γερμανούς όσο και από τους έλληνες δωσίλογους, θα πρέπει να μπαίνει μόνιμα μέχρι την πραγματοποίησή του αλλά και μέχρι την οριστική τιμωρία των συμμετεχόντων, ανεξάρτητα από το αν υπάρχει κρίση ή όχι, ανεξάρτητα από το αν ανέβηκε ή όχι το spread. Όταν το αίτημα για αποζημιώσεις, όμως, μπαίνει σαν ατού για φτηνότερο δανεισμό, θα πρέπει να καταγγέλλεται σαν μια δεύτερη λεηλασία, αυτή τη φορά ηθική.
Αργεί κι άλλο ο «εργατικός Δεκέμβρης»;
Μεσολάβησε η παραπάνω ιστορική αναφορά για να δείξουμε την κρίση στη μνήμη, μια από τις σημαντικότερες πλευρές της σημερινής κρίσης κατά τη γνώμη μας. Παρά το θάψιμο αυτών των δυσωδών ιστοριών σχετικά με το τι σημαίνει ανάπτυξη, πρόοδος και εκσυγχρονισμός του ελληνικού κράτους, αυτή η κρίση συνεχίστηκε και τις επόμενες δεκαετίες είτε με το κόλπο «εθνική συμφιλίωση» και «πρόοδος» μετά τις δεκαετίες ’40, ‘50, ’60, είτε με το θάψιμο κάθε όξυνσης και κοινωνικών ανταγωνισμών στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Τα τελευταία 20 χρόνια κάπως έτσι κατάφεραν να γίνουν τα χρόνια ευημερίας του ελληνικού λαού και του καπιταλισμού. Καθόλου τυχαία, ήταν τα τελευταία αυτά ακριβώς 20 χρόνια του επενδυτικού επεκτατισμού στα Βαλκάνια, της άγριας εκμετάλλευσης των μεταναστών στο εσωτερικό της χώρας και της μικροαστικοποίησης- ανόδου του ατομικισμού που επικρατεί στην ελληνική κοινωνία. Σήμερα αυτή η κρίση για την οποία όλοι μιλούν, λένε ότι θα είναι καθοριστική για το μέλλον του πολιτικού συστήματος στην ελλάδα. Προφανώς αερολογίες και αοριστίες και τίποτα σημαντικό δεν κρύβεται πίσω από αυτά τα λόγια. Αυτές οι … προβλέψεις, στον επαναστατικό χώρο, μεταφράζονται σε έναν λίγο-πολύ αστήρικτο αισιοδοξισμό που αγαπά το αυθόρμητο και τον πανικό, νομίζοντας πως η αντίδραση που θα ακολουθήσει τον μεγάλο πανικό θα είναι ντε και καλά μια… ξαφνική αντιεξουσιαστική στροφή. Πολλοί περίμεναν για διάφορους λόγους πως ενόψει κρίσης τώρα θα επαναλαμβάνονταν τα γεγονότα της εξέγερσης του Δεκέμβρη 2008, απλά αυτή τη φορά σε μεγαλύτερη κλίμακα καθώς πλέον στους δρόμους θα βρισκόταν και η ντόπια εργατική τάξη. Μια θέση αρκετά αισιόδοξη θα λέγαμε που εξάλλου δεν λογάριαζε τον ξενοδόχο: αφενός τα διάφορα στρώματα του ελληνικού πληθυσμού που έχουν στις πλάτες τους αυτές τις κρίσεις μνήμης που σας περιγράφουμε και μια ανικανότητα να θέσουν μέχρι στιγμής ριζοσπαστικά περιεχόμενα και μορφές αγώνα αλλά και τη συνεχή στρατιωτικοποίηση του κράτους τους, αφετέρου, που αναζητά την περαιτέρω αμύντική του οχύρωση απέναντι σε εξωτερικούς αλλά και εσωτερικούς εχθρούς.

Ενώ, λοιπόν, πολλές κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων αρχίζουν να νιώθουν λίγο από κρίση και δέχονται ήδη τις συνέπειες των «μέτρων της κρίσης», ένας τομέας υπαλλήλων που μένει απείραχτος είναι – μαντέψτε – ο κλάδος των σωμάτων ασφαλείας. Όχι μόνο αυτό αλλά πραγματοποιήθηκαν εντός του περασμένου Μάρτη και 2,500 νέες προσλήψεις αστυνομικών[10] – η μηχανοκίνητη ένοπλη ομάδα «Δίας» – αλλά και άλλες 500 από ειδικούς φρουρούς. Το νέο, για άλλη μια φορά, ασφαλιστικό τους θίγει δε ελάχιστα – δεν είναι έκπληξη. Παράλληλα, ένας υπουργός μόνο, ίσως για τις εντυπώσεις, έθιξε το ζήτημα των προνομιακών όρων των στρατιωτικών συντάξεων. Δεν θα ήταν και πολύ δύσκολο να θιγούν αυτές οι συντάξεις τώρα πια με την αφορμή της κρίσης και της πατριωτικής συσπείρωσης όπου «όλοι» πρέπει να κάνουν θυσίες. Θα μπορούσε εξάλλου να λειτουργήσει και σαν τιμωρία για τα απαίσια συνθήματα που φώναξαν στρατιωτικοί και λιμενόμπατσοι στην τελευταία παρέλαση της 25ης Μαρτίου[11].

Ωστόσο, τον υπουργό επανέφερε στην τάξη το αριστερό κοινοβουλευτικό κόμμα του Συνασπισμού. Το τμήμα σωμάτων ασφαλείας του Συνασπισμού διεμήνυσε πως ο υπουργός δεν έπρεπε να επιδείξει τόση ανευθυνότητα καθώς τέτοιες δηλώσεις «προκαλούν αναστάτωση στο προσωπικό και στη λειτουργία των Ενόπλων Δυνάμεων και Σωμάτων Ασφαλείας με αρνητικά αποτελέσματα στην Άμυνα, την Δημόσια Τάξη και την Οικονομία της χώρας»[12]. Τώρα το να μιλάς από τη μια ενάντια στην κρίση και από την άλλη να ανησυχείς για το προσωπικό (sic) που «δουλεύει» στις ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας, εμάς δεν μας φαίνεται και πολύ επαναστατικό για να σας πούμε την αλήθεια[13].

Δεν είναι πολύ μακριά από αυτή τη διάθεση και διάφορες άλλες δυνάμεις της αριστεράς, οι οποίες αντί να αναπτύξουν αντιφασιστικά και αντεθνικά ελατήρια απέναντι στις πατριωτικές κορώνες της κρίσης και να θέσουν έτσι τις βάσεις για οποιαδήποτε παραπέρα συζήτηση, ακολουθούν ευχαρίστως το «λαό τους» ο οποίος μάλλον κρατικοδίαιτος παρά αντι-κρατιστής θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Έτσι κι αυτοί τείνουν – στην καλύτερη ένδειξη «ριζοσπαστισμού» τους (από τον Μαρκέτο μέχρι τον Λαπαβίτσα) – να συμβουλεύουν το κράτος να κηρύξει παύση πληρωμών και, άρα, να χρεοκοπήσει για να δράσει τουλάχιστον για το καλό… του λαού. Όλες αυτές οι οργανώσεις όχι άδικα ονομάζονται ως «το αριστερό χέρι του κράτους».

Το γενικό αίσθημα στις μέχρι τώρα πορείες είναι ότι «οι πολιτικοί είναι πουλημένοι και ότι έχουν εξευτελίσει τη χώρα» – κλασικός μικροαστικός αντικαπιταλισμός δηλαδή που υπήρχε και «πριν την κρίση». Τίποτα νέο. Παράλληλα μπορεί κανείς να μην στεναχωριέται μεν για το ότι σπάζονται τράπεζες από τα πιο δυναμικά ή ριζοσπαστικά κομμάτια της πορείας, από την άλλη η ταύτιση των τραπεζών με το κεφάλαιο προδίδει συνήθως μια φετιχιστική ανάλυση που της διαφεύγει πως ο καπιταλισμός είναι ένα μάτσο κοινωνικών σχέσεων που δεν μπορείς να τις σπάσεις (ανατινάξεις κτλ) ανεξάρτητα από την προσωπική στάση που κρατάς στην καθημερινότητά σου και σε σχέση με τους γύρω σου και κυρίως τους από κάτω σου… και χωρίς βέβαια μια ανάλυση που επιτίθεται στο καπιταλιστικό σύστημα συνολικά πέρα από το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Με λίγα λόγια που ήταν οι αντιδράσεις – όχι στην κρίση αλλά ας πούμε στην «κανονικότητα» του κεφαλαίου – όταν οι πιο πάνω αναφερόμενοι δωσίλογοι επιχειρηματίες έκαναν χρυσές δουλειές και προσελάμβαναν αθρόα αμιγώς ελληνικό προλεταριάτο με καλούς όρους εργασίας κτλ; Τότε ήταν όλα καλά άραγε; Αν ψάχναμε και πιο βαθιά στο ποιοι πλήττονται από την κρίση θα βρίσκαμε ίσως και κάτι άλλους που θίγονται από την κρίση τους οποίους όμως δεν θα θέλαμε να σωθούν με τίποτε… Μιλάμε για τους αγρότες, τους μεσαίους, τους δήθεν μικρούς κτλ που βασανίζουν μετανάστες στα κωλοχώραφα της επαρχίας της Πελοποννήσου, τους ίδιους αυτούς ντόπιους που συνασπίστηκαν από 3-4 χωριά εκεί στο νομό Ηλείας για να ξυλοφορτώσουν όχι μία αλλά δύο φορές οργανωμένα μέλη του κομμουνιστικού κόμματος που σε μια σπάνια επίδειξη αφέλειας και έλλειψης μάλλον της σωστής γραμμής τόλμησαν να αμφισβητήσουν τον τρόπο μεταχείρισης των μεταναστών-σκλάβων στην περιοχή που βγάζουν τις ωραίες φράουλες Μανωλάδας[14].

Έτσι, όταν βλέπουμε κάποιοι να μιλούν για «κρίση» και κάποιοι άλλοι να ετοιμάζονται για «εργατικούς Δεκέμβρηδες» έχουμε μικρές προσδοκίες. Όχι επειδή είμαστε σκατόψυχοι. Κάποιοι από εμάς δουλεύουμε, με χάλια όρους, και όλοι δε γουστάρουμε. Αλλά… υπάρχουν κάποιες σταθερές όπως το αν υπάρχει αυτοοργάνωση των αγώνων και βέβαια ριζοσπαστικά αιτήματα. Αλλά να, όχι μόνον αυτά στην τελική. Θέλουμε αυτό το πράγμα που θα βγει (αν βγει) να έχει μνήμη, να έχει μνήμη για το ποιους/ες έφτυσε, ποιους/ες πάτησε και ποιους/ες πούλησε όλα αυτά τα χρόνια, πάνω σε τι εθνικά κριτήρια βασίστηκε και πατώντας επί ποίων πτωμάτων την είδε λίγο «αλλιώς». Έχουμε την άποψη πως τα χτεσινά τομάρια της ελληνικής κοινωνίας, ανεξαρτήτως ταξικής προέλευσης, δεν πρόκειται φέτος να γίνουν σούπερ-επαναστάτες. Για αυτό δεν θα τους γλείψουμε. Και ούτε θα τους πούμε τα αυτονόητα.

Είμαστε από αυτούς και αυτές που πιστεύουν – βλέπετε – στην ιστορική μνήμη και ότι η ιστορία δεν συγκροτείται από τυχαία γεγονότα ή ατυχήματα. Να δώσουμε ένα παράδειγμα για την περίπτωση της Θεσσαλονίκης: ο εθνικισμός και ο αντισημιτισμός που ήταν υπόλογοι στο να διαλυθεί το ιστορικά αυθεντικό διεθνιστικό κίνημα της Φεντερασιόν που είχε η Θεσσαλονίκη στις αρχές του αιώνα καθώς και η με ελληνική συνεργασία εξόντωση του σαλονικιώτικου προλεταριακού εβραϊσμού την περίοδο της γερμανικής κατοχής και το πέταγμα στα σκουπίδια όλης αυτής της εμπειρίας έχουν ιστορικά καταγραφεί στη μνήμη. Η Θεσσαλονίκη και το όποιο μέλλον κίνημά της κατά τη γνώμη μας δεν θα μπορούσε να το ξεπεράσει αυτό σαν ασήμαντο ιστορικό επεισόδιο, δίπλα σε όλα τα άλλα. Σίγουρα ο ντόπιος εθνικισμός και αντισημιτισμός – ακόμη και το Ολοκαύτωμα – δεν είναι πηγή όλων των κακών και λόγος που εξηγεί τα πάντα στο μέλλον. Αλλά το κενό στη μνήμη, οι βρωμιές που θάφτηκαν σε χιλιάδες περιπτώσεις και η άρνηση-θάψιμο αυτών των βρωμιών καθηλώνουν έναν πληθυσμό, μια πόλη στο παρελθόν της. Ένα κομμάτι της ιστορίας λείπει.

Πάμε παρακάτω. Πριν λίγους μήνες Αιγύπτιοι ψαράδες, κοντά στη Ν. Μηχανιώνα Θεσ/νίκης διεκδίκησαν δυναμικά μισθούς και αξιοπρεπή μεταχείριση με αποτέλεσμα να παίξουν και ξύλο με ντόπιους μαφιόζους και φασίστες. Για άλλη μια φορά η απουσία των αλληλέγγυων «εργαζόμενων» ήταν εκκωφαντική. Προφανώς το πρόβλημα που προσπαθούμε να περιγράψουμε δεν είναι απλά η αδυναμία άρθρωσης μιας αντικαπιταλιστικής ανάλυσης και πρακτικής που θα στοχοποιεί τον ελληνικό καπιταλισμό και κράτος, την αντιπροσωπευτική δημοκρατία και την ανάθεση της επίλυσης των προβλημάτων σε τρίτους «άλλους».

Κατά την άποψή μας δεν υπάρχει καμιά ιδιαίτερη κρίση σήμερα, με αυτή την έννοια, η οποία κρίση – αν ήταν πραγματική – θα σηματοδοτούταν μόνο αν υπήρχε ένας αξιοπρεπής και σοβαρός αντίπαλος στις κινήσεις του ελληνικού κράτους. Αυτό που λαμβάνει χώρα σήμερα αντιθέτως είναι μια καπιταλιστική αναδιάρθρωση που επιχειρεί να ανανεώνει με το όπλο της δημιουργίας φόβου (για την ‘πατρίδα’ και κατ’ επέκταση για τον καθένα και την καθεμία) τη διαπραγμάτευση νέων όρων εκμετάλλευσης προς το χειρότερο για αυτούς και αυτές που εργάζονται. Αλλά και κάτι άλλο: ένας πειθήνιος πληθυσμός που ψάχνει νέους φταίχτες και ηγέτες λέγοντας παράλληλα στις δημοσκοπήσεις πως τρία χρόνια πριν τις εκλογές δεν θα ψηφίσει κανέναν μα… όλοι/ες ξέρουμε καλά πως όταν έρθουν οι εκλογές, όλα θα είναι στη θέση τους με ελάχιστες μετατοπίσεις. Αυτή η κατάσταση είναι περσινά ξινά σταφύλια για την ελλάδα: τις μέρες που γράφεται το κείμενο ανακοινώθηκε πως το ελληνικό κράτος θα δεχτεί τη βοήθεια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου[15], μια εξέλιξη που από πλευράς αριστεράς του αντιδραστικού αντι-καπιταλισμού σηματοδότησε σειρά δηλώσεων ενάντια στην «ολιγαρχική» πλουτοκρατία, τους 10 καπιταλιστές της Goldman Sachs και άλλες τέτοιες φετίχ-ταυτίσεις του καπιταλισμού με ‘πάμπλουτους μεγιστάνες που πίνουν του λαού μας’. Το πρόβλημα των περισσοτέρων με το ΔΝΤ φαίνεται να είναι πως είναι ξένα αφεντικά αντί για ντόπια, πως πλέον μπαίνει ζήτημα εθνικής κυριαρχίας στην οικονομία και δίνουν και παίρνουν οι βλακείες περί «δωσίλογων» πολιτικών, κατοχής της χώρας και πατριωτικές αερολογίες. Από τη δική μας πλευρά – αφού ενηλικιωθήκαμε τουλάχιστον – αρχίσαμε να ψάχνουμε σχήματα και τρόπους σκέψης που σπάνε αμετάκλητα το αφελές δίπολο «καλή κοινωνία/ καλοί εργαζόμενοι» και «κακό κράτος/κεφάλαιο».

Η διαφαινόμενη ήττα των οποιωνδήποτε διαμαρτυριών λαμβάνουν χώρα σήμερα, δίχως να θέλουμε να προκαταβάλουμε την εξέλιξή τους, για μας δεν είναι μια ήττα «κάποιων καλών» γενικά και αόριστα. Έχει δύο πτυχές. Από τη μια επιθυμούμε φυσικά την ήττα πολλών που δεν μας ενδιαφέρουν. Από την άλλη, για τους πιο ειλικρινείς μα πάντα μειοψηφικούς συμμετέχοντες των αγώνων, είναι μια ήττα που προστίθεται πάνω σε παλιές ήττες και μια ήττα που στην επόμενη «κρίση» θα συνυπολογιστεί κι αυτή. Αλλά το βασικότερο είναι ότι τέτοιες «ήττες» αποκρύπτουν το υπόλοιπο της κρίσης, το ηθικό κομμάτι, το κομμάτι της μνήμης. Και έτσι κάπως ανοίγει ξανά το θέμα του ορισμού και του εύρους της κρίσης αυτής. Σε αντίθεση με όσους αποκαλύπτουν πίσω από το κάθε τι οικονομικά κίνητρα και αιτίες, δικιά μας προσκόλληση και κατεύθυνση είναι το ακριβώς αντίθετο: να βρίσκουμε και να ξεσκεπάζουμε δυσώδεις εθνικές ιστορίες πίσω από αυτό που παρουσιάζεται σαν απλώς οικονομικό και μοιρολατρικό.

Οι ντόπιοι ριζοσπάστες, όποιοι υπάρχουν τέλος πάντων, θα έκαναν καλά να αρχίσουν να αναρωτιούνται τι απέμεινε από τον αντι-καπιταλισμό τους; Μήπως η ανάδειξη απλά του στόχου του όχλου (πχ βγενόπουλοι, μπαινόπουλοι και άλλοι;) καθώς και τα αστειάκια για το τι σημαίνουν τα αρχικά του ΔΝΤ; Μήπως απέμεινε μόνον ο λαϊκισμός, τα παχιά λόγια για το αφηρημένο κακό και η κριτική στο σατανά-χρηματοπιστωτικό σύστημα βεβαίως σε αντίθεση με το καλό παραγωγικό κεφάλαιο; Μήπως; Και πέραν αυτού: άντε και μπήκανε στη Βουλή οι κρατικοδίαιτοι φίλοι σας από την μικροαστική/εργατική τάξη. Και μετά τι; Θα δουλέψει άραγε κανείς το πως αλληλοπλέκονται πατριωτισμός και «νέα οικονομικά μέτρα» ή είναι δευτερεύον ζήτημα που θα αντιμετωπίσουμε μετά την… (εθνικοσοσιαλιστική) επανάσταση; Χωράει αντι-ρατσισμός στα κινήματα που ετοιμάζονται; Χωράει απάντηση στις πλήρως νομιμοποιημένες πια λέξεις «τόπος», «πατρίδα», «λαός» που όλο και συχνότερα διαβάζουμε σε κείμενα ελλήνων αριστερών και αναρχικών; Ή μήπως τώρα είναι η ώρα για λείανση των διαφορών μας ενόψει των «μεγαλειωδών διαδηλώσεων»; Μήπως αυτές οι μεγαλειώδεις διαδηλώσεις έγιναν το απόλυτο κριτήριο ακόμη και για να υποθέτουμε χωρίς σιγουριά δολοφονικό κίνητρο στους δράστες της Μαρφίν, απλά για να καθαρίσουμε το… όνομα της αναρχίας/αριστεράς ενώπιον του δήθεν αγνού ελληνικού προλεταριάτου;[16] Ερωτήματα – πιστεύουμε – νόμιμα που θα έπρεπε να απασχολούν αυτούς και αυτές που αναμένουν τον «εργατικό Δεκέμβρη» βλέποντας Μάϊκλ Μουρ και κάνοντας τις καλοκαιρινές τους διακοπές.

Terminal 119
Ιούνης 2010

[το κείμενο αυτό, κάπως μικρότερο, εμφανίστηκε στο τεύχος του Ιούνη 2010 του ριζοσπαστικού γερμανικού περιοδικού Phase2 – ενάντια στην πραγματικότητα, http://phase2.nadir.org/ ]

[1] Γιατί αυτό; Γιατί σχεδόν ο,τι υπήρχε και δεν υπήρχε στην Ελλάδα μεταπολιτευτικά ως συνδικαλιστικό κίνημα, έπειτα θεσμοποιήθηκε και ενσωματώθηκε από τους σοσιαλδημοκράτες. Ενδεικτικά, μια σειρά προέδρων του μεγαλύτερου φορέα εκπροσώπησης των εργαζομένων, η ΓΣΕΕ, υπουργοποιήθηκαν αμέσως μετά τη θητεία τους.

[2] Δεν θα προχωρήσουμε σε αυτό το κείμενο σε συμβουλές για το πώς φτιάχνονται τα σοβαρά… κινήματα. Αλλά θα θυμίσουμε την ύπαρξη κάποιων θραυσμάτων από το παρελθόν που επιβιώνουν ως και σήμερα. Σκοπός μας δεν είναι να γλείψουμε εργατικές τάξεις, ντόπιες ή άλλες, αλλά ούτε και να καταραστούμε την αφάνειά τους. Έχουμε πει παλιότερα βέβαια μέσα από άλλες δομές πως ο μαρξισμός (ή να λέγαμε καλύτερα «ταξικο-λαγνεία»;) – και ειδικά ο εν ελλάδι μαρξισμός – θα έπρεπε να αναζητηθεί ως ένας από τους κύριους συνυπεύθυνους της ταύτισης της οικονομικής μιζέριας με την οργή και… άρα με τις δυνατότητες για επανάσταση. Αυτό που βρωμούσε ήδη από την αρχή στο μαρξισμό – δηλαδή το να βρεις κίνητρο για την επανάσταση μέσω προσωπικών οικονομικών συμφερόντων γιατί ο… «κόσμος δεν έχει λεφτά» – δεν ήταν δύσκολο να μετεξελιχθεί σήμερα σε βαριά ασθένεια γκρινιάρηδων που βρίζουν τους πλούσιους επιχειρηματίες (ίσως γιατί οι ίδιοι δεν έγιναν τέτοιοι) και νομίζουν πως κάνουν ταξική πάλη – και άρα πιο συγκεκριμένα το «ο κόσμος δεν έχει λεφτά» να μεταφράζεται πιο εύκολα σε «δεν υπάρχει ρευστό στην αγορά». Τα είχε πει ο Αντόρνο (για έναν μέχρις αηδίας υλισμό του μαρξισμού που έτεινε να εξισώνεται με την επιχειρηματική νοοτροπία) αλλά ποιος τον άκουγε;

[3] «Βάστα Ρόμελ!» ήταν η κραυγή των μαυραγοριτών κατά την περίοδο της γερμανικής Κατοχής. Η διάλυση της ελληνικής οικονομίας σε συνδυασμό με την υποτίμηση του νομίσματος είχε αναδείξει ένα κομμάτι του πληθυσμού που πλούτιζε πουλώντας πανάκριβα βασικά αγαθά, πχ λάδι, ανταλλάζοντας τα για παράδειγμα με ακίνητα, τεράστιες περιουσίες κτλ. Οι μαυραγορίτες ήλπιζαν στη διατήρηση της γερμανικής Κατοχής ώστε να κάνουν «χρυσές δουλειές». Όντας ενήμεροι για τη σκληρή αντίσταση που συναντούσε ο Ρόμελ στην Αφρική, με την κραυγή αυτή τον παρότρυναν να αντέξει.

[4] Μερκούρη, Μ. Γεννήθηκα Ελληνίδα, Αθήνα 1995, σ.79

[5] Οι χρυσές ευκαιρίες της Κατοχής – Ελευθεροτυπία, 3/4/2010, http://iospress.gr/ios2010/ios20100403.htm

[6] Τις μέρες που γράφεται το κείμενο αυτό, υπουργός της σημερινής κυβέρνησης ανακοίνωσε την πρόθεση του να καταργήσει αυτό το νόμο έστω για να γλύψει λίγο ετεροκαθορισμένα την εβραϊκή κοινότητα.

[7] Για όποιον/α αναρωτιέται, ο Μέρτεν απελάθηκε στη Γερμανία δήθεν για να δικαστεί. Προφανώς δεν εξέτισε καμία ποινή και ψόφησε ήσυχος κάπου στα 1972.

[8] Πάλι για όποιον/α ενδιαφέρεται, τουλάχιστον ο Μπρούνερ από ότι λέγεται έχασε ένα μέρος των χεριών του και το ένα του ματάκι εκεί στη Συρία γιατί, λένε, ήταν πολύ ανυπόμονος όταν άνοιγε το ταχυδρομείο του κι αυτό, όχι σπάνια, έκρυβε εκπλήξεις…

[9] Καλύτερα, για αυτό το τελευταίο δείτε το «Γερμανοί εν καιρώ ειρήνης!», το τελευταίο κείμενο του Café Morgenland που παρουσιάστηκε σε εκδήλωση μιας Antifa στο Βερολίνο και μεταφρασμένο υπάρχει εδώ: http://www.terminal119.gr/cgi-bin/load.cgi?show.php?id=501

[10] Ας σημειωθεί ότι ήδη πριν τις προσλήψεις αυτές η Ελλάδα είχε τους περισσότερους ανά κατοίκους αναλογικά αστυνομικούς από όλες τις χώρες της Ε.Ε. Βλέπε και Λίγο Έγκλημα, Πολλή Αστυνομία, Ελευθεροτυπία, 29/11/09, http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=106805

[11] Μεταξύ των συνθημάτων ακούστηκαν και τα «Δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ, το αίμα σου θα χύσουμε γουρούνι Αλβανέ», «Τους λένε Αλβανούς, τους λένε Σκοπιανούς, τα ρούχα μου θα ράψω με δέρματα από αυτούς». Για την ιστορία, αφού το θέμα πήρε δημοσιότητα από την Ελευθεροτυπία και μόνον τότε, αποφασίστηκε να τιμωρηθεί ένας αξιωματικός των λιμενόμπατσων. Η ποινή άγνωστη αφού ακόμα… διενεργείται έρευνα για το περιστατικό. Βλέπε Ρατσιστικά συνθήματα από ΟΥΚ, Ελευθεροτυπία, 26/03/10, http://www.enet.gr/?i=news.el.ellada&id=145379

[12] Ανακοίνωση του Τμήματος Σωμάτων Ασφαλείας του ΣΥΝ για το ασφαλιστικό και τις δηλώσεις του Υπουργού Εργασίας, 21/01/2010, http://www.syn.gr/gr/keimeno.php?id=17527

[13] Ας ειπωθεί ότι το «προσωπικό» αυτό που φώναξε τα συνθήματα στην παρέλαση και δουλεύει στα σώματα ασφαλείας δεν είναι άλλο από αυτό που «υποδέχεται» τις βάρκες των μεταναστών στο Αιγαίο, άλλοτε βουλιάζοντάς τες και άλλοτε τρομοκρατώντας τους μετανάστες και στέλνοντάς τους πίσω στην Τουρκία.

[14] Όταν λέμε για «σκλάβους» και «κακομεταχείριση» όχι μόνο υπερβολικοί δεν είμαστε αλλά και λίγα λέμε. Συγκεκριμένα, πυροβολισμοί και ξυλοδαρμοί εναντίον μεταναστών στην Ηλεία είναι μια πικρή καθημερινότητα. Πριν ένα χρόνο μάλιστα δύο από «αυτούς» τους μετανάστες τους έσυραν οι ντόπιοι με μηχανάκια στην κεντρική πλατεία του χωριού για παραδειγματισμό. Ενώ άλλους αρκέστηκαν να τους δένουν σε δέντρα και να τους μαστιγώνουν. Αμερικάνικος Νότος; Μπά! Τρόπος παραγωγής πελοποννησιακών φραουλών… Μα, φυσικά η επανάσταση τους χωράει όλους.

[15] Φαίνεται πως δεν εισακούστηκαν οι προβληματισμοί του μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ σε ανακοίνωση του στις 18/03/10 για την κρίση: «Δέν γνωρίζομεν ὅτι τό λεγόμενον Διεθνές Νομισματικόν Ταμεῖον (ΔΝΤ) εἰς τήν ἀδηφάγον ἀγκάλην τοῦ ὁποίου μᾶς ὠθεῖ ἡ δῆθεν ἀλληλεγγύη τῶν ἑταίρων μας εἰς τήν Εὐρωπαϊκήν Ἕνωσιν ἀποτελεῖ ἐπιχειρησιακόν βραχίονα τοῦ πανισχύρου κοσμικῶς σατανιστικοῦ καί σιωνιστικοῦ, ἑβραϊκοῦ λόμπυ τῶν Η.Π.Α.;», http://www.imp.gr/Nea.htm

[16] Η συλλογικότητα δεν έκρινε απαραίτητο να τοποθετηθεί με ξεχωριστό κείμενο για τα γεγονότα της Μαρφίν. Το πώς προσλάβαμε το γεγονός φαίνεται και από τη μικρή νύξη που κάνουμε εδώ. Για όσους/ες ξαφνικά ανακάλυψαν πρόβλημα βίας στην ελληνική κοινωνία ας ξανακοιτάξουν καλά, εδώ και 100 χρόνια τι παίζει στην ελλάδα – απλά να κοιτάνε τα θύματα κάθε καταγωγής. Για τους άλλους/ες που αναζητούν λύσεις για το πρόβλημα βίας στο… χώρο δεν έχουν παρά να αρχίσουν συζητήσεις, σοβαρές, στις συνελεύσεις τους και να πάρουν αποφάσεις. Κείμενα και σκέψεις υπάρχουν εδώ και χρόνια (και δικά μας και από άλλους/ες), οπότε καλό διάβασμα και προβληματισμό! Μην ξεχνάμε ότι πολλά ταμπού σπάσανε φέτος γύρω από τη βία: τόσο η χουλιγκανο-κινούμενη επίθεση φασιστικού χαρακτήρα στην ώρα συνέλευσης της κατάληψης Υφανέτ στη Θεσσαλονίκη όσο και η πρόσφατη ρατσιστικής έμπνευσης βόμβα στο σπίτι του Ανουάρ, του προέδρου μιας εκ των πακιστανικών κοινοτήτων στην ελλάδα. Και μάλιστα αυτά τα χτυπήματα έγιναν εν πλήρει συνείδηση των αποτελεσμάτων τους.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s