Το εκκρεμές της Κρίσης ανάμεσα στο Έθνος και την Τάξη [μέρος β’: Η μεγάλη μάχη της Σαλονίκης]

Πριν τρία χρόνια περίπου γράψαμε ένα μικρό κείμενο για τη σημασία που έπαιξε ο αντισημιτισμός στη συγκρότηση του ελληνικού κράτους (εισήγηση ‘Ο αντισημιτισμός ως σημασία για τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους’, Ιούνης 2009’). Είχαμε σταθεί τότε σε μια σειρά αντισημιτικών περιστατικών μετά το 1821, στο ορόσημο της δήθεν απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης το 1912 – τον γενικότερο εξελληνισμό της πόλης αλλά και το πογκρόμ του 1931 που ακολούθησε – και, τέλος, αναφερθήκαμε στο ρόλο του ελληνικού αντισημιτισμού κατά τη γερμανική κατοχή και το Ολοκαύτωμα. Εκείνο το κείμενο χρησίμευσε και σαν απάντηση στο ερώτημα γιατί πρέπει κανείς ασχολούμενος με την ελληνική ιστορία να επιμείνει στον αντισημιτισμό (επιλογή που χρεωνόταν ως σχεδόν ψυχαναγκαστική στο terminal). Εξάλλου, κατευθύναμε το κείμενο σε κόμβους της ελληνικής εθνικής ιστορίας με στόχο επίσης σημαντικό: να καταπολεμήσουμε την άγνοια ή την προκατάληψη που θέλει κυρίως ή μόνον τη γερμανική ιστορία συνδεδεμένη με το εξοντωτικό αυτό μίσος. Αντιθέτως, ο αντισημιτισμός είναι και ελληνική υπόθεση – είπαμε τότε. Αυτό που δεν ήταν εξαρχής ορατός ως στόχος τότε, όμως, εκείνου του κειμένου και που κάπως προέκυψε – ήταν πως τα ξεσπάσματα του αντισημιτισμού στην ελληνική ιστορία υπήρξαν έκδηλα ειδικά στις περιόδους όπου το ελληνικό κράτος ιδρυόταν, μετασχηματιζόταν, επανιδρυόταν, επεκτεινόταν, εσωτερικά κι εξωτερικά. Με λίγα λόγια ο αντισημιτισμός και οι καταστροφές του εις βάρος των ελλήνων εβραίων υπήρξε σταθμός και το μίσος για τον μεγάλο αυτό Άλλο λειτούργησε καταστατικά, κάθε φορά που οι έλληνες γύρευαν να προσδιορίσουν τη δική τους εθνική ταυτότητα, το κράτος δηλαδή να γεμίσει με περιεχόμενο την ελληνική ιθαγένεια.

Βέβαια, οι εβραίοι δεν ήταν οι μοναδικοί «εξωτερικοί» ή εσωτερικοί εχθροί του ελληνικού κράτους. Πάνω στους κραδασμούς της κρατικής υπόστασης θυσιάστηκε κι άλλο, μπόλικο αίμα ξένων (τούρκοι που τους ονόμασαν μουσουλμάνους, μακεδόνες, αλλά και άλλοι: σλάβοι, αρμένιοι κλπ). Ήταν, όμως, οι μόνοι που δοκίμασαν την εξοντωτική μανία του ιδιαίτερου μένους εναντίον τους, του αντισημιτισμού. Η φύση του που δεν αρκείται στην αφομοίωση του άλλου, ακόμη και στην περίπτωση που ο άλλος, ο Άλλος, αποζητά την πλήρη αφομοίωση του.

Και ως προς τι είναι οι σελίδες και τα στοιχεία που παρουσιάζονται εδώ σήμερα κομμάτι μιας αυτομόρφωσης; Απλή η απάντηση.

α) Αφενός, βγάζουν στη φόρα τη βρωμιά και τη σαπίλα κάποιων από τις σημαντικότερες στιγμές συγκρότησης της ελληνικής εθνικής ταυτότητας – πράγμα χρήσιμο αν σκοπεύει να καταφερθεί κανείς εναντίον της.

β) Αφετέρου, μας δείχνουν εξίσου επίκαιρα και σήμερα ότι αφομοίωση και εξέγερση είναι δύο δρόμοι αντίθετοι – αυτό μας λέει πως οποιοδήποτε αίτημα αφομοίωσης των σημερινών ξένων στην ελλάδα, στους θεσμούς του ελληνικού κράτους και τα ήθη του ελληνικού όχλου είναι απολύτως και οριστικά ασυμβίβαστο με οποιαδήποτε ανατρεπτική πολιτική. Ας σημειωθεί βέβαια ότι η αφομοίωση, σε αντίθεση με την ενσωμάτωση, είναι μια διαδικασία βίαιη εις βάρος του Άλλου. Αλλά και αντίστροφα: η μη στήριξη των απλούστερων αιτημάτων ανεξάρτητης διαβίωσης και επιβίωσης από πλευράς των ξένων αυτής της κοινωνίας, αν δεν συναντά τη συμφωνία μας αλλά τη σιωπή μας, τότε αυτή η σιωπή είναι συνένοχη σε κάθε κρατικό έγκλημα και έγκλημα του όχλου, είτε το διέπραξε η ίδια είτε άφησε να συμβεί στην αυλή της.

γ) Τη σημερινή κουβέντα, τέλος, τη βλέπουμε συναφή χρονικά και με τη συζήτηση περί κρίσης που δεσπόζει στον ελληνικό δημόσιο χώρο σήμερα. Πολλές συγκρίσεις γίνονται στις μέρες μας από ιστορικούς ή μη με την κρίση του ’29 στην ελλάδα και τον κόσμο: προσδιορίζοντας κανείς τις ομοιότητες μεταξύ των δύο εποχών στην ελλάδα, εστιάζει στην τότε και την τώρα αντεργατική νομοθεσία, στην τότε και την τώρα βία και πολιτική αστάθεια, στην τότε και την τώρα ανάδυση των ακροδεξιών δυνάμεων. Είναι προφανές ότι μία μόνο σύγκριση δεν μπορεί να γίνει: του τότε οργανωμένου, διεθνικού και αποφασισμένου εργατικού κινήματος με το σημερινό ανύπαρκτο και ελληνοποιημένο εργατικό κίνημα. Η σημερινή εισήγηση ρίχνει λίγο φως και για το ποια μονοπάτια πρέπει να ακολουθηθούν, ΑΝ φυσικά μιλάμε ως άνθρωποι που διατηρούν κακές σκέψεις στο μυαλό τους για κράτη και πατρίδες. Στρέφουμε σήμερα την προσοχή μας/σας στη διάλυση των τότε προλεταριακών δομών στην ελλάδα, μια διαδικασία που από πλευράς κράτους δεν ήταν ούτε απλή ούτε σύντομη αλλά και από πλευράς προλεταριάτου φάνηκε ότι ήταν μη-αναστρέψιμη, αν αναλογιστούμε τα επίπεδα οκνηρίας αλλά και εθνικίλας της σημερινής ελληνικής εργατικής τάξης της χώρας αλλά και των ανθρώπων που τη γλύφουν.

Η μάχη της Σαλονίκης

‘El Combate’, δηλαδή «Η Μάχη» ήταν το όνομα της εφημερίδας που έβγαινε στη Θεσσαλονίκη με διευθυντή τον σοσιαλιστή Αβραάμ Μπεναρόγια, δύο φορές απελαθέντα από το ελληνικό κράτος και λιποτάκτη του βουλγάρικου στρατού. Ο Μπεναρόγια ήταν μέλος της Φεντερασιόν (Federation Socialiste), δηλαδή Ομοσπονδία στα ισπανοεβραϊκά, της πρώτης σοσιαλιστικής οργάνωσης στην πόλη, βασικά εβραϊκής λόγω της πλειοψηφίας των μελών της αλλά παράλληλα πολυεθνική μιας και η πολιτική της ιδιαιτερότητα ήταν ακριβώς η προώθηση μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας με κυρίαρχο χαρακτηριστικό τη συνύπαρξη και ισότητα μεταξύ των διάφορων πολιτισμικών ταυτοτήτων. Χαρακτηριστική ήταν μάλιστα και η προσωπικότητα του Μπεναρόγια για ένα τέτοιο σχέδιο: πρωτοστατούσε στην οργάνωση αυτόνομων κομματιών του ελληνικού εργατικού κινήματος, πολιτισμικά ήταν εβραίος και βέβαια καταγόταν από τη Βουλγαρία.

«Η εβραϊκή προέλευση του συλλόγου δεν ήταν τυχαία, καθώς το εβραϊκό προλεταριάτο της Θεσσαλονίκης αποτελούσε τα δύο τρίτα των χειρωνακτών εργατών.»[1] Θα δώσω λίγα στοιχεία για τον εβραϊκό πληθυσμό της πόλης τότε – ίσως σας θυμίσουν και σημερινές πραγματικότητες: το 90% των Εβραίων της πόλης δεν είχαν δικαίωμα ψήφου στις δημοτικές εκλογές της Θεσσαλονίκης. Σε κάθε σχεδόν εβραϊκό εργατόσπιτο της Σαλονίκης τότε ζούσαν τέσσερις έως και πέντε οικογένειες (15-20 άτομα). Εννοείται σε σπίτια χωρίς κήπο. Σε αυτές τις συνθήκες ζούσαν 45,000 Εβραίοι την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα.[2] Ένας στους τρεις (32%) από την εργατική τάξη της εποχής ανήκε στις ηλικίες 10 με 19 χρονών, ενώ ακόμη ένας στους τρεις (29%) ανήκε στις ηλικίες 20 με 29 χρονών. Οι νέοι εργάτες, επίσης, της πρώτης ηλικιακής κατηγορίας δούλευαν αμισθί για τους πρώτους τρεις μήνες της δουλειάς.

Στο ζήτημα της ενσωμάτωσης στο ελληνικό κράτος, η Φεντερασιόν υποστήριζε την ενσωμάτωση, όχι όμως απλώς μια ενσωμάτωση Εβραίων στο ελληνικό κράτος ή το οθωμανικό ή το βουλγάρικο αλλά σκεφτόταν το ζήτημα αυτό σε συνάρτηση με τον ιδεολογικό χαρακτήρα του προτάγματος της. Επιζητούσε, έτσι, την ενσωμάτωση όλων των εθνοτήτων, όλων των πολιτισμικών εστιών σε ένα κοινό σοσιαλιστικό όραμα. Ο Μπεναρόγια γράφει επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας:

«το Οθωμανικό έθνος αποτελείται από αρκετές εθνότητες που ζουν στην ίδια περιοχή και έχουν η κάθε μία διαφορετική γλώσσα, κουλτούρα, λογοτεχνία, έθιμα και χαρακτηριστικά. Για εθνικούς και φιλοσοφικούς λόγους, (εμείς) θεωρήσαμε ότι είναι επιθυμητό να συγκροτήσουμε μια οργάνωση στην οποία να προσχωρήσουν όλες οι εθνικότητες χωρίς να εγκαταλείψουν τη γλώσσα και την κουλτούρα τους. Ακόμα καλύτερα: κάθε μία από αυτές θα είναι ικανή να αναπτύξει την κουλτούρα και την ατομικότητά της ανεξάρτητα, καθόσον θα εργάζεται για το ίδιο ιδανικό: το σοσιαλιστικό ιδανικό…».[3]

Να σημειωθεί ότι η Φεντερασιόν στρατολογούσε και σοσιαλιστές σιωνιστές και μάλιστα στελέχη όπως ο Αλμπέρτο Αρδίτι, πράγμα που ο Μπεναρόγια θεωρούσε μεγάλη επιτυχία. Το 1909 μάλιστα στα γραφεία της Φεντερασιόν, στο «Σπίτι των Εργατών», φιλοξενήθηκε ομιλία του Νταβίντ Μπεν Γκουριόν, του μετέπειτα γ. γ. της Γενικής Συνομοσπονδίας Εβραίων Εργατών, αρχηγού του Εργατικού Κόμματος και πρώτου πρωθυπουργού του Ισραήλ.

Ο Μπεναρόγια «κήρυσσε συνεχώς τα οφέλη και την αναγκαιότητα των διεθνικών συνδικάτων, αλλά μόνο οι Εβραίοι εργάτες ενδιαφέρονταν για τα σχέδια αυτά. Σύμφωνα με τους Έλληνες εργάτες, οι ελληνικοί εθνικοί δεσμοί είχαν ήδη ικανοποιήσει τις ανάγκες τους…».[4] Να διευκρινίσουμε εδώ ότι μιλάμε για τη νόμα, την κυρίαρχη τάση στους έλληνες εργάτες και όχι τις ‘αισχρές μειοψηφίες’ και τις εξαιρέσεις. Ο εθνικισμός των ελλήνων εργατών με αυτή την έννοια στάθηκε εμπόδιο μπροστά σε οποιοδήποτε ταξικό κίνημα στη Σαλονίκη. Κι αυτό μάλιστα σε αντίθεση με το επαναστατικό κίνημα της Ιστανμπούλ όπου Αρμένιοι, Τούρκοι μουσουλμάνοι, Τούρκοι εβραίοι κι Έλληνες συνεργάζονταν καλύτερα.

Η Φεντερασιόν πάλεψε έτσι σθεναρά ενάντια στον ελληνικό εθνικισμό ο οποίος προσπάθησε να την κάμψει και να εθνικοποιήσει τον χαρακτήρα της. Η Φεντερασιόν πάλεψε παράλληλα και ενάντια στο τότε εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα των εβραίων, τον σιωνισμό, γιατί είδε τους σοσιαλιστικούς και κομμουνιστικούς της στόχους να συγκρούονται με τους εθνικοαπελευθερωτικούς σιωνιστικούς. Ο Μπεναρόγια επαναλάμβανε το σύνθημα του Κάουτσκυ: «Όχι ο σιωνισμός, αλλά η σοσιαλδημοκρατία θα τσακίσει τον αντισημιτισμό!». Αυτή η «ιδιαίτερη ιδεολογική πρακτική που αντιπαραθέτει την εθνική προς την ταξική σχέση, επέτρεψε στη Federation να γίνει η σημαντικότερη σοσιαλιστική οργάνωση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία»[5], διευκολύνοντας όμως παράλληλα – και δυστυχώς θα προσθέταμε εμείς – την προσαρμογή της οργάνωσης στο νέο ελληνικό εθνικό κράτος. «Δυστυχώς» λέμε γιατί το ελληνικό κράτος εκμεταλλεύτηκε σύντομα το διεθνιστικό χαρακτήρα της οργάνωσης ώστε να την απομακρύνει από τους Βούλγαρους, τους Σιωνιστές και τους Τούρκους – αποτελειώνοντάς την όμως παράλληλα με ελληνικούς εθνικούς μηχανισμούς – πράκτορες, μπάτσους, στρατό, ΜΜΕ και εργατοπατέρες, δηλαδή όλα τα πρόσωπα της καταστολής όπως θα δούμε παρακάτω.

Πρώτα, όμως, πρέπει να αναρωτηθούμε το εξής. Είναι η μελέτη της ιστορίας της Φεντερασιόν ένας δόκιμος τόπος για να ερευνήσουμε τις σχέσεις εθνικισμού και ταξικής συνείδησης, αντισημιτισμού και ριζοσπαστικών οραμάτων, φασισμού και επαναστατικού διεθνισμού; Εμείς λέμε ότι είναι ο πιο δόκιμος τόπος που θα βρούμε στη σύγχρονη ιστορία του ελληνικού κράτους. Κι αυτό το δικαιολογούμε ως εξής: το κομμουνιστικό κίνημα στην ελλάδα μέχρι και τα 1918, όταν η Φεντερασιόν μεσουρανούσε στη Σαλονίκη, είχε εμβρυακή ανάπτυξη και περιθωριακή παρουσία. Έτσι, δεν θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί πως η Φεντερασιόν αποτέλεσε τη ‘μητέρα’ του (εργατικού) ριζοσπαστισμού στην ελλάδα. Όπως είναι γνωστό, εξάλλου, από πρωτοβουλία μελών της Φεντερασιόν, φτιάχτηκε και το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, δημιουργήθηκαν συνδικάτα αλλά και εργατικά ταμεία αλληλοβοήθειας ήδη από το 1908.[6]

Επιπλέον, η Φεντερασιόν λόγω της πολυεθνικής της σύστασης και του ακέραιου επαναστατικού της χαρακτήρα, παρέμεινε σοφά διεθνιστική – σε σημείο μάλιστα που να διακηρύσσει τα πιο προχωρημένα διεθνιστικά αιτήματα στις πιο δύσκολες εποχές. Θα θέλαμε να αναλογιστείτε, δηλαδή, τι σημαίνει το ελληνικό κράτος να βρίσκεται σε επεκτατικό πόλεμο στη δυτική Τουρκία και οι της Φεντερασιόν να βγάζουν φυλλάδια και λόγους με τους οποίους να προτρέπουν τους έλληνες φαντάρους να καρφώνουν τις λόγχες τους στους έλληνες αξιωματικούς του μετώπου. Επίσης, να προωθούν το γενικευμένο σαμποτάζ και τη λιποταξία από τις ελληνικές στρατιές.

Αλλά ο διεθνιστικός χαρακτήρας δεν εξαντλήθηκε βέβαια εκεί. Σε κάθε διαδήλωση, κάθε απεργία στην οποία καλούσε η Φεντερασιόν, θα μοιραζόταν ένα τετράγλωσσο κείμενο, στα ισπανοεβραϊκά, τα βουλγάρικα, τα γαλλικά και τα ελληνικά. Επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τα φυλλάδια ήταν πεντάγλωσσα – και με την τουρκική. Στις αντίστοιχες γλώσσες γίνονταν κι όλες οι ομιλίες. Ήδη από το 1913 η Φεντερασιόν είχε την άποψη πως η Θεσσαλονίκη σα πόλη πρέπει να μείνει ουδέτερη και διεθνοποιημένη, όπως ήταν, με εγγυήτριες δυνάμεις όλες τις περιβάλλουσες χώρες, την Τουρκία και τα βαλκανικά κράτη. Αυτή την άποψη τη συμμεριζόταν εξάλλου και μεγάλο τμήμα της εβραϊκής κοινότητας της πόλης – και χωρίς να είναι διεθνιστές επαναστάτες. Κι αυτό γιατί ο σοσιαλισμός φαινόταν σε κάποια φάση ως η μόνη μη-εθνικιστική εναλλακτική. Εξάλλου, η εβραϊκή ύπαρξη μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν 100% εξασφαλισμένη σε αντίθεση με το επιθετικό ελληνικό κράτος-έθνος που είχε ήδη δείξει από το 1912 τα αντισημιτικά του δόντια. Ο Βενιζέλος προσπάθησε να μεταστρέψει αυτές τις απόψεις. Για αυτό ανέλαβε την αλλαγή της άποψης αυτής των Εβραίων της πόλης είτε με το καλό (γλύψιμο, υποσχέσεις και στήριξη για λίγο καιρό των σιωνιστικών επιδιώξεων – βασικά στα 1916-1917) είτε με το άγριο (θα δούμε παρακάτω τι συνέβη από τα πρώτα χρόνια της προσάρτησης της Θεσσαλονίκης εις βάρος της Φεντερασιόν).

Αλλαγή κέντρου βάρους των ανταγωνισμών.  Η εθνικοποίηση της μάχης.

Μην ξεχνάμε ότι ένα από τα πιο προφανή φιλελληνικά και αντισημιτικά μέτρα του καθεστώτος Βενιζέλου ήταν η επιβολή στους εβραίους εμπόρους και εργάτες την χριστιανική αργία της Κυριακής. Η τότε ελληνικής και χριστιανικής προέλευσης εργατική τάξη καθόλου δεν μπορούμε να πούμε βέβαια ότι πρωτοστάσησε στη βοήθεια των εβραϊκών της ‘ταξικών αδερφών’ σε εκείνη τη συγκυρία διεκδικώντας τον πολύ-εθνικό χαρακτήρα της πόλης. Γιατί, μην ξεχνάμε επίσης, οι εβραίοι όσο κι αν διαμαρτυρήθηκαν, παρέμεναν κυνηγούμενη μειονότητα της πόλης, παρόλο που πληθυσμιακά αποτελούσαν πλειοψηφία ή και το σημαντικότερο τέλος πάντων μέρος του πληθυσμού.

Πάμε παρακάτω. Έχουμε μιλήσει κι αλλού για τη φωτιά του 1917 στη Σαλονίκη όταν και κάηκαν 10,000 μαγαζιά και σπίτια του κέντρου της πόλης, εκ των οποίων τα 7,000 ανήκαν σε φτωχούς εβραίους. Ως αποτέλεσμα της πυρκαγιάς 52,000 Εβραίοι και 11,000 Μουσουλμάνοι παρέμειναν άστεγοι. Για τα 1,200,000 τ. μ. που έγιναν στάχτη δόθηκε η χαριστική βολή από την κυβέρνηση Βενιζέλου όταν με τον καλοκαιρινό νόμο-εξπρές 1394/1918 απαλλοτρίωσε αυτή την τεράστια έκταση για λογαριασμό του Κράτους και την έθεσε αργότερα σε δημοπρασία αφού βέβαια είχε φροντίσει να εξορίσει τους Εβραίους από το κέντρο της πόλης στα προάστια και είχε βέβαια από την άλλη σιγουρευτεί ότι οι Εβραίοι πρώην ιδιοκτήτες των εκτάσεων ήταν αρκετά φτωχοί ώστε να αγοράσουν σε δημοπρασία τα … δικά τους κτήματα! Έχουμε μιλήσει, εξάλλου, παλιότερα και για την άρνηση ελλήνων πυροσβεστών – πριν το 1912 – να σβήσουν φωτιές σε εβραϊκές συνοικίες. Όπως έχουμε μιλήσει και για τις βίαιες αντισημιτικές επιθέσεις και δολοφονίες ελληνικού στρατού και όχλου εις βάρος Εβραίων της πόλης το 1912.[7]

Το 1914 χτυπιέται η εφημερίδα Avanti! μέσω των νόμων για τη λογοκρισία και ο σιωνιστής Αλμπέρτο Αρδίτι φυλακίζεται το Μάη για άρθρο του ενάντια στον βασιλιά των ελλήνων. Να σημειωθεί ότι ενώ οι εβραϊκές εφημερίδες της πόλης λογοκρίνονταν, οι ελληνικές εφημερίδες ‘Φως’, ‘Νέα Αλήθεια’ και ‘Μακεδονία’ μπορούσαν να γράψουν ό,τι τους καπνίσει, ονομάζοντας ‘πράκτορα’ όποιον ήθελαν και στοχοποιώντας όποιον ήθελαν. Έτσι, αργότερα τον ίδιο μήνα, μετά από σχετική στοχοποίηση, συλλαμβάνονται προς απέλαση οι Σαμουήλ Γιονά και Αβραάμ Μπεναρόγια. Χωρίς δικαστική απόφαση εξορίζονται στη Νάξο. Πέρα από τις δομές της Φεντερασιόν, οι τρεις συλληφθέντες στηρίζονται μόνο από τις εβραϊκές εφημερίδες της πόλης, ανεξαρτήτως πολιτικού προσανατολισμού, την Οπινιόν, την Εντεπαντάν, το Αβάντι φυσικά κτλ. Κι αυτό συμβαίνει γιατί ευθύς εξαρχής αναγνωρίζεται στις διώξεις των τριών αντισημιτική πρόθεση της ελληνικής κυβέρνησης. Η δίκη των Μπεναρόγια-Γιονά θα γίνει αργότερα, τελικά, αλλά χωρίς τους κατηγορούμενους και τους μάρτυρες υπεράσπισης τους. Θα παραστούν μόνο μάρτυρες κατηγορίας, δηλαδή μπάτσοι και αντισημίτες εκδότες εφημερίδων. Οι κατηγορούμενοι θα καταδικαστούν ως «ξενοκίνητοι πράκτορες» και για «υπονόμευση του καθεστώτος». Στη δίκη συλλαμβάνεται κι άλλο στέλεχος της Φεντερασιόν, ο Ν. Ρεκανάτι, για ένα 24ωρο. Τελικά, οι δύο σοσιαλιστές καταδικάζονται σε «εκτόπιση αορίστου χρόνου» και τελικά μένουν στη Νάξο για δυόμιση χρόνια.[8] Αλλά, όπως είπαμε, η προσέγγιση Βενιζέλου έγινε και «με το καλό». Γράφει ο Αβραάμ Μπεναρόγια: «Αι εργάται της Σαλονίκης ήτο εβραίοι το θρήσκευμα και διεθνισταί τη πράξις. Με κάλεσε ο Βενιζέλος και μου ζήτησε να μετατραπούν σε έλληνες κι εγώ θα γινόμουν εργατοπατέρας».[9]

Μήπως το ίδιο, όμως, δεν είχε καταλάβει και ο Μέντες Μπεσαντζή, Εβραίος βουλευτής, από τη Σαλονίκη; Ήδη πριν το 1926 ο αντισημιτισμός του Βενιζέλου ήταν πρόδηλος με την επιβολή ξεχωριστών εκλογικών καταλόγων και τμημάτων για τους Εβραίους της Σαλονίκης. Αλλά και το 1928 στη συζήτηση στη Βουλή για το ίδιο θέμα που παραθέτουμε εδώ είναι απλά η επανάληψη της κοροϊδίας χρόνων:

Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ: «Θα είμαι ευτυχής να χειροκροτήσω τους Ισραηλίτας Θεσσαλονίκης την στιγμήν, κατά την οποίαν θα αισθανθούν εαυτούς Έλληνας πολίτας, όπως οι Ισραηλίται Κέρκυρας, Κρήτης και Παλαιάς Ελλάδας. Εις αυτό όμως το σημείον δεν έχομεν φθάσει ακόμη. […]»

Μ. ΜΕΣΑΝΤΖΗ: «Μας αδικείτε. … η Ελληνική γλώσσα είναι μητρική μας και θα είμεθα ευτυχείς όταν θα ημπορέσωμεν όλοι οι Ισραηλίται να ομιλώμεν την Ελληνικήν γλώσσαν ως μητρικήν.» [Χειροκροτήματα]

Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ: «Μου κάμει εντύπωσιν το αίσθημα σας, αλλά δεν ήμεθα ώριμοι ακόμη. Ίσως μετά εν έτος θα είμεθα.»

και αργότερα

Μ. ΜΕΣΑΝΤΖΗ: «Εις όλας τας Ευρωπαϊκάς χώρας, καθώς και εις την Αμερικήν είναι εκατομμύρια Ισραηλίται πιστοί εις την φυλήν των και όμως είναι καλοί Γάλλοι, καλοί Άγγλοι, καλοί Αμερικάνοι.»

Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ: «Σας σεβόμεθα και σας εκτιμώμεν, αλλά σας παρακαλούμεν να αφήσητε να περάση ο αναγκαίος χρόνος διά να πεισθώμεν ότι θέλετε να αφομοιωθήτε…».[11]

Ένα χρόνο μετά από αυτή τη συζήτηση στη Βουλή, το 1929, θα ψηφιστεί το γνωστό «Ιδιώνυμο» από την κυβέρνηση Βενιζέλου με στόχο την πλήρη απαγόρευση και καταστολή δραστηριοτήτων εχθρικών προς το ελληνικό κράτος. Αξίζει να ειπωθεί ότι στόχος του Ιδιώνυμου, πέραν του Κ.Κ., των αρχειομαρξιστών και άλλων, ήταν και τα εργατικά συνδικάτα και οι οργανώσεις όπως η Φεντερασιόν που κινητοποιούσαν τις μάζες με χαρακτηριστική ευκολία την εποχή εκείνη. Το Ιδιώνυμο, λοιπόν, δεδομένης της ταξικής σύνθεσης της Θεσσαλονίκης, γυρεύει το οριστικό χτύπημα των Εβραίων ριζοσπαστών εργατών. Τι σήμαινε ‘Ιδιώνυμο’ στην πράξη; Από το 1929 μέχρι το 1932 ένας πρώτος απολογισμός μιλάει για 12,000 συλλήψεις, 2,130 καταδίκες σε 2,000 χρόνια φυλάκισης και 785 χρόνια εξορίας, 1,355 τραυματισμούς και ξυλοδαρμούς, 14 νεκρούς από σφαίρες, βασανιστήρια ή κακουχίες στην εξορία. Χώρια τις απαγορεύσεις διαδηλώσεων, απεργιών ακόμα και μοιράσματος προκηρύξεων.[12]

Το 1931 συμβαίνει το πογκρόμ 2,000 ελλήνων εθνικιστών κατά των οικισμών Κάμπελ και 151. Το πογκρόμ, βέβαια, δεν ξεκινά καλά. Στο 151, στα όρια μάλλον της σημερινής Κάτω Τούμπας, που τους φασίστες τους περίμεναν οι Εβραίοι με ανυπομονεσία, άνοιξαν ελληνικές μύτες και έσπασαν ελληνικά χέρια. Οι φασίστες καταφέρνουν ωστόσο και καίνε το Κάμπελ ολοσχερώς. Το νέο διαδίδεται γρήγορα και ο πανικός ωθεί σταδιακά στη μετανάστευση 10,000 Εβραίων εργατών στην Παλαιστίνη, μετά από κάλεσμα, εξάλλου, που είχε γίνει εκείνη την περίοδο για να χτιστεί το λιμάνι της Χάϊφα. Μπορεί να ειπωθεί έτσι ότι ο κρατικά επιδοτούμενος εθνικός, μίλιταντ αντισημιτισμός της 3Ε καταφέρνει να διώξει μπόλικο μέρος του εβραϊκού προλεταριάτου της εποχής.[13] Κανένας ταξικός αγώνας δε φαίνεται ότι λύγισε αυτούς τους εργάτες και τις εργάτριες. Απλώς επιβεβαιώνεται ότι το κέντρο βάρους του ταξικού αγώνα είχε γείρει προς το εθνικό ζήτημα. Η μάχη διεξαγόταν πλέον ανοιχτά με εθνικούς όρους. Για τους πολλούς τότε εβραίους, φαίνεται ότι το ζήτημα της επανάστασης αποδεικνυόταν πολυτέλεια, καθώς προηγούταν αυτό της επιβίωσης.

Ας σημειωθεί ότι ούτε και το 1934 όταν η φήμη του και η εξουσία του είχε κάπως σβήσει, το εθνίκι που άκουγε στο όνομα Ελευθέριος Βενιζέλος (και σήμερα ψηφίζεται από δω κι από κει ως ο ‘σημαντικότερος έλληνας του 20ου αιώνα’) δεν είχε πειστεί για το αν οι εβραίοι αποτελούν Έλληνες. Δύο χρόνια πριν πεθάνει, έλεγε πάλι: «Οι εβραίοι της Θεσσαλονίκης ακολουθούν εθνική εβραϊκή πολιτική. Δεν είναι έλληνες και δε νιώθουν έλληνες. Επομένως δεν πρέπει να ανακατεύονται στις ελληνικές υποθέσεις… Αισθάνονται πιο κοντά στους τούρκους απ’ ότι σε μας… Δεν θα επιτρέψω στους εβραίους να επηρεάζουν την ελληνική πολιτική».[14] Να σημειωθεί κιόλας ότι αυτές οι δηλώσεις γίνονται 9 χρόνια πριν την άνοιξη του 1943, όταν 56.000 άτομα από αυτούς τους ‘μη πατριώτες’ Εβραίους άρχισαν, κάπως βολικά και για το ελληνικό κράτος, να οδηγούνται στην εξόντωσή τους στην Πολωνία.

Τέλος, να αναφέρουμε απλά ότι στα γεγονότα του Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη όπου στρατός και μπάτσοι χτυπάνε τη μεγάλη απεργία 50,000 εργατών στο κέντρο της πόλης, δύο από τους δολοφονημένους είναι και οι Σαλβατόρ Ματαράσο και Ίντο Σενόρ.

Σε πολλά από τα γεγονότα που περιγράψαμε, το χριστιανικό τμήμα του προλεταριάτου αποδείχτηκε κάτι παραπάνω από δωσίλογο με κορύφωση, βέβαια, της εθνικοποίησης της μάχης να αποτελεί η περαιτέρω ανάπτυξη κι αποδοχή του ελληνικού εθνικισμού και αντισημιτισμού στους κόλπους των χριστιανικής καταγωγής κομμουνιστών και σοσιαλιστών (π.χ. διαγραφές Μπεναρόγια-Γιονά κτλ). Θα συμπλήρωνα, μάλιστα, ότι η τραγική κλιμάκωση μιας χρόνιας διαδικασίας στοχοποίησης Εβραίων διεθνιστών ως ‘προδοτών’ κατέληξε ανενδοίαστα στην καταλήστευση και των Εβραίων προσφύγων, κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος, στα περάσματα της Εύβοιας από το ΕΑΜ.[15]

Όταν πια ο ελληνικός εθνικισμός, αριστερός και δεξιός, όξυνε τα χτυπήματα του τόσο στο εβραϊκό εργατικό κίνημα όσο και στην εβραϊκή κοινότητα της Σαλονίκης εν γένει – το φλερτ πια μεταξύ αφομοιωτικών, σοσιαλιστών και σιωνιστών Εβραίων δεν ήταν ιδεολογικό, επιβαλλόταν όπως είπαμε από την ελληνική πραγματικότητα, όπως π.χ. σε κοινές εκλογικές συμμετοχές, κοινή άμυνα κτλ. Συμπέρασμα δικό μας ίσως θα έπρεπε να είναι ότι αυτή η κάποια συνεργασία απλώς έπρεπε να γίνει νωρίτερα με στόχο τη διάλυση των σχεδίων του ελληνικού εθνικού ονείρου με όλα τα μέσα. Αυτό εδώ δεν λέγεται σήμερα για να ασκήσουμε κριτική στις τότε εβραϊκές προλεταριακές οργανώσεις ή τα μέλη της τότε κοινότητας βέβαια, μα για να εκληφθεί ως ορίζοντας προσανατολισμού και για τη σημερινή επιθετική δράση του ελληνικού εθνικισμού, κρατικού ή μη.

Η μάχη των απογόνων – υστερόγραφο

Ας υπογραμμίσουμε ότι στην ελλάδα αυτή η μάχη δόθηκε με τους χειρότερους όρους λόγω του διαδεδομένου αντισημιτισμού της χώρας και μετά τη Shoah, λόγω των εγκληματικών λεηλασιών των σπιτιών και μαγαζιών των νεκρών αλλά και των επιζώντων των στρατοπέδων εξόντωσης, λόγω της εγκληματικής σιωπής για τους ενόχους αλλά και λόγω του περαιτέρω στιγματισμού όσων επέζησαν. Η ελλάδα αναδείχθηκε μία κόλαση. «Σκοτάδι… Η εβραϊκή συνοικία άδεια. Η συναγωγή κατεστραμμένη. Το σπίτι μας κατεστραμμένο. Ούτε ψυχή σε όλο τον εβραϊκό δρόμο. Άρχισα να ψάχνω στα σπίτια. Φώναζα, έβρισκα ακόμη και παιχνίδια παιδιών, απελπισία… Απορώ πως δεν τρελάθηκα.»[16]

Όσοι και όσες, όμως, νομίζουν πως η μάχη δόθηκε και τελείωσε κάπου αλλού ή το 1945 θα έπρεπε να το ξανασκεφτούν.

Αρχές  Σεπτέμβρη του 2011, η ελληνική κυβέρνηση δια στόματος του εκπροσώπου της Καστανίδη, δήλωσε την πρόθεση της, να ξαναποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια  επιζώντες από το ολοκαύτωμα έλληνες Εβραίοι και  απόγονοι τους. Το λάος αντιτέθηκε βέβαια σε αυτό το νόμο. Αλλά και το κκε. Το κκε δια στόματος του «συντρόφου» Θεόδωρου Ιγνατιάδη τόνισε την αντίθεση του στην επαναχορήγηση της ελληνικής ιθαγένειας στους 400 αιτούντες, μιας και πρόκειται ως γνωστό για ‘σιωνιστές’.

Καταρχάς μαθαίνουμε με έκπληξη ότι οι έλληνες Εβραίοι όχι μόνο έχασαν τους προγόνους τους στα στρατόπεδα εξόντωσης, όχι μόνο έχασαν τις περιουσίες τους από το ελληνοχριστιανικό σκυλολόι που τις κατάσχεσε (και τις κρατεί μέχρι σήμερα), όχι μόνο  έχασαν το πανάρχαιο νεκροταφείο τους από την λεηλασία του ελληνο-χριστιανικού όχλου που έχτισε μάλιστα επάνω σε αυτό το ΑΠΘ, αλλά έχασαν και την ιθαγένεια τους όταν πια δεν μπόρεσαν να αντέξουν το εχθρικό κλίμα και την άθλια συμπεριφορά των συμπολιτών τους, που τους ανάγκασαν να μετακομίσουν στο Ισραήλ.

Η ειρωνεία της τύχης είναι ότι αφού έλληνες και άλλοι Εβραίοι των Βαλκανίων τους φτιάξανε το κόμμα τους (αυτό με τα κουπόνια), έρχεται τώρα αυτό ακριβώς το κόμμα μετά από 60 χρόνια να τους αφαιρέσει το δικαίωμα  του αυτοπροσδιορισμού τους!

Αυτήν ακριβώς την δυνατότητα τους σήμερα να αποβάλουν όποιον θεωρούνε επιζήμιο για τον εθνικό κορμό τους την χρωστάνε στους Μπεναρόγια, στους Γιονάδες και σε χιλιάδες άλλους έλληνες Εβραίους επαναστάτες. Χωρίς αυτούς, ούτε οι Αλέκες ούτε οι Παπαρήγες, άλλα ούτε και οι Ιγνατιάδες θα μπορούσαν να εκφράζουν τέτοιες αθλιότητες.

Εδώ να κάνουμε  μια παρένθεση και να σημειώσουμε ότι υπάρχει και μια προϊστορία. Πρόκειται για τους μακεδόνες αντάρτες του εμφυλίου πολέμου που δεν τους αφήνουν κκε, λαος, κυβέρνηση, αντιπολίτευση κλπ να επιστρέψουν στην πατρίδα τους για να μην δημιουργηθεί μειονοτικό ζήτημα, όπως λένε, που ως γνωστόν είναι ιμπεριαλιστικό σχέδιο ενάντια στην εθνική ταυτότητα, ανεξαρτησία και άλλα εξαρτήματα της ελληνικότητας.

Και να θυμίσουμε: Όταν μετακόμιζαν εβραίοι ΣΤΟ  Ισραήλ αυτό ονομαζόταν συμφώνα με το «κομμουνιστικό» λεξικό τους «σιωνισμός». Τώρα που θέλουν να μετακομίσουν ΑΠΟ το Ισραήλ είναι πάλι σιωνισμός. Έτσι τους αποκλείουν κάθε  δυνατότητα επιλογής. Είναι αυτό που λέγαμε σε σχέση με την διαφορά ρατσισμού και αντισημιτισμού: Ο ρατσιστής λέει «δεν θέλουμε να ζείτε ανάμεσα μας». Ο αντισημίτης λέει «δεν θέλουμε να ζείτε».

Όταν λοιπόν ο κάθε Θεόδωρος Ιγνατιάδης εναντιώνεται στη χορήγηση υπηκοότητας, αυτό μπορεί να το κάνει μόνο και μόνο γιατί είναι σε εξουσία να το κάνει και ο ίδιος έχει ελληνική υπηκοότητα. Αυτήν την ιδιότητα του λοιπόν είναι που μεταχειρίζεται αμείλικτα εναντίον των στιγματισμένων.

Terminal 119,
26/01/2012, Nosotros Αθήνα

[1] Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης (1856-1919). Ρένα Μόλχο, σ. 236.

[2] Τα στοιχεία που παρατίθενται εδώ είναι από το Ο Εβραϊκός Σοσιαλισμός στην Οθωμανική Θεσσαλονίκη, του Σουκρού Ιλιτζάκ, εκδ. Ισνάφι, σελ. 10-11.

[3] Βλέπε Σουκρού Ιλιτζάκ, ό. π., σελ. 37.

[4] Βλέπε Σουκρού Ιλιτζάκ, ό. π., σελ. 37.

[5] Ό. π., σ. 236.

[6] Πρέπει να σκεφτούμε, επίσης, ότι εκείνη την εποχή η πόλη της Σαλονίκης είναι πλημμυρισμένη από συνειδητοποιημένους εργάτες, οπλισμένους με αυτό που λέμε «ταξικό μίσος». Η ιστορία που αντιγράφουμε, από τον Ιανουάριο του 1927, εδώ είναι ενδεικτική:

“Απόπειρα φόνου κατά καπνέμπορου.

Την 3μμ της χθές εγένετο νέα απόπειρα φόνου κατά του διευθυντού του καπνεργοστασίου Φουμάρο κ.Νικολάου Κουγιουμτζόγλου. Ο καπνεργάτης της Προόδου Αντζελ Μοϋσών, απολυθείς προ διμήνου εκ του καπνεργοστασίου λόγω εκκαθαρίσεων μετά τριάκοντα άλλων επανήλθε χθές το απόγευμα εις το κατάστημα και παρουσιασθείς ενώπιον του διευθυντού κ.Κοεμτζόγλου εζήτησεν εργασίαν. Εις απάντηση ο κ.Κοεμτζόγλου του εδήλωσεν οτι δεν είναι δυνατόν να του παράσχη εργασίαν αφ’ενός μεν διότι δεν είχε ανάγκη εργατών, αφ’ετέρου δε διότι … θα προετιμά εργάτας συντηριτικούς. Τούτο εξαγρίωσε τον άεργον κομουνιστήν όστις εξαγάγων αγγλικόν σουγιάν ώρμησε εναντίον του κ.Κοεμτζόγλου και τον ήρπασεν εκ του λαιμού. «…»

Ο καπνεργάτης Αντζελ οδηγηθείς εις το τμήμα καταδιώξεως υπεβλήθη εις αυστηράν ανάκρισην πιεσθείς να ομολογήση … Ο Αντζελ ισχυρίσθη… οτι δεν μετανοεί δια την εναντίον του κ.Κοεμτζόγλου απόπειρα, θα ήτο δε ευχαριστημένος αν τον εφόνευεν.”

Τον επόμενο χρόνο, το 1928, ακολούθησε η πολύκροτη δολοφονία Καραμφίλ που οδήγησε σε άγριες διαδηλώσεις χιλιάδων εργατών και οι οποίες δεν ξέρουμε που θα είχαν καταλήξει σήμερα αν δεν ακολουθούσε η σωρεία στοχευμένων συλλήψεων ριζοσπαστών από στοιχεία που είχε δώσει στους μπάτσους το διαβρωμένο από πληροφοριοδότες χριστιανικό τμήμα του Εργατικού Κινήματος.

(Από την ιστοσελίδα του Αμπραβανέλ. Βλέπε την εξαίρετη σειρά άρθρων «Η δολοφονία του Γιωσέφ Καραμφίλ», http://abravanel.wordpress.com/2010/04/02/the-murder-of-karamfil_part1/)

Δεν ήταν βέβαια η μόνη περίπτωση αυτή όπου το ελληνικό Κράτος προσπαθούσε να στρέψει τη μία εθνότητα ή θρησκευτική ομάδα εναντίον της άλλης. Το 1914 τούρκοι απεργοσπάστες, στηριζόμενοι από την ελληνική αστυνομία, επιχείρησαν να διαλύσουν την απεργία εβραίων γυναικών της εργατικής τάξης. Βλέπε Σουκρού Ιλιτζάκ, ό. π., σελ. 40.

Επί τη ευκαιρία, να πούμε ότι οι Εβραίες εργάτριες, 12-18 χρονών, αποτελούσαν ένα από τα πιο πολυπληθή και μαχητικά τμήματα του τότε προλεταριάτου. Ο τούρκος ιστορικός Σουκρού Ιλιτζάκ μιλά μάλιστα για ομιλίες περί γυναικών και σοσιαλισμού ήδη από τα 1910 στην πόλη, ομιλίες που κατέληγαν σε παιχνίδια, χορούς και το τραγούδημα της ‘Διεθνούς’ στους δρόμους της Σαλονίκης.

[7] Για όλα αυτά, ας ρίξει η ενδιαφερόμενη μια ματιά στο «Τι κάνεις άμα πιάσει φωτιά;», κειμένου που γράψαμε μαζί με το Café Morgenland.

[8] Η σοσιαλιστική οργάνωση Φεντερασιόν Θεσσαλονίκης, 1909-1918, Αντώνης Λιάκος, Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών, σελ. 171

[9] Αδημοσίευτα απομνημονεύματα του Αβραάμ Μπεναρόγια.

[10] Βλέπε Σουκρού Ιλιτζάκ, ό. π., σελ. 37.

[11] Από τα αρχεία της βουλής των ελλήνων, 11 Δεκεμβρίου 1928. Συνεδρίασις ΛΕ’

[12] Παρατίθεται στο «Τα μυστικά του βούρκου: Καλά κρυμμένα μυστικά του ελληνικού ιμπεριαλισμού στον 20ο αιώνα», β’ μέρος 1922-1974, εκδ. anti-imp 4. Σελ. 46.

[13] Ένας φίλος ήλθε απόψε από τη Σχολή Ευελπίδων, Γεγονότα του 1936 γύρω από τον Συνταγματάρχη Θ. Σκυλακάκη. Εκδ. Antifa Scripta, Ιούνιος 2011. http://antifascripta.net/LinkClick.aspx?fileticket=bDJTkyhc2B4%3d&tabid=95 Εκεί αναφέρεται σε δημοσίευμα στις 19/05/1936 του Ριζοσπάστη πως ο Σκυλακάκης, μετέπειτα Υπουργός Εσωτερικών, ήταν ο γενικός αρχηγός της 3Ε.

[14] Παρατίθεται στο «Τα μυστικά του βούρκου: Καλά κρυμμένα μυστικά του ελληνικού ιμπεριαλισμού στον 20ο αιώνα», α’ μέρος 1914-1922, εκδ. anti-imp 3. Σελ. 67.

[15] Τσάμηδες, Εβραίοι, Ανεπιθύμητοι Συμπατριώτες: Στοιχεία για την καταστροφή των μειονοτήτων, του Γιώργου Μαργαρίτη, εκδ. Βιβλιόραμα. Σελ. 79.

[16] Η ζωή απ’ την αρχή. Η μετανάστευση των Ελλήνων Εβραίων στην Παλαιστίνη (1945-1948), Ιακώβ Σιμπή, Καρίνα Λάμψα, σ. 346. Ιτσχάκ Ρούσσο, Σέρρες.

Advertisements

4 thoughts on “Το εκκρεμές της Κρίσης ανάμεσα στο Έθνος και την Τάξη [μέρος β’: Η μεγάλη μάχη της Σαλονίκης]

  1. Παράθεμα: Δεν είναι η βαϊμάρη, δεν είν’ δημοκρατία, είναι μόνο μια… βοθροκοινωνία! | Stepanyan TSP

  2. Παράθεμα: Δεν είναι η βαϊμάρη, δεν είν’ δημοκρατία, είναι μόνο μια… βοθροκοινωνία! « grassrootreuter

  3. Παράθεμα: θέσεις πάνω στο ταξικό ζήτημα, το έθνος και την κρίση | αυτόνομη πρωτοβουλία ενάντια στην λήθη(beta)

  4. Παράθεμα: θέσεις πάνω στο ταξικό ζήτημα, το έθνος και την κρίση | αυτόνομη πρωτοβουλία ενάντια στην λήθη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s