Δεν είναι η βαϊμάρη, δεν είν’ δημοκρατία, είναι μόνο μια… βοθροκοινωνία!

Αρχές Ιούλη του 1919, λίγο μετά το τέλος του ‘Α Παγκοσμίου Πολέμου δηλαδη, Αθήνα και Θεσσαλονίκη αλλά και άλλες πόλεις γνώρισαν το ξέσπασμα μιας δυναμικής απεργίας σε πολλούς εργατουπαλληλικούς κλάδους με κύρια αιτήματα τις μισθολογικές αυξήσεις και τη σταθεροποίηση του στάτους των εργατικών σωματείων μέσα στους χώρους εργασίας. Δε νομίζω ότι μπορεί σήμερα κανείς, όχι μόνο να μιλάει για εργατική ιστορία της ελλάδας ή αντικαπιταλισμό, αλλά και εν γένει για εθνική ιστορία, δίχως να έχει κάνει μια απαραίτητη στάση σε τέτοιους κόμβους: συγκεκριμένα, στο πως τέτοιες κινητοποιήσεις στο παρελθόν, όπως αυτή η απεργία, αντιμετωπίστηκαν από τον ελληνικό Τύπο και τον κρατικό μηχανισμό, πως αντέδρασαν οι εργάτες, ανταπάντησε το κράτος κτλ.

Κι αυτό το λέω, όχι με την έννοια ότι η ιστορία είναι ένας κουβάς από τον οποίο αντλούμε εμείς για το «τώρα» μας μαθήματα. Αλλά με την έννοια, πως οι σημερινές μας πράξεις, σκέψεις και αντιδράσεις, οι σημερινές πράξεις, σκέψεις και αντιδράσεις από πλευράς ελληνικού κράτους και κοινωνίας έχουν μια ιστορικότητα και ένα ιστορικό βάθος και μια ήδη προϋπάρχουσα συνέχεια που πρέπει να συνυπολογιστεί στο σήμερα, αλλιώς κανείς ξεκινά από το μηδέν ορισμένων κοινωνικών σχέσεων. Δηλαδή, το τι λέγεται και εφαρμόζεται σήμερα σε αντίστοιχες κινητοποιήσεις ή, μάλλον, το γιατί σήμερα δεν γίνονται αντίστοιχες κινητοποιήσεις με αντίστοιχο λόγο, δε νομίζετε ότι έχει κάτι να κάνει με αυτό που γινόταν «τότε»; Αυτό το κάτι, κατά τη γνώμη μου, είναι η σμίλευση της συνοχής του εθνικού φαντασιακού. Είναι μια ήττα που περιέχεται και κουβαλιέται στο σήμερα, με αυτό θα συμφωνούσα με πολλές συντρόφισσες. Ωστόσο, δεν πιστεύω ότι είναι η «ήττα της τάξης μας» αλλά απλώς η ήττα όσων, όχι μόνο δεν πίστεψαν αλλά και πολέμησαν την «ελλάδα».

«Αυτοί» που δεν πίστεψαν και πολέμησαν την τότε «ελληνική ιδεολογία», βρέθηκαν χωροχρονικά σε διάφορες πλευρές ποικίλων ανταγωνισμών και μπορούν να αναζητηθούν σε διάφορα κοινωνικά στρώματα, εθνοτικές ομάδες και πολιτικές θέσεις. Οι πυκνώσεις των δυνάμεων τους και η όξυνση της αιχμηρότητας των λόγων και των πράξεων που μπορούσαν να προσφέρουν «αυτοί» στους κεντρικούς ανταγωνισμούς της ελληνικής ιστορίας που αφορούσαν βέβαια στο μεγάλο ερώτημα: το αν θα συνεχίσει να υπάρχει δηλαδή αυτό το κράτος και πως. Κι αν σήμερα όλα αυτά φαίνονται μακρινές παραμυθένιες ιστορίες, 70 και 100 χρονιά πριν, απλά δεν ήταν. Οι πυκνώσεις αυτές έχουν ονόματα και τρόπο αφήγησης, βέβαια, στην ελληνική ιστορία: βασικά, εμφύλιος. Αλλά και πριν τον εμφύλιο: πόλεμος στις εθνοτικές, γλωσσικές ή θρησκευτικές μειονότητες, εθνοκάθαρση της Σαλονίκης, αντιμετώπιση των πολιτικών και εθνοτικών συμφερόντων που έστεκαν ουδέτερα και όχι δουλικά κατά τη συγκρότηση του νέου κράτους και … πάει λέγοντας.

Οι πυκνώσεις αυτές εκφράστηκαν με εναλλακτικά πολιτικά μοντέλα: οι αντίπαλοι (του ελληνικού) εθνικισμοί αλλά και ο κομμουνισμός υπήρξαν στιγμές που θεώρησαν πως μπορούν να κοιτάξουν στα ίσια αυτό το κράτος και να του φέρουν βαριά πλήγματα. Ή, τουλάχιστον, σε άλλες στιγμές, αυτό θέλησε αυτό το κράτος (το ελληνικό) να μας κάνει να πιστέψουμε. Πάντως, οι αντεθνικές πυκνώσεις που στεγάστηκαν και εκπροσωπήθηκαν από το πολιτικό ρεύμα του κομμουνισμού, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, υπήρξαν: είτε γιατί βιώνονταν ως τέτοιες από το υποκείμενο που τις στήριζε, είτε γιατί κατασκευάζονταν ως τέτοιες από το κράτος. Έχει διαφορά, βέβαια, ουσιαστική το αν ήταν κατασκευασμένες για προπαγανδιστικούς λόγους του ελληνικού κράτους ή αν υπήρξε πράγματι κομμουνισμός που σκέφτηκε με άσχημο τρόπο για τα εθνικά όνειρα στην ελλάδα. Και υπήρξαν και τα δύο. Όπως και να ‘χει πάντως, ήταν ή θα έπρεπε να ήταν γνωστό από τότε, άρα, ότι η κύρια σύγκρουση των του κράτους και των απέναντι, έπειτα των κατασκευασμένων ως «εχθρών» και των πραγματικών εχθρών θα διεξαγόταν πάνω στην «υπεράσπιση του έθνους». Κι αν δεν το γνώριζαν τότε – που πολλοί ακόμα τότε από αυτούς που θα αναγνωρίζαμε ως πολιτικούς-κοινωνικούς μας φίλους και συμμάχους το αναγνώριζαν – θα έπρεπε κανείς να το γνωρίζει σήμερα και να βγάζει τα αντίστοιχα συμπεράσματα για τον λόγο του.

«Απλά» στη συνέχεια – επανέρχομαι – δεν θα υποστηρίξω ότι αυτή είναι η μια ήττα της τάξης «μας» ή γενικά κάποιας «τάξης». Υποστηρίζω ότι οι μαρξιστικοί ιδεότυποι δεν εφαρμόζονται εδώ παρά μόνον σε έναν βαθμό και συγκυριακά. Μην ξεχνάμε! Η παρακάτω αφήγηση τοποθετείται χρονικά ήδη 60-80 χρόνια μετά από τα σημαντικά κείμενα του κομμουνισμού στην Ευρώπη και γεωγραφικά – που δεν είναι μόνο γεωγραφικά αλλά και φαντασιακά με πολλούς τρόπους – εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τη Ρωσία και τη Γερμανία της εποχής. Για πολύ απλούς λόγους. Από τη μια, μόνον ένα κομμάτι της εργατικής τάξης στην ελλάδα γεύτηκε αυτή την ήττα ως αντίπαλος του ελληνικού κράτους. Μετά από σωρεία τέτοιων ηττών με αυτά τα «κομμάτια», δεν μπορεί αυτό που λέγεται εργατική τάξη να συνεχίζει να επιζει σήμερα ως ιδεότυπος και ως κάτι υποθετικά «δικό μας» ενώ μέσα του έχει φιλοξενήσει έκτοτε χιλιάδες ρουφιάνους και φανατικούς οπαδούς της «ελληνικής ιδεολογίας». Ορισμένοι εξόριστοι του εμφυλίου, αυτοπροσδιορισμένοι στο σήμερα ως «αντιφασίστες», το περιέγραφαν καλά: «η πολιτική μας ηγεσία μας πρόδωσε». Έτσι, η ριζοσπαστική εργατική ιστορία μόνον σε στιγμές εφάπτεται της αντίστασης στην «ελληνική ιδεολογία», για αυτό εξάλλου και η πολιτική ταμπέλα του κομμουνισμού δεν εκφράζει ούτε το σύνολο της εργατικής ιστορίας στην ελλάδα ούτε, βέβαια, το σύνολο της αντίστασης στην «ελληνική ιδεολογία».

Κι αν το πιάσουμε από την άλλη, πάλι στον ίδιο δρόμο θα βγούμε: μόνον ορισμένες μειονοτικές δυνάμεις κινήθηκαν επιθετικά προς την ελληνική ιδεολογία, αρχικά μόνες τους, έπειτα ενταγμένες, εθελούσια ή από ανάγκη το ίδιο κάνει, σε μια ευρύτερη συμμαχία συμφερόντων και ηθικών υποχρεώσεων, επιβίωσης και απόλαυσης παράλληλα, στον πόλεμο που του δόθηκε το όνομα «εμφύλιος». Αλλά οι μειονότητες αυτές ήταν τα άδοξα θύματα (οι άδοξοι μπάσταρδοι;) του «τότε», μιας και δεν ζήτησαν ποτέ τους ντε και καλά κράτος ή ηγεμονία. Αυτή τους η στάση, φυσικά, δεν ανταμείφθηκε με αγάπη και στοργή. Είχαν την ίδια τύχη – και πολλές φορές χειρότερη και μία τουλάχιστον φορά, στο Ολοκαύτωμα, πολύ χειρότερη τύχη – σε σχέση με τους κομμουνιστές. Σε μια εποχή, εξάλλου, την εποχή της συγκρότησης/ επανίδρυσης/ εκσυγχρονισμού (βάλτε όποια λέξη θέλετε, πιο λάιτ ή μη) αυτού του έθνους-κράτους, που η «φύτρα» ήταν κομβικό χαρτί του ελληνικού κράτους για να ορίσει ιθαγένεια και να πιστοποιήσει εθνική συνείδηση, το να ‘σαι «ξένος» δεν ήταν τόσο ρευστή ταυτότητα (εκτός, φυσικά, αν είχες να δώσεις «κάτι» για το μεγάλο εθνικό όραμα). Άρα, αυτή δεν είναι η «ήττα της τάξης μας», απλώς με κάτι παράπλευρες απώλειες σε μειονοτικούς. Τουλάχιστον, αυτή η αφήγηση είναι προβληματική. Και εν πολλοίς, οδηγεί στο σήμερα οι διάφοροι (αυτοπροσδιοριζόμενοι) απόγονοι αυτής της εργατικής τάξης, να σκυλεύουν πάνω στα πτώματα των μειονοτήτων και να ξεδίνουν τα βίτσια τους, βάζοντας το δάχτυλο στην πληγή: υπενθυμίζοντας συνεχώς την εθνική τους διαφορά με αυτές τις μειονότητες, καταδικάζοντας τους συνεχώς ως «υπηρέτες ξένων συμφερόντων» κτλ κτλ. Τι εύκολο και προσοδοφόρο (σε ψήφους και οπαδούς) παιχνίδι σήμερα. Δεν υπάρχει καν κάποιος να απαντήσει σε όλα αυτά! Και, βέβαια, εύκολο παιχνίδι γιατί οι πολλοί «ξένοι» λείπουν λόγω εξόντωσης και διώξεων. Τι ωραία. Μόνον βάσει αυτού, μπορεί κανείς να είναι θρασύς σήμερα και αυθάδης. Ξέρει ότι δεν θα βρει αντίσταση αν κάνει επίθεση σε ένα νεκροταφείο στο οποίο θα βρει μόνο θρηνούντες και φοβισμένους. Αλλά σε αυτά θα μπούμε πιο αναλυτικά στο τέλος του κειμένου αυτού.

Η μάχη του 1919

Πιο πριν, πρέπει να κάνουμε κάποιες αρχικές διευκρινίσεις για να μπούμε στο πολιτικό κλίμα του μεσοπολέμου από πλευράς ελληνικού κράτους και των «εσωτερικών εχθρών» του. Το ελληνικό κράτος στα 1918-1919 δεν μπορούμε ακριβώς βέβαια ότι βγαίνει από τον Α’ Π.Π., όπως έγινε με πολλά άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Ίσα-ίσα, θα λέγαμε ότι ό,τι ξεκίνησε ως μάχη με τη λόγχη και το τουφέκι στους βαλκανικούς πολέμους και τις μετέπειτα συγκρούσεις με την παρακμάζουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία, πλέον συνεχίζεται με άλλα μέσα, σε απανωτά συνέδρια μοιρασιάς εδαφών στην Ευρώπη αλλά και στο ίδιο το εσωτερικό των ευρωπαϊκών μητροπόλεων και επαρχιών. Ο Βενιζέλος σχεδόν μένει στο Παρίσι αυτή την περίοδο, κοντά στο τραπέζι της μοιρασιάς. Και, πράγματι, μετά τον μεγάλο πόλεμο και αφού έχει πάρει τη Θεσσαλονίκη και την Κρήτη καθώς και άλλα εδάφη, κατά την περίοδο της σχεδόν απόλυτης ταύτισης εξωτερικών συμφερόντων μεταξύ ελλάδας και αγγλίας, συνεχίζει να διεκδικεί και να πετυχαίνει συμφωνίες που θα υπερέβαιναν και τις μεγαλύτερες φιλοδοξίες των πολιτικών του αντιπάλων. Η εγκατάσταση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη είναι μια τέτοια «επιτυχία». Κι αν δεν συνέβαινε το … «κακό» στη σμύρνη, ίσως η λεγόμενη «βόρεια ήπειρος» να είχε φτάσει κόσοβο και η «ανατολική θράκη» στην ινσταμπούλ. Στο εσωτερικό μέτωπο, η λεγόμενη εκσυγχρονιστική τάση που εκπροσωπεί ο βενιζέλος ουσιαστικά επιδιώκει την άρθρωση μιας στιβαρής αστικής τάξης και την αποδυνάμωση των λεγόμενων «εσωτερικών εχθρών».

Το ποιοι είναι οι ατελείωτοι «εσωτερικοί εχθροί» εκείνη την περίοδο είναι εύκολο να αναγνωστεί: τα γεγονότα του 1917 στη Μόσχα κάνουν όλα τα δυτικά κράτη – άρα και την ελλάδα – να ανησυχούν για το «φάντασμα του κομμουνισμού». Οι φάκελοι της ασφάλειας και του περίφημου γραφείου ΙΙ του στρατού γεμίζουν από αναφορές ρουφιάνων για «μπολσεβίκους» και αναφορές αντικατασκοπείας για «ξένους πράκτορες», ενώ παράλληλα η κατάληψη των «νέων χωρών» (πχ Σαλονίκη) από τον ελληνικό στρατό, προσθέτει στο στόχαστρο του και τους θεωρούμενους αλλοεθνείς, όπως π.χ. τους σλαβόφωνους μακεδόνες της βόρειας μακεδονίας, τους τούρκους της κρήτης, τους μουσουλμάνους τσάμηδες της ηπείρου και, γενικότερα, κάθε μη χριστιανικό πληθυσμό που συνεχίζει να ζει ή και να πλειοψηφεί μάλιστα σε πολλές περιοχές της χώρας. Φυσικά, και η ενδο-αστική διαμάχη μαίνεται με τις υπηρεσίες ασφαλείας του κράτους να γεμίζουν αναφορές αλλά και … φυλακές με τους αντιβενιζελικούς (κυρίως βασιλικούς). Όπου, όμως, η προβαλλόμενη από το ελληνικό κράτος ταυτότητα του «ξένου» συναρθρώνεται με την ταυτότητα του «μπολσεβίκου», όπως π.χ. στην περίπτωση των εβραίων της σαλονίκης, τα ραντάρ του κατασταλτικού μηχανισμού χτυπάνε κόκκινο. Γιατί, βέβαια, το πρόβλημα δεν ήταν μόνο ότι «Έλληνες εργάται έφθασαν εις το κατάντημα να αναγνωρίσουν Ιουδαίους αρχηγούς») αλλά και ότι αυτοί οι τελευταίοι «ονειροπολούν να μεταφέρουν την φρίκην των αιματωμένων δρόμων της Πετρουπόλεως και της Μόσχας εις την ελληνικήν πρωτεύουσαν.» (εφημερίδα «Ελευθερία» του Βόλου, 1919), όπως αποτυπώνει εύστοχα, σε δυο σειρές, ο Τύπος της εποχής.1

Ένας από αυτούς τους … Ιουδαίους ήταν και ο βουλγαροεβραίος Αβραάμ Μπεναρόγια, μέλος της πενταμελούς επιτροπής της ΓΣΕΕ την εποχή που η οργάνωση επέδωσε το υπόμνημα με τα εργατικά αιτήματα στην κυβέρνηση Βενιζέλου το οποίο υπόμνημα θεωρήθηκε σαν casus belli από την κυβέρνηση και φτάσαμε στα γεγονότα του 1919. Το υπόμνημα δεν ήταν ό,τι πιο ριζοσπαστικό είχε εκδοθεί από την Ομοσπονδία ως τότε, αλλά η έμμεση απειλή ότι αν δεν ικανοποιηθούν τα αιτήματα των εργατών, θα αναγκάσει την Ομοσπονδία να κηρύξει γενική απεργία και να παραλύσει το κράτος, ξύπνησε τους βαθύτερους φόβους του κράτους που προανέφερα. Σχεδόν αμέσως, λοιπόν, συλλαμβάνονται και απελαύνονται αυθημερόν στη Φολέγανδρο οι 4 από τους 5 της ΓΣΕΕ: Μπεναρόγια, Δελαζάνος, Χατζημιχάλης και Ευαγγέλου. Έπειτα, «με στρατιωτικό διάταγμα, απαγορεύονται όλες οι εργατικές συγκεντρώσεις, ενώ υπενθυμίζεται στους εργαζόμενους – ειδικά στις συγκοινωνίες και τον ηλεκτρισμό – ότι τυχόν συμμετοχή σε απεργία ισοδυναμεί με ανυποταξία σε καιρό επιστράτευσης και τιμωρείται από το στρατοδικείο. Στις 6 Ιούλη, συλλαμβάνεται και οδηγείται στις φυλακές Συγγρού ο διευθυντής του Ριζοσπάστη Γ. Πετσόπουλος2 Η ΓΣΕΕ απειλεί, εκ νέου, με γενική απεργία, αν δεν απελευθερωθούν οι συλληφθέντες και οι απελαθέντες.

Η εφημερίδα «Έθνος» έγραψε, ασκώντας εκ δεξιών κριτική στον Βενιζέλο περί ολιγωρίας,: «Προ πολλού οι συνέταιροι του κ. Μπεναρόγια έπρεπε να έχουν τεθή εις την θέσιν των, διδασκόμενοι ότι εν Ελλάδι υπάρχει ανεπτυγμένον εις τοιούτον ύψιστον σημείον το αίσθημα της κοινωνίας, της οικογενείας, της τιμής, της πατρίδος, της θρησκείας, ώστε να μη τυγχάνη δυνατή η ενάσκησις της αρνουμένης όλα αυτά τα Ιερά Εβραϊκής μάστιγος του Μπολσεβικισμού».3

Ο Βενιζέλος στέλνει από το Παρίσι στις 8 Ιούλη:

«Από δελτίον τύπου πληροφορούμαι ότι διετάχθη σύλληψις εργατικής ομοσπονδίας οίτινες ηπείλησαν κράτος με γενικήν απεργίαν και εξ άλλου ότι ιδία οργάνωσις έγραψε συστήσασα εις στρατιώτας να φείδωνται αίματος των ίνα χύνωμεν τούτο εις αγώνα τάξεων. Επιθυμώ να ενισχύσω υμάς εν τη αποφάσει όπως παταχθή αποτελεσματικώς πάσα τοιάυτη αντεθνική προπαγάνδα (εφ’ όσον) τουλάχιστον στρατιωτικός νόμος. Ανάγκην φανώμεν εις σημείον τούτο ανένδοτοι. Πάσα ένδειξις αδυναμίας ή ενδοιασμού δύναται φέρη μεγίστας συμφοράς».

» Ανέλαβαν να συνεχίσουν την κριτική εκ δεξιών περι ολιγωρίας του κράτους οι εργατοπατέρες της ελληνοποιημένης ΓΣΕΕ, δηλαδή της Ομοσπονδίας που είχε φτιάξει το ελληνικό κράτος μέσα στους έλληνες εργάτες, (επιστολή στον Βενιζέλο στο Παρίσι):

«Εις τούτο συνετέλεσε και ανοχή αρμοδίων αρχών αίτινες καίτοι επανειλημμένως ανεγνώρισαν δι’ εγγράφων των ημάς ως νομίμως εκπροσωπούντας την Συνομοσπονδίαν εν τούτοις παραδόξως δεν έλαβον μέτρα να αποτραπή αυτοίς να κάμουν χρήσιν του τίτλου της Γεν. Συνομοσπονδίας και να ομιλούν εν ονόματι αυτής. Στοπ. Τελευταίως χάριν δημοκοπίας μάλλον ή ενδιαφέροντος περί εργατικών ζητημάτων επεδίωξαν οργανώσουν Γενικήν Πανελλαδικήν Απεργίαν τουθ’ όπερ επροκάλεσεν απέλασιν των. Στοπ. Η αναλάβουσα αυτοπροαιρέτως επιτροπή συνεχίζουσα έργον απελαθέντων εκήρυξε απεργίαν, μεγάλη πλειοψηφία όμως εργατών Ελλάδος απεδοκίμασαν απεργίαν ταύτην ουχί διότι δεν είχομεν εκκρεμή ζητήματα προς λύσιν ούτε διότι εθεωρήσαμεν τα υποβληθέντα παρά των απεργησάντων επτά Σωματείων της Πρωτευούσης αιτήματα ως άδικα αλλά διότι ακολουθούντες συντηρητικόν πρόγραμμα δεν ενομίσαμεν συμφέρον των Εργατών να ακολουθήσωμεν την τακτικήν των άκρων εις τοιάυτας Εθνικάς περιστάσεις, προτιμούντες αναμείνομεν … τον χρόνον προς διευθέτησιν όλων των Εργατικών υποθέσεων. Μετά Σεβασμού.»

Ο Βενιζέλος επανέρχεται στις 10 Ιούλη με νέο τηλεγράφημα προς τον Υπουργό Εσωτερικών του:

«Καθ’ όν χρόνον Ελλάς διεξάγει εξωτερικόν αγώνα περί εθνικής της αποκαταστάσεως και η αμεσώτερον ενδιαφέρουσα αυτήν ειρήνη με Βουλγαρίαν και Τουρκίαν δεν υπεγράφη ακόμη είναι αδύνατον εις την Υπεύθυνον Κυβέρνησιν να επιτρέψη όπως μια ωρισμένη τάξις του Έθνους παραγνωρίζουσα (εθνικά) συμφέροντα να δημιουργήσει προσκόματα εις τελεσφόρον και ταχείαν διεξαγωγήν εξωτερικού πολέμου διά της ωθήσεως των πολιτών εις εμφύλιον (πόλεμον: σβησμένο) αγώνα σκοπόν έχοντα ουχί κοινόν συμφέρον αλλά την βίαιαν επιβολήν αξιώσεων των ολίγων επί των πολλών».

Ήδη από τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους, η κυβέρνηση χρησιμοποιεί αφειδώς το μέσο των απελάσεων και των εκτοπισμών με απαίτηση των υπουργείων στρατιωτικών και εσωτερικών για δημοσιογράφους και άλλα άτομα, όπως π.χ. εβραίους ριζοσπάστες.

«Η εφημερίδα «Ακρόπολις» θεωρεί ότι μόνο με τη διάλυση όλων των σωματείων μπορεί να επανέλθει η ηρεμία. Αιτήματα δεν πρέπει να γίνονται αποδεκτά, γιατί ισχύει η θεωρία του ντόμινο και οι διεκδικήσεις θα πάρουν τον χαρακτήρα χιονοστιβάδας. Ειδάλλως, οι επερχόμενες εκλογές για τη Συντακτική Συνέλευση «πρέπει να γίνουν όχι μεταξύ Βενιζελισμού και μη Βενιζελισμού, αλλά μεταξύ Κράτους και Αναρχίας, μεταξύ Δημοκρατίας και Εργατοτυραννίας» […] «Και πάλιν αιτήματα. Και αιωνίως αιτήματα. Μόνον αιτήματα!», γράφει η Εστία. «Υπέρ των εργατών, ναι!… Αλλά υπέρ των Μπεναρόγια, όχι… Είμεθα μαζί με τους εργάτας. Αλλά με τους Έλληνας εργάτας, με τας Ελληνικάς των αντιλήψεις, με την Ελληνικήν των ψυχήν, με την Ελληνικήν των συνείδησιν…»».4

Τα σωματεία προχωράνε, όντως, σε γενική απεργία και πολλοί κλάδοι συμμετέχουν τόσο σε Αθήνα όσο και σε Θεσσαλονίκη (τυπογράφοι, σερβιτόροι, τροχιοδρομικοί, διανομείς, εργατοτεχνίτες, ταχυδρόμοι κλπ). Στη Θεσσαλονίκη επιβάλλεται απαγόρευση συγκεντρώσεων και συλλαμβάνεται ο πρόεδρος των αρτεργατών με την κατηγορία της «εσχάτης προδοσίας». Αξίζει να σημειωθεί ότι ορισμένοι κλάδοι κατεβαίνουν σε απεργία «απλά» για συμπαράσταση σε άλλους κλάδους. Τα αφεντικά απαντούνε σε ορισμένους χώρους εργασίας, όπως των τυπογράφων, με λοκ άουτ, ενώ η κυβέρνηση κατεβάζει τους μπάτσους και τους απεργοσπάστες. Πολλές δουλειές αναπληρώνονται από στρατιωτικούς και φαντάρους που παίρνουν εργατικά πόστα.

«Εκτός όμως των άνω μέτρων, ελήφθησαν και στρατιωτικά τοιαύτα διά την τήρησιν της τάξεως. … Τα εργοστάσια της Ηλεκτρικής Εταιρείας και λοιπά καταστήματα εφρουρήθησαν ισχυρώς… η Αστυνομία προέβη εις την σύλληψιν των αποτελούντων την νέαν Διοίκησιν της Συνομοσπονδίας… Επίσης, συνελήφθησαν τα διοικητικά συμβούλια των απεργησάντων σωματείων και 29 άλλοι εργατοσοσιαλισταί, δώσαντες αφορμήν…Πάντες οι ανωτέρω συνελήφθησαν επί παροτρύνσει των εργατών εις απεργίαν, απηγγέλθη δ’ εναντίον των κατηγορία επί παραβάσει του νόμου ΔΞΘ’ «περί καταστάσεως πολιορκίας»…»5.

Τελικά, η απεργία λήγει υπό το βάρος της καταστολής, αν και πέτυχε την απελευθέρωση των περισσοτέρων συλληφθέντων εργατών.

Οι εφημερίδες ξέρουν που να κεντράρουν και … αποκαλύπτουν: ««[Ο] έντιμος κ. Μπεναρόγια πριν κατέλθη εις Θεσσαλονίκην ευθύς ως η πόλις απελευθερώθη υπό του Ελληνικού στρατού, διέμενεν εις την Σόφιαν ένθα διετέλει ΕΠΙ ΜΙΣΘΩ ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ ΤΟΥ ΛΕΓΟΜΕΝΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΟ-ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΚΟΜΙΤΑΤΟΥ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΕΛΛΟΝΤΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΝ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΑΣ ΣΥΜΜΟΡΙΑΣ προς αλλοίωσιν του εθνικού χαρακτήρος της». Για να αντιμετωπιστεί η αρρώστια αυτή, «δεν φθάνουν αι διαμαρτυρίαι. Ο Μπεναρόγιας πρέπει να μάθη ότι η βουλγαρική καταγωγή του δεν θα επιτραπή να έχη τας εκδηλώσεις της εις τον τόπον μας. Η Ελλάς δεν είναι κατάλληλος χώρα διά Μπεναρογισμούς».6 Μετά από ένα τρίμηνο κράτησης στη Φολέγανδρο, οι τρεις έλληνες, εκτός του Μπεναρόγια, απελευθερώνονται.

Ανάμεσα στο έθνος και την τάξη Ι

Ο Καμπαγιάννης, που καταγράφει πολλά από τα παραπάνω ωραία, κάνει ορθά μια κρίσιμη παρατήρηση εδώ:

«Από την εξέλιξη της απεργίας και την κάλυψή της από τον ημερήσιο Τύπο, διαμορφώνεται ένα σώμα απόψεων που θα αποτελέσει το ιδεολογικό οπλοστάσιο αντιμετώπισης της εργατικής κίνησης για δεκαετίες. […] Βασικό μοτίβο είναι πάντα η αντιδιαστολή σοσιαλιστών και εργατών, που γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους πρώτους. Μάλιστα, η αντιδιαστολή αυτή επικαλείται κάποιες «αιώνιες και αμετάβλητες» αξίες του Έλληνα εργάτη, πρώτα και κύρια την θρησκευτική του πίστη, την προσήλωσή του στην οικογένεια, τον πατριωτισμό του. […] Κεντρικό ιδεολόγημα αποτελεί ότι η εργατική κίνηση και οι ιδέες των σοσιαλιστών ήρθαν από τα έξω και από τα πάνω, όχι σαν αποτέλεσμα κοινωνικής εξέλιξης, αλλά σαν μεταδιδόμενη ασθένεια ή σαν αντεθνική συνωμοσία. Φορέας της μόλυνσης είναι αναμφίβολα ο ρωσικός μπολσεβικισμός, που από καιρό αντιμετωπίζεται στον φιλελεύθερο τύπο με ιατρικούς όρους…».7»

Ο Καμπαγιάννης δεν αγνοεί την ένταση μεταξύ εθνικού και ταξικού κριτηρίου. Με απλά λόγια, το «κακό» που χρεώθηκε σε εκείνη την εποχή στον σοσιαλισμό, ήταν ότι ήταν ξενόφερτος και μη ριζωμένος στην ελληνική κοινωνικο-ιστορική συνθήκη – μια βασικά πατριωτική κριτική, ειδικά αν καταλάβουμε ότι με την φράση «ελληνική κοινωνικο-ιστορική συνθήκη» την εποχή εκείνη μόνον κάτι ρευστό θα μπορούσε να περιγράψει κανείς από την άποψη της πληθυσμιακής ομοιογένειας και του ριζώματος της ελληνικής εθνικής συνείδησης (εκτός αν μιλάει μόνον για κρατικούς σχεδιασμούς).8

Επιπλέον, αξίζει να σημειώσουμε ότι και οι σημερινοί φιλελεύθεροι/αστοί είναι συνεπείς στην ελληνικότητα της κριτικής τους στον κομμουνισμό μιας και η μόνιμη επωδός είναι: «είδαμε τι έγινε και στην ΕΣΣΔ», «αυτοί (σ.σ. οι αριστεροί) θέλουν να μας κάνουν Βουλγαρία, Κίνα, Αλβανία…» κτλ. Αυτό που ίσως παραβλέπει εδώ ο Καμπαγιάννης είναι η στάση των «εθνικ(ι)ών» μέσα στην τάξη τους, δηλαδή των ελλήνων εργατών που υπήρξαν πρώτα έλληνες και μετά εργάτες – αν και πρέπει να παραδεχτούμε ότι η εποχή για την οποία δίνει ιστορικά στοιχεία ήταν μια εποχή που είχε μπόλικους εργάτες … έτσι όπως μας αρέσουν, «προδότες» και «διεθνιστές».

Ας προσθέσουμε τώρα κάποια πράγματα σε σχέση με αυτό. Ακόμη χειρότερα, από την εξέλιξη της απεργίας αυτής, όπως και άλλων σημαντικών κινητοποιήσεων, σαν κι αυτήν του 1936 αργότερα, θα σηματοδοτηθούν όλα τα χρόνια του λεγόμενου μεσοπολέμου από την κατασυκοφάντηση των εβραίων εργατών της σαλονίκης και άλλων πόλεων και ο στιγματισμός τους ως «υπηρετών» ξένων συμφερόντων. Εδώ, σαν σε πρώιμο εμφύλιο, χαράσσεται μια μόνιμη ουλή στη μνήμη της εργατικής τάξης της ελλάδας η οποία μετέπειτα θα πρέπει λίγο-πολύ να μετανομαστεί σε ελληνική εργατική τάξη. Παράλληλα, με το κυνήγι των ριζοσπαστών εργατών, όπως είπαμε, άλλες γλώσσες (πλην της ελληνικής) απαγορεύονταν, μειονότητες χάνανε τις περιουσίες τους, πρόσφυγες εκδιώκονταν και αντιμετωπίζονταν σαν σκυλιά κ.ο.κ. Εν ολίγοις, το κράτος που βλέπει κανείς σήμερα και περιφρονεί (αλλά στην ουσία πολλοί από την ελάρ/ελάν, όπως δείχνει και η πρόσφατη άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ, φθονούν και επιθυμούν διακαώς την προστασία του), φτιάχτηκε με κόπο και μπόλικο αίμα … ανθρωποθυσιών.

Πολλές φορές, μαζί με την απαξίωση του παλιού σε σχέση με το νέο, όταν διαβάζουμε ιστορία, κομίζουμε ασυνείδητα μάλλον και την εντύπωση ότι οι παλιότερες εποχές και οι άνθρωποι τους στην ελλάδα – επειδή τους έλλειπε π.χ. το ηλεκτρικό ρεύμα – ήταν λιγότερο συνειδητές του καιρού τους. Πρόκειται προφανώς περί αυταπάτης. Όχι μόνο γιατί αυτά που διαβάζουμε παραπάνω (π.χ. στα εκατέρωθεν τηλεγραφήματα), όποιοι κι αν τα λέγανε (δηλαδή, από την μπάντα των αφεντικών, των απεργοσπαστών, του κράτους ή των κομμουνιστών εβραίων κλπ) φαίνονται ακόμη και σήμερα 100% πλήρη νοήματος και συνειδητών κοινωνικοπολιτικών θέσεων. Αλλά και γιατί το τι ζούμε σήμερα έχει ένα (συνεχές ή ασυνεχές, σίγουρα ευδιάκριτο) ιστορικό νήμα με το τι βιώθηκε χτες. Άρα, θέλω να πω, εμείς και όχι οι τότε «εσωτερικοί εχθροί» φαινόμαστε κομματάκι πιο αδιάβαστοι. Τόσο για την ιστορία του (πρώτα εργατικού, έπειτα αντιφασιστικού) αντικρατικού ριζοσπαστισμού στην ελλάδα, όσο και για την ιστορία αυτών που θεωρήθηκαν σε αυτή την κωλοχώρα «ξένοι».

Ανάμεσα στο Έθνος και την Τάξη II

Αν μέχρι τώρα είδαμε την ένταση μεταξύ εθνικού και ταξικού και ότι η επιχειρηματολογία (πάγια έκτοτε) που αναπτύχθηκε εκ μέρους αφεντικών και κράτους απέναντι στους ριζοσπάστες εργάτες της εποχής ως … προδότες της εθνικής συνείδησης, ήταν για να αντιληφθούμε τη σημασία του εθνικού (και εν γένει ίσως πολιτισμικού) κριτηρίου μέσα στα πλαίσια εργατικών αγώνων, ταξικής συνείδησης/πάλης και άλλων τέτοιων ιστοριών της εποχής. Ήδη, αυτό το συμπέρασμα δεν έχει βγει από πολλούς εργατολάγνους της εποχής μας οι οποίοι αποφεύγουν όπως τίποτα άλλο την συγκεκριμένη ένταση είτε επειδή οι ίδιοι φυσικά είναι εθνίκια είτε επειδή διαισθάνονται ότι το αγαπημένο τους … υποκείμενο, η περίφημη ελληνική εργατική τάξη, μόλις που θα αντιληφθεί την αντιπαράθεση έθνους και τάξης, το πιθανότερο που θα κάνει σαν αντίδραση, θα είναι να τους ξυλοφορτώσει και να πέσει ευχαρίστως στις αγκάλες των κασιδο-σιφωνιών (βλέπε απεργία χαλυβουργών στον Ασπρόπυργο το 2012).

Μάλιστα θα έλεγα ότι οι τότε «εθνικοί» εργάτες της Σαλονίκης και της Αθήνας είναι λιγότερο μεμπτοί από τους σημερινούς που πέφτουν στις αγκάλες των Σιφωνιών και των Κασιδιάρηδων μιας και οι σημερινοί χαλυβουργοί γνωρίζουν και την ύπαρξη του ναζισμού, γνωρίζουν και την ύπαρξη του Άουσβιτς, γνωρίζουν κι άλλα πράγματα… η γνώση των οποίων τους κάνει πιο αισχρούς μιας και ξέρουν ότι το τέλος της ικανοποίησης των αιτημάτων τους από τους νεοναζί (τους οποίους ψήφισαν εξάλλου για να βγουν και κυβέρνηση) περνάει μέσα από το κάψιμο ανθρώπων. Αυτό, αν είμαστε σοβαρές/οι, πρέπει να το πάρουμε ως συνειδητή γνώση.

Και κάποιος/α που θεωρεί βέβαια το όλο εργατικό παιχνίδι βλακείες, θα μπορούσε να βγάλει παρωπίδες από τα μάτια και να φάσει και σε ένα ακόμη πιο ριζοσπαστικό συμπέρασμα: οι χαλυβουργοί εργάτες επιθυμούν το κάψιμο ανθρώπων, επιθυμούν τα πογκρόμ εναντίον των Ρομά στην περιοχή, εκεί θέλουν στην πραγματικότητα να φτάσουν και μόνο σαν ευκαιριακή δικαιολογία βάζουν τις εργατικές τους «διεκδικήσεις» μπροστά. Γιατί, στην τελική, ακόμα και από τον Μαρξ δεν μπορούμε να πετάξουμε το βασικό – ότι, στην τελική, ήταν κομμουνιστής – και να κρατήσουμε μονάχα τις λενιστικές ιδεολογικές φιοριτούρες… του στυλ «η εργατική τάξη αποπροσανατολίζεται» κτλ κτλ.

Πρέπει να πάμε ένα βήμα παραπέρα. Το ότι υπάρχουν εργάτες εθνικών συμφερόντων, δηλαδή εθνίκια, θα έπρεπε να είναι κοινός τόπος. Είδαμε πιο πάνω ένα απόσπασμα επιστολής της ελληνοποιημένης ΓΣΕΕ στον Βενιζέλο. Επικροτούσαν εκεί οι έλληνες εργάτες και οι εργατοπατέρες την απέλαση των «μπεναρόγια» λέγοντας πως αυτοί [οι έλληνες δηλαδη ρουφιάνοι] δεν μπερδεύουν τα εργατικά με τα εθνικά… κοινά συμφέροντα. Υπάρχουν κι άλλα κομμάτια:

«Δραττόμεθα της ευκαιρίας να εκφράσωμεν προς υμάς υπό την ιδιότητα μας τας απείρους ευχαριστίας σύμπαντος του εργατικού κόσμου της Ελλάδος διά τα πάντοτε επιδειχθέντα προς αυτόν αισθήματα υμών,, ως και δια τας εξ αφορμής των τελευταίων γεγονότων σοφάς και πατρικάς συμβουλάς υμών. Στοπ. Τας συμβουλάς ταύτας κύριε Πρόεδρε ο αγνός εργατικός κόσμος της Ελλάδος ήκουσεν με μεγάλην συγκίνησιν, εστέ δε βέβαιοι ότι ακολουθεί και θα ακολουθήση ταύτας διότι γνωρίζει να επιδιώκη τα πραγματικά του συμφέροντα χωρίς να λησμονή τας κρισίμους περιστάσεις ας διέρχεται η ανθρωπότης και ιδιαιτέρως το Έθνος μας γνωρίζει δε και παρακολουθεί αγρύπνως και την εξέλιξιν των κοινωνιών.»

Και παρακάτω:

«Οι απελαθέντες είναι αληθές ότι ήσαν μέλη της Εκτελ. Διοικήσεως της Γεν. Συνομοσπονδίας, απεκηρύχθησαν όμως παρ’ ημών των πλειοψηφούντων προ μηνών διότι ήθελαν να παρασύρουν την καθαρώς επαγγελματικήν μας οργάνωσιν εις πολιτικήν και δη την πολιτικήν των άκρων εν απέκρουε και αποκρούει ο εργατικός κόσμος της Ελλάδος ως μη ανταποκρινόμενην εις τα πραγματικά του συμφέροντα και τας παραδόσεις του, Στοπ. Την αποκήρυξιν των ταύτην εκμεταλλεύθη με πολύ τέχνην και θόρυβον η πολιτική των οργάνωσις και τα παρ’ αυτής εμπνεόμενα δημοσιογραφικά όργανα κατόρθωσαν να παραπλανήσουν μιαν ελαχίστην μερίδα Σωματείων να ακολουθούν την τακτικήν αυτών.»

Τώρα, το βήμα παραπέρα δεν είναι το εύκολο συμπέρασμα πως οι «εθνικοί» εργάτες δεν είναι απλά παραπλανημένοι «ταξικοί» εργάτες αλλά συνειδητοί κυνηγοί των συμφερόντων τους, ΑΛΛΑ, ακόμη χειρότερα πως η ταξική κοινότητα, η οποία αν μη τι άλλο, είχε τη μεγάλη της ευκαιρία στον ελληνικό μεσοπόλεμο και εμφύλιο, είναι ανίκανη να αποτρέψει τα Άουσβιτς, αν δεν τα φτιάχνει κιόλας. Αυτό το βγάζουμε από την ήττα τους στο παρελθόν, όχι από ιδεολογικά βιβλία βέβαια:

«Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτοι πολιτικοί εξόριστοι της αριστεράς ήταν ο Μπεναρόγια και ο ηγέτης του συνδικάτου καπνού, ο Σαμουέλ Γιονά που εξορίστηκαν στην Νάξο.

Να τι στέκει στα πρωτόκολλα της δίκης τους, σαν αθέλητο εγκώμιο επαναστατικής πρακτικής σε μια μαρτυρία ενός έλληνοχριστιανού καταδότη. «Ο Μπεναρόγια παραμένει ενταύθα, συνεργαζόμενος μετά του Γιουνά και κατηχών τους εργάτας, λέγων αυτοίς να μη παραδέχονται θρησκείαν, Έθνος, Κυβέρνησιν και Βασιλείς, παριστάνων αυτά ως γελοία και βάρη του εργατικού κόσμου, συνιστών άμα αυτοίς ν’ αποφεύγουν την καταβολήν δημοσίων φόρων και την Στρατολογίαν, και εάν τις εξ αυτών δεν συνηθή ν’ αποφύγη την Στρατολογίαν, εν καιρώ πολέμου να μη βάλη κατά του αντιμετώπου αδελφού του αλλά κατά του αξιωματικού του, του οδηγήσαντος αυτόν εις το πεδίον της μάχης. Εν τέλει αναφέρω ότι οι ανωτέρω Μπεναρόγιας και Γιουνάς είναι τα μάλα επικίνδυνοι εις την Δημοσίαν Ασφάλειαν» (από την εφημερίδα ελευθεροτυπία, «Ιος της Κυριακής»). Και για ολοκλήρωση, ο μεν Μπεναρόγια επέζησε και πέθανε σε βαθιά γεράματα στο Τελ Αβίβ το 1979, ξεχασμένος από το σύνολο της ελληνικής αριστεράς, ο δε Γιονά, εξοντώθηκε στο Άουσβιτς.

Το φαινόμενο αυτό, του πρωτοποριακού ρόλου εβραίων στα νέα επαναστατικά κινήματα, δεν ήταν ένα ιδιαίτερο ελληνικό αλλά παγκόσμιο. Ήταν η εποχή που οι εβραίοι της διασποράς, μετά από αιώνες καταπίεσης και διωγμών, απέθεταν τις ελπίδες τους στις νέες ιδέες που υπόσχονταν ισοτιμία και αδελφοσύνη, που υπόσχονταν ένα τέλος στους διωγμούς και την λύτρωση τους από τον θανατηφόρο αντιεβραϊσμό.

Έτσι για να πούμε ένα μόνο παράδειγμα, δεν ήταν καθόλου τυχαίο που όλοι σχεδόν οι ηγέτες της μοναδικής επανάστασης της αριστεράς στην Γερμανία, της Νοεμβριανής επανάστασης του 1918/19 ήταν κυρίως εβραϊκής καταγωγής, ούτε ήταν τυχαίο που ο εθνικοσοσιαλισμός κατασκεύασε την κατηγορία για τους αντιπάλους του, αυτή της εβραιομπολσεβίκικης συνωμοσίας.

Δυστυχώς όπως απέδειξε η πράξη μετά δεν είχαμε τα επιθυμητά αποτελέσματα. Ο λόγος?

Ο αντισημιτισμός δεν ήταν στην καλύτερη περίπτωση θέμα του μαρξισμού και στην χειρότερη ήταν κομμάτι του. Ακόμη και ο ίδιος ο Μαρξ στο κείμενο του «το εβραϊκό ζήτημα» έβλεπε την λύση της λύτρωση των εβραίων από τα δεινά τους στο γεγονός του ξεπεράσματος του εβραϊσμού, με την επιφανειακή αντίληψη: «χωρίς εβραίους, κανένας αντισημιτισμός» (με την έννοια όχι φυσικά της εξόντωσης αλλά της υπέρβασης του εβραϊσμού τους). Πράγμα που αποδείχτηκε αργότερα απόλυτα λάθος, μιας και ο αντισημιτισμός μπορεί να υπάρχει και χωρίς εβραίους.

Άσε που άλλοι όπως ο August Bebel πχ. ανακάλυπταν και θετικές, επαναστατικές πλευρές στον αντισημιτισμό, χαρακτηρίζοντας τον σαν «σοσιαλισμό των ηλιθίων». Ούτε καν σκέψη για την εξάλειψη του ίδιου του αντισημιτισμού. Μέχρι τότε είναι και θα είναι ο εβραϊσμός, η μοναδική δυνατότητα επιβίωσης και άμυνας τους.

«Όταν σου επιτίθενται σαν εβραίο. πρέπει να αντισταθείς σαν εβραίος» έγραφε κάποτε η Χάνα Άρεντ. Ούτε σαν αναρχικός αν είσαι αναρχικός, ούτε σαν σοσιαλιστής αν είσαι σοσιαλιστής ούτε σαν κάτι άλλο χαρακτηριστικό σου, μια και ο λόγος της επίθεσης δεν είναι η ιδεολογική σου απόχρωση αλλά η καταγωγή σου. «Όταν με συνέλαβαν οι γερμανοί έμαθα ότι είμαι εβραίος. Από τότε είμαι εβραίος» έγραφε ο άθεος Ζαν Άμερυ, ένας επιζώντας του Άουσβιτς αντιστασιακός, με ρωμαιοκαθολική ανατροφή.»9

Αυτά έγραψαν οι Cafe Morgenland, 3-4 χρόνια πριν, στο «επαναστατικό στοιχείο στον αντισημιτισμό» ένα κείμενο-οδηγό για την αντιπαράθεση/σύμπλευση εθνικού και ταξικού κριτηρίου με εστίαση στα του αντισημιτισμού. Εκεί υπενθύμισαν, πηγαίνοντας με αναδρομές στο παρελθόν, τη φτώχια του μαρξισμού και του κομμουνισμού, αναδεικνύοντας ακριβώς πως αυτή η αντιπαράθεση/σύμπλευση έμεινε στάσιμη στην επιφανειακότητα του περιεχομένου του «Εβραϊκού Ζητήματος» από τον Μαρξ. Μετά το Άουσβιτς, δε, δεν πρόκειται περί επιφανειακότητας όσων μιλάνε και διαδίδουν το συγκεκριμένο σημείο του κειμένου, αλλά περί αντισημιτισμού. Μιας και αποδείχτηκε περίτρανα πως οποιαδήποτε στάση κι αν κράτησαν οι εβραίοι, μεταξύ αφομοίωσης ή σιωπηλής ενσωμάτωσης, δεν έπαιξε κανένα ρόλο στην Τελική Λύση. Αντιθέτως, μέσα σε έναν κόσμο που οργανώθηκε κρατικά και εθνικά, ο σιωνισμός ήταν η μόνη εβραϊκή λύση που κράτησε αρκετά εκατομμύρια εβραίους ζωντανούς στο Ισραήλ (καθώς, βέβαια, και η ύπαρξη τους στην πιο φιλική – σε σχέση με την Ευρώπη – αμερικάνικη διασπορά). Οπουδήποτε αλλού, δεν υπάρχουν οι συνθήκες για ασφαλή διαβίωση επί μακρόν. Αλλά τώρα δεν θα περάσω στο θέμα του εντοπισμού των εκδηλώσεων του αντισημιτισμού στην Ευρώπη. Θα μείνουμε στην Ελλάδα για να δούμε πως και χωρίς πολλούς εβραίους στη χώρα πια, τόσο η ριζοσπαστική όσο και η κρατική εκδοχή του ελληνικού πια σοσιαλισμού και της ελληνικής εργατικής τάξης, συνεχίζουν να ασχολούνται με τους εβραίους, μόνο για να μοιράσουν, να επιβεβαιώσουν και να αναπαράγουν στερεότυπα πάνω στα σώματα τους, στερεότυπα που την κρίσιμη ώρα, «την ώρα που το γκάζι ανοίγει», θα χρησιμοποιηθούν από τους κατάλληλους, τους καινοτόμους, τους δυνατούς.
Εθνική παράδοση, Σοσιαλιστική συνέπεια (3 στιγμές)

Σύμφωνα με κυρίαρχες αφηγήσεις σήμερα, το μεγάλο πρόβλημα σήμερα των ελλήνων είναι αυτό που το λέμε «η κρίση», φαντασίωση που αναζωπύρωσε με τις πρόσφατες δηλώσεις του περί λίστας Λαγκάρντ και ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ που μας είπε πως δεν είδε… τη λίστα των ελλήνων καταθετών στην Ελβετία αλλά παρατήρησε μονάχα, μέσα στα πλαίσια ενός πρόχειρου ξεφυλλίσματος μόνον πως 3 από δαύτους τους έλληνες ήταν εβραίοι! Επειδή δεν ζούμε στον κόσμο των παραμυθιών, δεν μπορεί καμιά/κανείς από εμάς να μπερδεύτηκε ή να παραγνώρισε πως εκεί, σε αυτές τις δηλώσεις Βενιζέλου (αχ! αυτή η ιστορία, έχει και τις τραγικές της επιβεβαιώσεις, κι άλλος Βενιζέλος σε ρόλο … Βενιζέλου βρέθηκε), κινητοποιούταν το αντισημιτικό στερεότυπο πως οι εβραίοι ευθύνονται για την κρίση. Θα περιμέναμε – η αλήθεια είναι – το στερεότυπο να κιινητοποιηθεί από τον Πλεύρη, από τον Καρατζαφέρη ή τον Μιχαλολιάκο, αλλά ο Βενιζέλος έκανε τελικά την έκπληξη, προσπαθώντας μάλλον να τους κλέψει πελατεία. Αλλά που… Έχει χάσει και το ΠΑΣΟΚ την αίγλη του, γιατί ο Παπαδήμος εξάλλου, τον οποίο το ίδιο κόμμα είχε φέρει σαν υπηρεσιακό πρωθυπουργό για ένα εξάμηνο, είχε αντιμετωπίσει κι αυτός τα περί εβραϊκής καταγωγής. Οπότε, τι να κλάσει ο Βενιζέλος τώρα… Του ανθρώπου δεν του βγήκε το αντισημιτικό χαρτί. Όχι ότι διαφωνεί κανείς μαζί του. Το πρόβλημα είναι αλλού. Αυτοί που δεν διαφωνούν μαζί του στο συγκεκριμένο, έχουν ήδη πολλές εκλογικές επιλογές. Π.χ. στη Ν.Δ. της βγήκε καλύτερα η φάση: Σαμπή Μιονή τον ονόμασε τον στόχο από τη λίστα Λαγκάρντ και εφηύρε μάλιστα πως ο εν λόγω επιχειρηματίας, εβραϊκής καταγωγής (κι ακόμη καλύτερα φτιαγμένο: είχε και διπλή υπηκοότητα, ελληνική και ισραηλινή), είχε και σχέσεις με την οικογένεια Παπανδρέου. Ανεξάρτητα αν ο ίδιος ο Μιονή διέψευσε και διαμαρτυρήθηκε πως όλα αυτά αναπαράγονται από ακροδεξιά έντυπα, οι εντυπώσεις είχαν ήδη δημιουργηθεί. Η αλήθεια είναι πως τα δεξιά αντισημιτικά στερεότυπα αξιοποιούνται καλύτερα από τους δεξιούς αντισημίτες κύριε Βενιζέλο… Έπρεπε να βάλετε, κε Βενιζέλο, καμιά στάλα αντικαπιταλισμό παραπάνω…

Οπότε, είπε ο άνθρωπος (αυτός, ο Βενιζέλος, αυτός, που είδε εβραίους μόνο στη λίστα Λαγκάρντ) να το ρίξει μετά στον αντι-αντισημιτισμό, στον αντιρατσισμό κι άλλα παλιά καλά κι αριστερά κόλπα. Και ζητείται ουρά παρακαλώ… Στις 15 Δεκέμβρη 2012, ο Βενιζέλος, λέει, (ναι, ναι, αυτός που είδε μόνο εβραίους στη λίστα Λαγκάρντ) θα κρατάει το πανό «ενάντια στους νεοναζί, τον ρατσισμό και τον αντισημιτισμό!» Αμάν! Τρέχτε να προλάβετε θέσεις (στα μπλοκ της πορείας)! Η κορυφή της πορείας θα κράζει τον αντισημιτισμό, τα πηγαδάκια τους εβραίους…

Η πιο ριζοσπαστική αριστερά κάτι τέτοια δεν τα σκέφτεται ούτε για αστείο. Στον αντισημιτισμό τους, αυτό που προσπαθούν να κάνουν είναι να ανακαλύψουν νέα στερεότυπα για τους εβραίους, ξέρετε… αριστερής υφής στερεότυπα. Εσχάτως, αντιφασιστικά, μάλιστα. Ποιοι; Αυτοί που το Άουσβιτς νομίζουν ότι είναι τουριστικό θέρετρο της Κροατίας. Εξάλλου, νέοι λόγοι πρέπει να ανακαλυφθούν για να βρίζει κανείς ριζοσπαστικά κι αριστερά τους εβραίους. Νέοι… τέλος πάντων.

Όλο και κάπου έχουμε ίσως ακούσει όλοι μας/όλες μας τα περί συνεργασίας των εβραίων (αμερικανών ή μη) με τους ναζί του χίτλερ κατά τον β’ παγκόσμιο πόλεμο, όλες έχουμε ακούσει πως για την εξόντωση των (σαλονικιών ή μη) εβραίων έφταιγαν βασικά οι εβραϊκες τους ηγεσίες στον πόλεμο, όλοι μας έχουμε ακούσει πως οι, κατά τόπους, Judenrat που οδήγησαν τους (φτωχούς κυρίως ή δήθεν μη σιωνιστές) εβραίους στους θαλάμους αερίων. Όλοι και όλες έχουμε ακούσει ίσως κάπου ότι ο Χίτλερ ήταν εβραίος (και άρα ίσως αυτός είχε κάτι να κάνει με τη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ μετά το Ολοκαύτωμα… που οργάνωσε ο ίδιος). Θεωρίες συνωμοσίας και ανακίνηση του στερεότυπου του πολεμοκάπηλου εβραίου είναι δύο επαρκή στοιχεία που μπορούν να συνδυαστούν στο αντισημιτικό μπλέντερ με σκοπό τη σχετικοποίηση της ιστορίας, κατ’ επέκταση του Ολοκαυτώματος. Με στόχο προφανή: Το κόλπο λέγεται «αντιστροφή των σχέσεων θύματος-θύτη» και γυρεύει βασικά να κατηγορήσει «τους εβραίους» ως ενεργούς συμμετέχοντες στην θυματοποίηση τους στο Ολοκαύτωμα (και περαιτέρω στη δημιουργία του αντισημιτισμού). Να χρεώσει δηλαδή, κανείς, στο θύμα την εξουσία που υπέστη. Περιττό να ειπωθεί ότι αυτή είναι μια κάπως βολική εξήγηση για τους γερμανούς, τους ναζί και τους ιδεολογικούς τους απογόνους. Περιττό να ειπωθεί ότι πρόκειται για βολική αφήγηση και για το ελληνικό κοινό, ώστε να συνεχίσει να θεωρεί το έγκλημα του εβραϊκού Ολοκαυτώματος σαν μια εβραϊκή συνωμοσία και να ανανεώσει την πίστη του σε μια σειρά αντισημιτικών στερεοτύπων όπως το ότι «οι εβραίοι πήγαν σαν πρόβατα στη σφαγή» κτλ. Γενικά, τέτοιες εξηγήσεις βολεύουν. Και όχι μόνο τους ακροδεξιούς συνωμοσιολόγους.

Α! Αυτές οι ευχάριστες ιδέες είναι βολικές και σε κάτι ακόμα. Στην ελλάδα, στο ελληνικό συγκείμενο δηλαδή είναι συνεπείς με την εθνική ιδεολογία. Ως γνωστόν, στην ελλάδα, από παμπάλαιων χρόνων, δεν φταίγαν ποτέ οι έλληνες για οτιδήποτε. Μα, για οτιδήποτε. Χρεωκοπίες, πόλεμοι, ήττες, νίκες, όλα χρεωμένα στους κουτόφραγκους και τους εκάστοτε (εθνικούς) προδότες. Μετεμφυλιακά και μετά την κακοχώνεψη της ήττας της, η αριστερά, η ελληνική αριστερά, το βρήκε βολικό εξίσου αυτό το παιχνίδι: ήταν εθνικά συμφιλιωτικό να λέει κανείς πως οι αμερικανοί μας βάλανε να μαλώσουμε, εμείς δεν ξέραμε… Ψυχή βαθιά! Εσχάτως, και μάλιστα σε τομείς που της αναγνωρίστηκαν από τον εθνικό καταμερισμό εργασίας, έχει μιληθεί αυτή η εθνική στάση της αριστεράς γύρω από το πως ανακάλυψε και προώθησε τον «πατριαρχικό μουσουλμάνο μετανάστη» ή, βέβαια, το κλασικό πια με τον «αλβανό ρατσιστή / χρυσαυγίτη» (έγινε και πανώ στα εξάρχεια, σε λίγο θα φορεθεί και σε μπλουζάκι…) ώστε να τα κάνει αυτά τα στερεότυπα γενική αφηρημένη γνώση, δηλαδή καραμέλες στο στόμα κάθε ελληνομαλάκα που τα αναμασάει βαυκαλιζόμενος για τη φιλόξενη φυλή του. Το ελληνικό σούπερ μάρκετ του μίσους, παρά την κρίση, προσφέρει νέα προϊόντα στο καταναλωτικό κοινό, έστω και μπαγιάτικα, ή ξαναζεσταμένα.

Στη νεότερη βερζιόν του κόλπου, που παίζεται τώρα σε sic κύκλους, ένα μπλογκ (lenin reloaded) και ένα έντυπο (sarajevo) παίρνουν τη σκυτάλη, διαδίδοντας πως (ντόπιοι και παγκόσμιοι) εβραίοι υποστηρίζουν ενεργά ή / και χρηματοδοτούν το ναζισμό στην ελλάδα.

Οι έλληνες αντιφασίστες δεν πρέπει να συγχωρήσουν ποτέ τους τους εβραίους για την άνοδο των νεοναζί στη φτωχή πλην τίμια ελλάδα:

«… η συμμορία των τραμπούκων έπρεπε να αλλάξει «προφίλ». Με βάση το τουλάχιστον 2 δεκαετιών ιστορικό της, κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον να γίνει με τις δικές της εμπνεύσεις! Και πάλι έγινε σαφές (σ’ εμάς) ότι υπάρχει συστηματική βοήθεια «απ’ έξω» για το liftingτης συμμορίας των τραμπούκων, και για την οργάνωση της προεκλογικής της εκστρατείας. Υπήρχε επίσης, αυτό ήταν επίσης ξεκάθαρα, και η απαραίτητη οικονομική της υποστήριξη. Από ποιους και γιατι;

Είναι πολύ δύσκολο για εμάς εδώ να αποδείξουμε το «από ποιους», αν και αναγνωρίζουμε ότι έχει μια κάποια σημασία και στο «γιατί». Πρέπει όμως κάθε απλά λογικός (και εχθρός των συνωμοσιολογιών) άνθρωπος να παραδεχτεί πως όταν γίνεται δύο φορές το ίδιο πράγμα, υπάρχει συστηματική μεθόδευση, και όχι «τύχη». Το κόλπο «ο λ.α.ο.ς. έξω – η συμμορία μέσα» παίχτηκε μια φορά σε κλίμακα δήμου της Αθήνας, πέτυχε, και παίχτηκε ανώδυνα για το κόμμα του Καρατζαφέρη. Παίχτηκε ενάμισυ χρόνο μετά για δεύτερη φορά, σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα, σε κλίμακα εθνοκρατικής επικράτειας, κι αυτό (θα) είχε υποχρεωτικά συνέπειες για το λ.α.ο.σ. – έγινε, πάντως (υποστηρίζουμε) και πάλι εντελώς συνειδητά απ’ τη μεριά του λ.α.ο.σ.. Θα μπορούσε κάποιος αριθμός στελεχών του και ο αρχηγός ο ίδιος να έχουν την διαβεβαίωση απ’ το «ανώτερο καθοδηγητικό κέντρο» ότι, τελικά, θα καταφέρουν να μπουν στη βουλή, και η «θυσία» τους δεν θα είναι εντελώς καταστροφική; Είναι κάτι που δεν το ξέρουμε. Η μεγάλη αυτομόληση στελεχών (βουλευτών) του λ.α.ο.σ. μετά τις εκλογές της 6 Μάη (προς τη νέα δημοκρατία σε αυτή τη φάση…) δείχνει πάντως ότι «αποστολή εξετελέσθη». Κι εκείνοι που τη σχεδίασαν (υποθέτουμε ότι) θα ανταμείψουν κι όσους τελικά περισσέψουν.

Τελευταία «σύμπτωση». Δεδομένου του νεοναζιστικού ιδεολογικού παρελθόντος της συγκεκριμένης συμμορίας, θα περίμενε κανείς την κινητοποίηση ενός συγκεκριμένου «ανεξάρτητου παράγοντα» εναντίον της, είτε πριν τις εκλογές της 6 Μάη, κι οπωσδήποτε αμέσως μετά. Ο παράγοντας αυτός έχει και πόρους, και κύρος, και εκτεταμένες επιρροές στα ντόπια κέντρα εξουσίας και διαμόρφωσης της κοινής γνώμης. Λέγεται Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο. Το κ.ι.σ. αντέδρασε εκ των υστέρων με δύο σύντομες ανακοινώσεις / διαμαρτυρίες (στις 8 και στις 14 Μάη) – αλλά αυτά ήταν (είναι) σχεδόν συμβολικά. Όμως, απ’ την άλλη μεριά, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τις συμμαχικές σχέσεις της Αθήνας και του Τελ Αβίβ, και τον πατριωτικό χαρακτήρα που έχει αποδοθεί σ’ αυτήν. Εάν η συμμορία των τραμπούκων ήταν «μη ελεγχόμενη» απ’ το βαθύ κράτος / παρακράτος / οργανωμένο έγκλημα, ασφαλώς και το κ.ι.σ. θα είχε πει και κάνει ό,τι χρειαζόταν, κι ας μην γινόταν δημόσια γνωστό. Αλλά σε ένα πιο οργανικό σχέδιο, τα πράγματα αλλάζουν»10.

Το λίφτινγκ των τραμπούκων (το ποιο; που το είδε άραγε κανείς αυτό;). Ο παντοδύναμος εβραίος (κ.ι.σ.) που ανεβάζει και κατεβάζει κόμματα και κυβερνήσεις. Η κοκκινοσκουφίτσα. Ο κακός ο άξονας. Ωραία πράγματα. Για εχθρούς της συνωμοσιολογίας πάντα, έτσι;

Το Lenin Reloaded το έθεσε σε παραπλήσια βάση:

«Ποια είναι η αντίδραση της εν Ελλάδι εβραϊκής ή/και ισραηλιτικής κοινότητας, τόσο στη δήλωση Κασιδιάρη, όσο και στις δράσεις της Χρυσής Αυγής αλλά και στην ίδια την εκλογή της στο κοινοβούλιο, με όλα τα προνόμια που αυτή συνεπάγεται;

Η κοινότητα αυτή επέδειξε σταθερό ενδιαφέρον, και πολύ ορθά, για μια σειρά ξεκάθαρα αντισημιτικών ενεργειών πριν την εκλογή της Χ.Α στο κοινοβούλιο (βεβηλώσεις συναγωγών και τάφων, καταστροφή αρχείων, κλπ). Τι ενέργειες έχει όμως κάνει στην ΕΕ, τις ΗΠΑ και το Ισραήλ σχετικά με την επίσημη πλέον ανάδειξη του αντισημιτισμού μέσω ανερυθρίαστα χιτλερικών εκπροσώπων της ελληνικής πολιτείας;

Αναζητώντας μια απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα, επισκέφθηκα το γνωστότερο και δημοφιλέστερο νομίζω εβραϊκό ιστολόγιο στην Ελλάδα, αυτό του Abravanel. Ανακάλυψα μάλλον αναπάντεχα ότι το ιστολόγιο έχει να ανεβάσει ανάρτηση από τις 19 Μαϊου και ότι δεν έχει αναρτήσει τίποτε για την εκλογική ανάδειξη της Χρυσής Αυγής σε κοινοβουλευτικό κόμμα. Πηγαίνοντας στους συνδέσμους του ιστολογίου επισκέφθηκα αυτόν που εμφανίζεται πρώτος, αυτόν του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου. Δεν κατάφερα να συνδεθώ, μιας και μετά από επανελειμμένες προσπάθειες, ο σύνδεσμος παρέμεινε ανενεργός. Επισκεπτόμενος την Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης, είδα μια ανακοίνωση διαμαρτυρίας για την εκλογή στη Βουλή του βουλευτή της Χ.Α Αρτέμιου Ματθαιόπουλου, στιχουργού τραγουδιών με βίαια αντισημιτικό περιεχόμενο. Φτάνει όμως αυτό; Δεν θα έπρεπε να έχει σημάνει συναγερμός στην παγκόσμια εβραϊκή κοινότητα για το θέμα και να έχει γίνει σειρά ανακοινώσεων για όσα αδιανόητα συμβαίνουν και λέγονται επίσημα πια στην Ελλάδα;«11

Σε κανέναν τους, βέβαια, δεν θα περάσει από το μυαλό ότι ο … εβραίος όχι μόνον δεν είναι παντοδύναμος, όπως τον θέλει το στερεότυπο, αλλά ότι οι έλληνες εβραίοι φοβούνται εξελίξεις όπως αυτή της χρυσής αυγής, ότι δεν θα τους περνούσε ούτε από το μυαλό, από την άλλη όμως, να εκφράσουν κάτι παραπάνω από ανησυχία για να μην στιγματιστούν καν ως ακριβώς αυτό που τους κατηγορούν οι σημερινοί και συγκεκριμένοι ακροαριστεροί… (ότι διαμορφώνουν δηλαδή πολιτική από … το παρασκήνιο). Και από κανενός, βέβαια, το μυαλό δεν θα περνούσε ότι οι διάφοροι Abravanel κουράστηκαν και ίσως σιχάθηκαν τους ελληνοχριστιανούς ηλίθιους και αντισημίτες που στην τελική δικό τους έργο θα ήταν η αντιμετώπιση του ελληνικού φασισμού και αντισημιτισμού.

Δύο τελευταία πράγματα από μένα.

Πρώτον: βέβαια, από κανέναν τους δεν περιμένω εξυπνάδα. Ίσως να περίμενα λίγο ψάξιμο, το στοιχειώδες, ειδικά όταν μιλάει το ίδιο το Κ.Ι.Σ. στο επίσημο έντυπο του… από την επίσημη ιστοσελίδα του… «Η ελληνική κοινή γνώμη, η Ελληνική Πολιτεία, ο κοινοβουλευτικός βίος της χώρας δεν έχει να αντιμετωπίσει ένα αντισυστημικό κόμμα, μία οπορτουνιστική ομάδα, έχει να αντιμετωπίσει μία δυναμική απειλή στα θεμέλια του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η αταξία που φτάνει στα όρια της ανομίας είναι αυτή που μας κάνει να φοβούμαστε. Επειδή δε εμείς οι Εβραίοι έχουμε υποστεί κατά κύριο λόγο τα απάνθρωπα αποτελέσματα της ναζιστικής ιδεολογίας και πρακτικής αισθανόμαστε επιτακτική την ανάγκη να χτυπήσουμε το καμπανάκι του κινδύνου. Όσο ακόμη είναι καιρός ας μελετήσουμε – κυρίως οι νεότεροι – την Ιστορία για να γίνουν ορατοί, κατανοητοί οι κίνδυνοι του παρόντος και του μέλλοντος... «12

Δεύτερον, δεν πιστεύω ότι είναι κανείς ανενημέρωτος ή βλάκας. Πιστεύω ότι είναι αντισημίτες.

Stepanyan TSP, 14/12/2012

1 Παρατίθεται στο ΚΑΜΠΑΓΙΑΝΝΗΣ, Θ., ΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ 1918-1926: Οι απεργίες, τα συνέδρια της ΓΣΕΕ και η οργανική σύνδεση με το ΣΕΚΕ-ΚΚΕ, Διπλωματική εργασία στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Παντείου, τμήμα πολιτικών επιστημών και ιστορίας, (Μάρτης 2007).

2 ΚΑΜΠΑΓΙΑΝΝΗΣ, Θ., ΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ 1918-1926: Οι απεργίες, τα συνέδρια της ΓΣΕΕ και η οργανική σύνδεση με το ΣΕΚΕ-ΚΚΕ, Διπλωματική εργασία στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Παντείου, τμήμα πολιτικών επιστημών και ιστορίας, (Μάρτης 2007).
3 Ό. π.
4 Ό. π.
5 Ό. π.
6 Ό. π.
7 Ό. π.
8 Αυτό είναι και μια από τις παλιές ασθένειες του μαρξισμού by the way: ταυτίζεται συχνά με το αντικείμενο της κριτικής του. Π.χ. πολλές μαρξιστικές ομάδες ακόμα και σήμερα οφείλουν τη στιβαρά συγκροτημένη συνείδηση τους στο κράτος το οποίο κριτικάρουν και το οποίο συχνά αναπαριστούν ως κάτι ενιαίο, συμπαγές και ομοούσιο. Και, βέβαια, θέλουν να του μοιάσουν. Μακράν αυτού, βέβαια, η κρατική πραγματικότητα δεν είναι η κοινωνική πραγματικότητα. Κι αυτο δεν το λέω ούτε για καλό ούτε για κακό, αλλά αποτελεί απλή διαπίστωση.
9Το επαναστατικό στοιχείο στον αντισημιτισμό, Cafe Morgenland, http://www.cafemorgenland.net/archiv/2009/2009.06.06_epanandi.htm
10 «Βοθρολύματα και μαχαιροβγάλτες (με γραβάτα): ποιος κοιτάει αλλου;», Sarajevo, τεύχος Ιούνη 2012, σελ. 17-18
11Αντισημιτισμός και Απορίες, 22 Σεπτέμβρη 2012, http://leninreloaded.blogspot.gr/2012/09/blog-post_6143.html
12ΧΡΟΝΙΚΑ – Τεύχος 237, τόμος 35ος — Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2012 σελ. 3, 30. Στο ίδιο τεύχος, ο εξαντλητικός ερευνητής Lenin Reloaded θα βρει και κάτι για την Ε.Ε.Ε.

(πέρα από το κείμενο αυτό: θυμηθείτε λίγο τι παίζει εδώ Το εκκρεμές της Κρίσης ανάμεσα στο Έθνος και την Τάξη [μέρος β’: Η μεγάλη μάχη της Σαλονίκης] και το πρώτο μέρος επίσης το οποίο υπάρχει μέσα στο 4ο τεύχος terminal119 και μπορείτε να το αγοράσετε μετά από συνεννόηση με δαύτους… terminal119archive@gmail.com )

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s